29 Σεπτεμβρίου 2010

ΠΡΙΝ ΤΗ ΜΟΡΦΗ

Σε ένα από τα επεισόδια της σειράς the Simpsons πρωταγωνιστής είναι ο γνωστός αρχιτέκτονας Frank Gehry. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο ανάμεσα στα άλλα σχολιάζεται η διαδικασία σχεδιασμού που ακολουθεί ο αρχιτέκτονας από την πρώτη σκέψη μέχρι την κατασκευή του κτηρίου. Στην αρχή του επεισοδίου, φαίνεται ο αρχιτέκτονας έξω από το σπίτι του να διαβάζει ένα γράμμα. Το γράμμα αναφέρεται σε ένα αίτημα προς τον Gehry να σχεδιάσει μία αίθουσα συναυλιών στην πόλη (Λος Άντζελες). ο αρχιτέκτονας αφού το διαβάσει, τσαλακώνει το χαρτί και το πετάει. Η μορφή του τσαλακωμένου χαρτιού αμέσως του δίνει την έμπνευση. Έτσι βλέπουμε πώς ένα τσαλακωμένο χαρτί αποτελεί για τον Gehry την έμπνευσή για ένα νέο κτήριο και οδηγεί στον σχεδιασμό μιας νέας μορφής. Στη συνέχεια του επεισοδίου βλέπουμε πως κατά τη διάρκεια της κατασκευής ένα «κανονικό» κτήριο σχεδιασμένο με βάση έναν ορθογωνικό κάνναβο, παραμορφώνεται όπως παραμορφώνεται και τσαλακώνεται ένα κομμάτι χαρτί για να προκύψει η νέα μορφή. Η δομή του κτηρίου είναι πλέον έτοιμη και αρκεί η κάλυψη της εξωτερικής επιφάνειάς του ώστε αυτό να ολοκληρωθεί και να λειτουργήσει. Η παραπάνω περιγραφή όπως γίνεται στη σειρά είναι βέβαια φανταστική αλλά έχει ενδιαφέρον ότι μιλάει με μια απλή και άμεση γλώσσα για μία θεωρία αρχιτεκτονικού σχεδιασμού η οποία έχει βάση και αφετηρία της την αποκλειστική σχεδόν ενασχόληση με την εξωτερική μορφή. Ας δούμε όμως τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματικότητα με παράδειγμα το γνωστό μουσείο στο Bilbao, ένα έργο του 1997. Πράγματι η πρώτη κίνηση του Gehry είναι το σκίτσο. Ένα σκίτσο το οποίο δεν περιγράφει μία κάτοψη ή μία λειτουργική σχέση αλλά την συνολική εξωτερική μορφή του κτηρίου. Ένα σκίτσο το οποίο αναζητάει έναν τρισδιάστατο όγκο ο οποίος αναπτύσσεται στον χώρο. Όπως αναφέρει ο αρχιτέκτονας:

Σκέφτομαι τα σκίτσα μου σαν γρίφους τα οποία δεν σημαίνουν τίποτα για κάποιον άλλον παρά μόνο για εμένα […] Αυτή η επιτυχημένη ισορροπία ανάμεσα στο μάτι και το χέρι οδηγεί πρώτα σε μια εφήμερη εικόνα και αυτή με τη σειρά της οδηγεί στο κτήριο.

Το μάτι και το χέρι οδηγούν στο σκίτσο το οποίο κάποια στιγμή φτάνει σε μία μακέτα εργασίας. Αυτό είναι και το πεδίο πάνω στο οποίο δουλεύεται και ολοκληρώνεται η εικόνα του κτηρίου. Στη μακέτα εργασίας λαμβάνονται οι τελικές αποφάσεις και το κτήριο προσεγγίζει την τελική του μορφή. Αυτή η τελική εκδοχή της μακέτας εργασίας δίνει τη θέση της σε μία μακέτα μεγάλης κλίμακας και μεγάλης ακρίβειας. Αφού έχει ολοκληρωθεί η μακέτα, αφού έχει ελεγχθεί «με το μάτι και το χέρι», όπως ανέφερε ο Gehry, η μακέτα σκανάρεται με τρισδιάστατους σαρωτές και μεταφέρεται στον υπολογιστή σε ψηφιακή μορφή. Όπως είναι γνωστό ο Gehry χρησιμοποιεί ένα πρόγραμμα το οποίο εφευρέθηκε για την κατασκευή αεροσκαφών. Το CATIA μπορεί να χειριστεί εξαιρετικά σύνθετες μορφές και να τις υπολογίσει στατικά μέσω ανάλυσης πεπερασμένων στοιχείων ώστε να είναι έτοιμες να περάσουν στην κατασκευή.

Την ίδια ακριβώς χρονιά, το 1997, ένα άλλο αρχιτεκτονικό γραφείο ακολουθεί μία αντίστροφη πορεία. Οι Sulan Kolatan και William MacDonald ξεκινούν με αφετηρία τους λειτουργικά διαγράμματα όπου αποτυπώνουν σχέσεις και αντιστοιχίες ανάμεσα σε προγραμματικά στοιχεία που δομούν τον χώρο. Στη μελέτη τους για το διαμέρισμα Ο/Κ (από τα αρχικά των ιδιοκτητών) αναλύουν την καθημερινή λειτουργία σε λειτουργικά προφίλ ανεξαρτήτως κλίμακας και είδους. Τα έπιπλα και ο εξοπλισμός του διαμερίσματος μεταφράζονται σε λειτουργικές μονάδες. Έτσι π.χ. δεν υπάρχει η έννοια «καρέκλα» αλλά ένα επίπεδο όπου κάθεται κανείς και ένα επίπεδο όπου στηρίζει την πλάτη του. Αντίστοιχα δεν υπάρχει μπάνιο ή νιπτήρας αλλά επιμέρους κοιλότητες όπου κανείς πλένει τα χέρια του ή το σώμα του. Τα παραπάνω εμφανίζονται με τη μορφή διαφορετικών προφίλ, τα οποία αποτελούν ουσιαστικά ιδεογράμματα λειτουργιών, διατομές οι οποίες μέσα από μια ανθρωπομετρική διαδικασία συνδιαλέγονται με τον χώρο. Το επόμενο βήμα είναι η δημιουργία πρωτοκόλλων διασύνδεσης των παραπάνω προφίλ ανάλογα με τις λειτουργικές ανάγκες των δύο κατοίκων. Οι προγραμματικές και λειτουργικές ιδιότητες των προφίλ καθορίζουν συνδέσεις και συνέχειες μεταξύ τους με αποτέλεσμα να προκύπτουν διασταυρούμενες σχέσεις. Μέσα από προγράμματα animation όπως το Maya, είναι δυνατή η παραγωγή σύνθετων υβριδικών μορφών (αυτό που αποκαλείται morphing). Αυτές οι νέες μορφές μπορούν άμεσα να προχωρήσουν στην κατασκευή. Στη συγκεκριμένη κατασκευή το υλικό που χρησιμοποιήθηκε ήταν fiberglass το οποίο εκχύθηκε σε καλούπια και στερεοποιήθηκε όπως θα συνέβαινε και στην κατασκευή μιας βάρκας. Σε όλη την παραπάνω διαδικασία ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ήταν αυτός που παρήγαγε τη μορφή. Η μορφή δεν προϋπήρχε στο μυαλό των αρχιτεκτόνων ούτε καν αναζητήθηκε μέσα από σκίτσα ή μακέτες αφού αυτό που ενδιέφερε ήταν οι λειτουργική «απόδοση» του χώρου και όχι η μορφή του. Η τελική μορφή προέκυψε ως ένα υβρίδιο το oποίο συνδέεται παραμετρικά με τα αρχικά δεδομένα και εξαρτάται άμεσα από αυτά. Οι αρχιτέκτονες μπορούσαν να παρέμβουν μόνο τοπικά αλλάζοντας τις τιμές ή τις παραμέτρους ώστε να διαμορφώσουν και να κατασκευαστούν σύνθετα «οικιστικά τοπία» όπως ονομάζονται.

Συνοψίζοντας τα δύο παραπάνω παραδείγματα θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τα εξής: Στον Gehry αφετηρία είναι το σκίτσο ενώ στους Kolatan/MacDonald το διάγραμμα. Για τον Gehry η μορφή είναι αποτέλεσμα έμπνευσης, ταλέντου, ατομικής έκφρασης. Για τους Kolatan/MacDonald η μορφή είναι αποτέλεσμα ανάλυσης δεδομένων, μεθόδου και υπολογιστικής διαδικασίας. Έτσι στη μία περίπτωση η μορφή προϋπάρχει στο μυαλό του αρχιτέκτονα και η λειτουργία ακολουθεί, ενώ στην άλλη η λειτουργία αναλύεται και η μορφή προκύπτει ως αποτέλεσμα εκ των υστέρων. Αυτό κάνει και την σχεδιαστική διαδικασία που ακολουθεί ο Gehry προσωπική και ανεπανάληπτη ενώ στην άλλη περίπτωση η σχεδιαστική διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί μέσα από συγκεκριμένα πρωτόκολλα λειτουργίας και τεχνικές.

Μιλάμε για δύο έργα του 1997. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι τα δύο έργα ανήκουν στο ίδιο ρεύμα ή στυλ, έχουν την ίδια φιλοσοφία (αποδόμηση, Blob, πτύχωση?). Μόνο όμως όταν δει κανένας προσεκτικά και μελετήσει αυτό που βρίσκεται πίσω από το προφανές καταλαβαίνει τι γίνεται. Η θεωρία του σχεδιασμού έρχεται εδώ να φωτίσει τις αρχές και τη διαδικασία του σχεδιασμού και να αναδείξει τις θεμελιώδεις διαφορές.

Η παραπάνω διαπίστωση ισχύει σε κάθε περίπτωση. Είτε μιλάμε για σύγχρονους αρχιτέκτονες είτε όχι. Στους κύκλους της Deutscher Werkbund ο Henry van de Velde πίστευε ότι:

Ο καλλιτέχνης είναι ουσιαστικά και εσωτερικά παθιασμένος ατομιστής, αυθόρμητος δημιουργός. Ποτέ, εσκεμμένα, δεν θα υποταχθεί σε μια πειθαρχία που του επιβάλλει έναν γνώμονα, έναν κανόνα.

Ενώ ο Hermann Muthesius υποστήριζε ότι:

Η αρχιτεκτονική και ολόκληρη η σφαίρα δραστηριότητας του Werkbund τείνει προς την τυποποίηση. Μόνο με την τυποποίηση μπορούμε να επανακτήσουμε την οικουμενική σημασία που κατείχαν οι εποχές με αρμονικό πολιτισμό.

Αντίστοιχα μέσα στην ίδια σχολή του Bauhaus ο Johannes Itten έλεγε για το πώς:

Αν ένα γνήσιο συναίσθημα πρέπει να εκφραστεί με μια ευθεία ή ένα επίπεδο, το συναίσθημα αυτό πρέπει πρώτα ν’ αντηχήσει μέσα στον καλλιτέχνη. Βραχίονας, χέρι, ακροδάχτυλο, ολόκληρο το σώμα πρέπει να έχουν διαποτιστεί από το συναίσθημα.

Κάτι που δεν θα το δέχονταν ο Hannes Meyer ο οποίος διακήρυττε ότι:

Δεν επιδιώκουμε το στυλ Bauhaus ούτε τη μόδα Bauhaus ούτε την οριζόντια-κατακόρυφη νέο-πλαστικότητα […] ο σχεδιασμός μας δεν υπαγορεύεται από τον ρυθμό ούτε από την ιεραρχία […] η τέχνη του Bauhaus περιφρονεί την ψεύτικη ευαισθησία που καλείται ταλέντο.

Εκείνη την εποχή ο Mendelsohn και o Gropius, αν και θεωρούνται και οι δύο μοντέρνοι αρχιτέκτονες, έκαναν εμφανείς τις διαφορετικές προσεγγίσεις του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού. Έτσι, ενώ για τον Mendelsohn η μορφή είναι η αφετηρία και ο στόχος για τον Gropius η λειτουργία αποτελεί τη μοναδική βάση του σχεδιασμού. Για τον Mendelsohn η αρχική κίνηση είναι το σκίτσο, ένα σκίτσο της εξωτερικής μορφής το οποίο υλοποιείται στον χώρο. Για τον Gropius - ή μάλλον για τον συνεργάτη του Neufert ο οποίος βρίσκεται πίσω από τον σχεδιασμό του κτηρίου στο Dessau - η αρχική κίνηση είναι η λειτουργία. Ο υπολογισμός των παραμέτρων που θα κάνουν το κτήριο να ικανοποιεί τις ανάγκες με τον καλύτερο τρόπο. Η μορφή του κελύφους στη μία περίπτωση, η λειτουργία του χώρου στην άλλη. Η εξωτερική εικόνα στη μία περίπτωση, η εσωτερική οργάνωση στην άλλη.

Μέσα από μία αντιμετάθεση οδηγούμαστε ξανά στην αρχή. Η αναζήτηση της ιδανικής μορφής ή η αναζήτηση της ιδανικής λειτουργίας εκφράζουν δύο αντιδιαμετρικές θέσεις. Σημασία δεν έχει η ίδια η μορφή (αυτή μπορεί εύκολα να παραπλανήσει) αλλά αυτό που υπάρχει πριν τη μορφή, δηλαδή η σκέψη, η θεωρία η οποία την παράγει. Αυτή περιγράφει το πλαίσιο και τα όρια, αυτή ορίζει τους στόχους και τις επιδιώξεις σε κάθε περίπτωση. Μόνο μέσα από τη γνώση της θεωρίας της αρχιτεκτονικής μπορεί κανείς να κρίνει έγκυρα αυτό που έχει απέναντι του και κατ’ επέκταση να στοχαστεί πάνω σε αυτό που έχει μπροστά του. Αυτό δηλαδή που σχεδιάζει ο ίδιος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: