30 Ιουνίου 2006

Διαγωνισμός ΓΕΚ / Ι




Οι νεότερες ερευνητικές κατευθύνσεις των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών με την έμφαση που δίνουν στην υποκειμενικότητα της εμπειρίας υπογραμμίζουν ότι είναι αδύνατη η οποιαδήποτε μορφή αυθεντίας[1], τοποθέτηση η οποία εκφράζει σε μεγάλο βαθμό και τους σύγχρονους αρχιτεκτονικούς προβληματισμούς. Θεωρούμε πως η αποδοχή της σύγχρονης κατοίκησης ως σύνθετης πολυπολιτισμικής έκφρασης της κοινωνίας αποτελεί θεμέλιο για μια αρχιτεκτονική θεώρηση η οποία υπερβαίνοντας τη κατηγορία της ιδεολογίας και της επιστημονικής αυθεντίας δεν επιβάλει έναν παραδειγματικό τρόπο ζωής αλλά συνθέτει και αναδεικνύει υφιστάμενες πρακτικές κατοίκησης. Κεντρικός θεωρητικός άξονας για τη συγκεκριμένη πρόταση τοποθετήθηκε η θέση του Pierre Bourdieu, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος, το υποκείμενο δηλαδή της κοινωνίας, τοποθετείται στο κέντρο της κοινωνικής διαδικασίας από τη στιγμή που μπορεί μέσα από πρακτικές[2] να δημιουργεί τις δικές του ταξινομίες δηλαδή τις δικές του συμβολικές αναπαραστάσεις που δεν αντανακλούν απλώς τις ιδέες του για τον κόσμο αλλά κάνουν τον κόσμο[3].

Αρχικός στόχος ήταν η διερεύνηση των διαφόρων συλλογικών πρακτικών κατοίκησης μέσα από μια αναδρομή στην ιστορία του πολιτισμικού φαινομένου της κατοίκησης στον Δυτικό πολιτισμό και την Ελλάδα ειδικότερα. Οι έρευνες της ψυχολόγου-κοινωνιολόγου Monique Eleb Vidal και των αρχιτεκτόνων Anne Debarre-Blanchard και Άννης Βρυχέα[4] παράλληλα με μια εκτενή βιβλιογραφία πάνω στην ελληνική πραγματικότητα[5] ανέδειξαν την ιστορική και κοινωνική σημασία της πολυκατοικίας και της μονοκατοικίας ως δύο πρακτικών κατοίκησης με ιδιαίτερες πολιτισμικές προεκτάσεις που συνυπάρχουν στην νεότερη αστική κοινωνία από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα.

Έτσι οδηγηθήκαμε στην αποδοχή των δύο αυτών διακριτών πρακτικών κατοίκησης και κρίναμε απαραίτητο την αρχιτεκτονική σύνθεσή τους σε ένα ενιαίο σύνολο το οποίο σηματοδοτεί την συνύπαρξη κοινωνικών και πολιτισμικών διαφορετικοτήτων. Αυτές οι δύο πρακτικές κατοίκησης διαμόρφωσαν τα δύο βασικά μέτωπα του συγκροτήματος στις οδούς Μυλλέρου και Μαραθώνος.

Παράλληλα θεωρήσαμε πως πέρα από την έκφραση και την ανάδειξη των υφιστάμενων πρακτικών κατοίκησης έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί από το κοινωνικό σώμα, ο αρχιτέκτονας μπορεί να συμβάλει στην δημιουργία του πολιτισμού της κατοίκησης προτείνοντας εναλλακτικούς τρόπους κατοίκησης που λειτουργούν σημειακά και βελτιώνουν την ποιότητα του συνολικού κτιριακού συγκροτήματος. Τα σημεία εναλλακτικής κατοίκησης εντοπίστηκαν στις περιοχές που αναφέρονται στον αίθριο χώρο κεντρικά του οικοδομικού τετραγώνου και επιχειρούν να νοηματοδοτήσουν έναν χώρο που η συλλογική πρακτική της κατοίκησης δεν έχει καταφέρει ως σήμερα να χειριστεί δημιουργικά οδηγώντας στις συμβατικές επιλύσεις του γνωστού «ακάλυπτου χώρου».

Κεντρικός στόχος της πρότασης ήταν η συγκρότηση ενός κτιριακού συνόλου που ανταποκρίνεται δημιουργικά στις υφιστάμενες πρακτικές κατοίκησης αποδεχόμενο την πολυπλοκότητα της καθημερινής εμπειρίας και προτείνει διαφορετικούς τρόπους κατοίκησης- η διαφορετικότητα όντας οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική- συμβάλλοντας στην αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικοτήτων της σύγχρονης μεγαλούπολης.

Στο κτίριό μας υπάρχουν τα παρακάτω τρία σενάρια κατοίκησης:

Σενάριο Α
Το αστικό διαμέρισμα. Το πρώτο σενάριο εκφράζει σαφώς μία αστική συνείδηση. Συνεχίζει την παράδοση της πολυκατοικίας του 20ου αιώνα με όλες τις αξίες που έχει αυτή (οικονομία, τυποποίηση, πυκνότητα). Εκφράζει τον κάτοικο που θέλει να μένει στην πόλη, ο οποίος επιθυμεί την απομόνωση και ταυτόχρονα θέλει να αναφέρεται στην πόλη. Κατοικίες των 60 και 90 τ.μ. μαζί με τα καταστήματα αναπαριστούν το αστικό τοπίο της συλλογικής συνείδησης.

Σενάριο Β
Η μονοκατοικία. Οι κατοικίες που ανήκουν σε αυτόν τον τύπο έχουν ανεξάρτητη είσοδο από το δρόμο, ανεξάρτητη θέση στάθμευσης, προκήπιο, αίθριο, μικρή πισίνα. Επίσης ανεξάρτητη είναι η κατακόρυφη επικοινωνία. Η ανάγκη που υπάρχει από πολλούς σήμερα για μία τέτοια κατοικία, ανάγκη που σχετίζεται από μια διάθεση ιδιωτικότητας, ανεξαρτησίας, προσωπικής έκφρασης είναι σημαντική και θέλαμε να τονιστεί. Ακόμα και η αναφορά σε παλαιότερες τυπολογίες κατοίκησης (ισόγειο σπίτι με αυλή) στο κέντρο της Αθήνας πιστεύουμε ότι πρέπει να βρει τη θέση της στη σύγχρονη πόλη. Το Μεταξουργείο όπως και άλλες γειτονιές του ιστορικού κέντρου έχουν ένα χαρακτήρα ο οποίος δεν προκύπτει μόνο από μορφές αλλά κυρίως από ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το σενάριο Β επανερμηνεύει ένα τέτοιο τρόπο ζωής και συνδιαλέγεται με το παρελθόν. Η σύγχρονη ζωή συναντά την ιστορία της.

Σενάριο Γ
Η εναλλακτική κατοικία. Ο τρίτος τύπος εκφράζει την πρότασή μας για μία κατοικία στο κέντρο της πόλης η οποία προβάλει έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Είναι ένας τρόπος ζωής που αναιρεί τις συμβάσεις ανάμεσα στην εργασία και τη κατοικία, στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Είναι χώροι οι οποίοι λειτουργούν με το όριο του μέσα και του έξω, αποκτούν υβριδική ταυτότητα, ενσωματώνουν πολλαπλές χρήσεις και προβάλλουν διαφορετικά πρόσωπα στην πόλη. Είναι κατοικίες-εργαστήρια που απευθύνονται κυρίως σε καλλιτέχνες οι οποίοι θέλουν να ζουν και να δουλεύουν στον ίδιο χώρο, να μπορούν εύκολα να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, να επικοινωνήσουν άμεσα με το κοινό, να απευθυνθούν στην δυναμικά πόλη.

Κώστας Τσιαμπάος - Μυρτώ Κιούρτη (Aπό το κείμενο του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού της ΓΕΚ) 



[1] Erickson, P., Murphy, L., Ιστορία της Ανθρωπολογικής Σκέψης, [1998], Κριτική, Αθήνα, 2002, σελ. 197.
[2] Bourdieu, P., Le sens pratique, Minuit, Paris, 1990, σελ.89.
[3] Erickson, P., Murphy, L., Ιστορία της Ανθρωπολογικής Σκέψης, [1998], Κριτική, Αθήνα, 2002, σελ.200.
[4] Eleb-Vidal, M., Debarre-Blanchard, A., L’ invention de l’ habitation moderne Paris 1880-1914, Hazan, CEE, 1995, όπως επίσης Eleb-Vidal, M., Debarre-Blanchard, A., Architectures de la vie privée, maisons et mentalités, XVIIe-XIXe siècles, Archives d’ Architecture Moderne, Bruxelles, 1989 και Βρυχέα, Α., Κατοίκηση και Κατοικία, Διερευνώντας τα όρια της αρχιτεκτονικής, Γράμματα, Αθήνα, 2003.
[5] Ενδεικτικά αναφέρονται τα: Αντωνοπούλου, Σ., Ν., Ο μεταπολεμικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας και το οικιστικό φαινόμενο, 1950-1980, Παπαζήση, Αθήνα, 1991, και Μαρμαράς, Μ., Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα, 1991.

Δεν υπάρχουν σχόλια: