26 Απριλίου 2010

Ριζοσπαστική επιστροφή / II







Ο κύριος Γιώργος γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της Ιθάκης. Η οικογένειά του ήταν αγροτική και χαμηλού εισοδήματος. Στα δώδεκά του κέρδισε μια υποτροφία, έφυγε από την Ιθάκη, για να φοιτήσει στην πόλη και αργότερα στο εξωτερικό. Στο χωριό του δεν γύρισε ποτέ. Σε μεγάλη πλέον ηλικία αποφάσισε να χτίσει ένα εξοχικό σπίτι στο νησί του. Στην ερώτηση γιατί θέλει να χτίσει αυτό το σπίτι απάντησε μέσα από την ποιητική του συλλογή με τίτλο: «Προς το σπίτι μου».

Μέσα από εκτεταμένες συνεντεύξεις φάνηκε ότι η βίαιη αποκοπή του κύριου Γιώργου σε μικρή ηλικία από την οικογένειά του και τον τόπο καταγωγής του υπήρξε τραυματική. Η ψυχική σύνδεση με τον τόπο καταγωγής ήταν σε όλη του τη ζωή ανεκπλήρωτο αίτημα. Ο σχεδιασμός του σπιτιού στην Ιθάκη στόχευσε στην ανασύνθεση του τραυματισμένου ψυχικού τόπου.

Το σπίτι, ένας απλός παραλληλεπίπεδος όγκος, έσπασε και ενσωμάτωσε το κενό. Το σημείο διάρρηξης του όγκου μετασχηματίστηκε σε είσοδο του κτιρίου. Στην κενή αυτή περιοχή αναπτύσσεται ελεύθερα το φυσικό τοπίο του νησιού. Γύρω του οργανώνεται το σύνολο της κατοικίας. Η διάρρηξη, το κενό, πληρώνεται έτσι με την παρουσία της μητρικής γης και είναι αυτή που ανασυνθέτει πλέον σε ένα ενιαίο αδιατάρακτο όλον το οικιακό τοπίο.

 Επίλογος
Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι. Ούτε πού ήμουν πριν, ούτε πώς βρέθηκα καθισμένος διπλοπόδι στην πλάτη της χελώνας.
...
-Οίκαδε; είπα, έτσι για να πω κάτι.
Δεν γύρισε να με κοιτάξει, σαν να μην άκουσε ή σαν να μην την ενδιέφερε καθόλου.
...-Μικρός, είπα πάλι, έτσι για να πω κάτι, σκάλιζα στον ύπνο μου ένα κεραμύδι. Ξανθό, βυζαντινό. Στην κυρτή επιφάνεια έφτιαχνα τον ήλιο που ανέτειλε κι ανέβαινε στο
στερέωμα.
...
-Στην κοίλη επιφάνεια σκάλιζα τον ήλιο που έγερνε στη δύση. Κάθε βράδυ σκάλιζα κάμποσο και το πρωί ξυπνούσα κατάκοπος, είπα και σύρθηκα πιο κοντά της.
-Με το που το τελείωσα είχα γίνει σχεδόν έφηβος. Έφυγα από το σπίτι και δεν σκάλισα ξανά το κεραμίδι.
...
Ψηλά στο στερέωμα ακούστηκε το γραμόφωνο της πούλιας, σε άλλο μοτίβο τώρα...
εκεί που ήλιος δε βαρεί
και πέρδικα δεν κράζει.
Αμέσως αναγνώρισα την φωνή της κοπέλας, κι ας μην την είχα ποτέ ακούσει.
...
Πετάχτηκα όρθιος, με κίνδυνο να χάσω την ισορροπία μου από τα πέρα-δώθε της χελώνας και να γκρεμοτσακιστώ, και προσπάθησα να την φωνάξω. Όμως δεν ήξερα
τ’ όνομά της κι η φωνή μου δεν έβγαινε.
...
Ώσπου ξαφνικά ξεχύθηκε απ’ τα χείλη μου βροντερή και ξεκάθαρη κραυγή:
-Gloria, Gloria Mundi! Gloria Domi!
Σαν απ’ τον ουρανό έπεσε η κοπέλα με ορμή στην αγκαλιά μου αλαλάζοντας:
-οίκαδε! οίκαδε!
...

Δεν υπάρχουν σχόλια: