27 Μαΐου 2014

10 χρόνια αρχιτεκτονικού λαϊκισμού

1ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΜΕΤΑΞΥ 20ού ΚΑΙ 21ου ΑΙΩΝΑ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ο αρχιτεκτονικός λόγος είναι ένας προγραμματικός λόγος με την έννοια ότι συχνά εκφράζει σαφείς θέσεις, ασκεί έντονη κριτική, προτείνει συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Εστιάζοντας στην περίοδο από το 2004 έως το 2014 θα επικεντρώσω την έρευνά μου στο πεδίο μιας γνώριμης αρχιτεκτονικής ‘διαμάχης’ στην οποία εμπλέκονται δύο συγκρουόμενες ρητορικές, δύο αυτοπεριχαρακωμένα και αλληλοαποκλειόμενα προγραμματικά ‘στρατόπεδα’: στο Α οι νεωτεριστές της μορφής, οι ανανεωτές του σχεδιασμού, τα μέλη μιας διεθνούς πρωτοπορίας. Υποτιμούν όσους δυσκολεύονται να αλλάξουν και να ‘εκσυγχρονιστούν’, όσους αναπαράγουν δομές και μορφές που έρχονται από το παρελθόν, όσους επιμένουν σε μια αισθητική τοπική ή ‘επαρχιώτικη’. Στο Β οι ντόπιοι θεματοφύλακες της σχεδιαστικής ‘καθαρότητας και ειλικρίνειας’, οι υπερασπιστές της κατασκευαστικής ‘αλήθειας’. Καταγγέλλουν όσους ‘αλλοτριώνονται’ από τις πρόσκαιρες διεθνείς τάσεις, όσους δέχονται άκριτα επιρροές και μόδες διεθνείς ή ‘παγκοσμιοποιημένες’.

Θα εξετάσω το παραπάνω σχήμα ‘Α εναντίον Β’[1] με στόχο να υποστηρίξω ότι αν και οι δύο αυτές ρητορικές εμφανίζονται να συγκρούονται έχουν ωστόσο μια κοινή αφετηρία η οποία συνδέεται με μια απλοϊκότητα και υπεραπλούστευση, μια συνειδητή απόρριψη ενός σοβαρού και συγκροτημένου θεωρητικού λόγου. Και θα το κάνω αυτό έχοντας κατά νου τη σύγχρονη βιβλιογραφία για τον λαϊκισμό, από τις γενικότερες πολιτικές θεωρήσεις μέχρι τις πιο εντοπισμένες αρχιτεκτονικές.[2] Αποδεχόμενος την πανθομολογούμενη δυσκολία να οριστεί ο όρος λαϊκισμός με ακρίβεια και σαφήνεια - υιοθετώντας δηλαδή τον χαρακτηρισμό του λαϊκισμού από τον Arditi ως ‘anexact object’[3] - θα επιχειρήσω να αναδείξω περιοχές του αρχιτεκτονικού λόγου όπου ο λαϊκισμός εμφανίζεται εκούσια ή ακούσια.[4]

Μελετώντας το Α θα αναφερθώ σε πρόσφατες κριτικές αναγνώσεις μιας star αρχιτεκτονικής πρακτικής και συγκεκριμένα στο γραφείο του Bjarke Ingels, BIG. Όσον αφορά στο Β το πρωτογενές πεδίο έρευνάς μου θα είναι ο ιστότοπος greekarchitects.gr ο οποίος τα τελευταία χρόνια αποτελεί το πλέον διαδεδομένο ηλεκτρονικό μέσο για την αρχιτεκτονική στον ελληνικό χώρο λειτουργώντας ως ένας δημόσιος χώρος ο οποίος χαρακτηρίζεται από μαζική, μη ιεραρχημένη συμμετοχή, νεότερων και μεγαλύτερων αρχιτεκτόνων, φοιτητών, καθηγητών, κ.ο.κ.. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ανάλυσή μου θα ακολουθήσει τις μεθόδους της ποιοτικής κοινωνικής έρευνας εντοπίζοντας στον προφορικό λόγο των αρχιτεκτόνων όπως αυτός αναπτύσσεται μέσα από βίντεο ανηρτημένα στο GRATV, σε συνεντεύξεις, συζητήσεις, παρουσιάσεις, ημερίδες σχετικές με την αρχιτεκτονική. Εδώ, συνειδητά επιλέγω να αγνοήσω τη σημασία της ταυτότητας του εκάστοτε αρχιτέκτονα με σκοπό να εστιάσω σε ευρύτερα ρητορικά σχήματα, νοοτροπίες και αντιλήψεις, καθώς και συναισθηματικές ή συμβολικές/φαντασιακές προβολές και αναπαραστάσεις οι οποίες εμφανίζονται κατ’ επανάληψη και οριζόντια, ανεξαρτήτως επιμέρους θέσεων και προσώπων.[5]

Α
 
Ο δημαγωγός προσπαθεί να ακούγεται τόσο κουτός όσο και οι ακροατές του ώστε αυτοί να νομίζουν ότι είναι τόσο έξυπνοι όσο κι εκείνος. 
Karl Kraus

Αν και η διεθνής αρχιτεκτονική ελίτ προσπαθεί να φαίνεται αποστασιοποιημένη από αναφορές στο ‘ευρύ κοινό’ ή το ‘κοινό γούστο’, δεν είναι λίγες οι φορές που υιοθετεί λαϊκίστικα σχήματα τα οποία στηρίζονται, καταρχάς, σε έναν υπεραπλουστευμένο λόγο.[6] Αυτό είναι προφανές κυρίως στον τρόπο με τον οποίο προβάλλεται η κεντρική ιδέα, η πρώτη σκέψη η οποία θα οδηγήσει, μετά από μια σειρά χειρισμών, στο τελικό αποτέλεσμα.

Αρχιτέκτονες όπως οι BIG προσπαθούν να μας πείσουν πως η απάντηση σε εξαιρετικά σύνθετα ζητήματα (πολεοδομικά, κτηριολογικά, κατασκευαστικά, περιβαλλοντικά, κοκ.) μπορεί να βρίσκεται μέσα σε ένα απλό σχήμα. Ένα σχήμα το οποίο με τρείς-τέσσερις το πολύ κινήσεις, σαν ένα παιδικό παιχνίδι που όλοι μπορούν να καταλάβουν, μετατρέπεται μαγικά σε ένα εντυπωσιακό ‘κτήριο-απάντηση’. Αυτή η ταύτιση μιας απλής (ή απλοϊκής) μορφής με την τελική αποστομωτική απάντηση συμβολίζει την αυταρέσκεια της σίγουρης επιτυχίας: «Είδατε; Είναι τόσο απλό!». Τα συνθετικά διαγράμματα των BIG παίζουν με την ευφυΐα μας, προκαλούν την λογική μας και μας αφήνουν με την απορία: «Μήπως είναι πολύ απλοϊκό για να είναι καλό;». Όπως και να έχει οι BIG μας λένε να μην το σκεφτόμαστε πολύ. Δεν υπάρχει ανάγκη ούτε χρόνος για θεωρία, κριτική ή έρευνα. Η λύση πρέπει να μοιάζει τολμηρή, δυνατή, προφανής, αναπόφευκτη.[7]

Άλλωστε η αποδοχή τέτοιων πρακτικών από αρχιτέκτονες και ευρύ κοινό επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής. Ο ίδιος ο Ingels θα θέσει τον εαυτό του εκτός της ελίτ της αρχιτεκτονικής πρωτοπορίας για να πάρει θέση ανάμεσα στον απλό ‘λαό’ και τις επιθυμίες του.[8] Ως αυθεντικός λαϊκιστής ηγέτης απλοποιεί τα όποια θέματα-αιτήματα και τα επιστρέφει λυμένα στο κοινό του.[9] Γι αυτό και δεν διστάζει, όπως τονίζει ο Fowler, να αυτοχαρακτηριστεί ως ένας ‘Yes Man.’[10] Αυτός ο οποίος απέναντι στο οποιοδήποτε πρόβλημα, όσο σύνθετο και αν αυτό είναι, απαντάει πάντα ‘ναι!’. Ένα ναι το οποίο τελειώνει τη συζήτηση πριν αυτή καλά-καλά αρχίσει, αφοπλίζει τον ανταγωνισμό, ισοπεδώνει τις όποιες πολιτισμικές καταβολές και πολιτικές αφετηρίες.[11]

Η υποβάθμιση της περιπλοκότητας των προβλημάτων στις σύγχρονες, μετανεωτερικές κοινωνίες είναι συνεπώς το πρώτο βήμα για έναν συνεπή νεο-λαϊκιστή, αυτό που θα του εξασφαλίσει μια ανεμπόδιστη πρόσβαση στα διεθνή μέσα επικοινωνίας, ιδιαίτερα τα σύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα με την αμεσότητα που αυτά έχουν. Αν, όπως μας θυμίζει ο Lootsma, η δεκαετία του 1970 και του 1980 είδε την ανάπτυξη της μεταμοντέρνας αρχιτεκτονικής να επωφελείται από την θεαματική πτώση της τιμής των έγχρωμων εκτυπώσεων, τα τελευταία δέκα χρόνια οι νέοι αστέρες εμπιστεύονται απόλυτα τη δύναμη των ηλεκτρονικών ψηφιακών μέσων.[12] Εντυπωσιακές εικόνες, τρισδιάστατες απεικονίσεις, πολύχρωμες όψεις και κολάζ κυριαρχούν ενώ το κείμενο είναι συνήθως μικρό και περιγραφικό χωρίς να είναι και απαραίτητο. Σε αυτά τα μέσα η υποβάθμιση του κριτικού λόγου από αδυναμία γίνεται άποψη αφού ο αντι-διανοουμενισμός είναι ένα κλασικό χαρακτηριστικό του λαϊκισμού.[13]

Το ίδιο το προφίλ ενός νέο-λαϊκιστή, απλό και σύγχρονο, είναι απαραίτητο μέρος της επικοινωνίας. Άλλωστε οι θέσεις μιας ‘κοινής λογικής’ πρέπει να εκφέρονται από έναν ‘καθημερινό άνθρωπο’, ο οποίος (θέλει να φαίνεται ότι) δεν έχει σχέση με παραδοσιακές εικόνες συσχετισμένες με μια αποστασιοποιημένη εξουσία.[14] Ακόμα και αν αυτός είναι ένας υπερ-νεωτερικός επαγγελματίας, νεότερος ή καταξιωμένος star architect, δεν παύει ωστόσο να επιβάλλεται στις αρχιτεκτονικές μάζες όπως ένας πραγματικός λαϊκιστής ηγέτης: έχει πιστούς θαυμαστές που τον ακολουθούν στις διαλέξεις του ή αγοράζουν τα βιβλία του, φίλους δημοσιογράφους που αποθεώνουν την κάθε νέα του κίνηση, φοιτητές που ονειρεύονται να γίνουν interns (δηλαδή άμισθοι βοηθοί), νεαρούς αρχιτέκτονες που θέλουν να ‘μάθουν’ δίπλα του πώς να γίνουν και αυτοί τόσο επιτυχημένοι, αγαπητοί και διάσημοι.

Β
 
Μια κοινότητα είναι ένας τόπος όπου οι άνθρωποι νιώθουν ‘ζεστασιά’ και ‘ασφάλεια’ και όπου υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη.
Zygmunt Bauman

Απέναντι σε ένα μέρος αυτής της νέας διεθνούς σκηνής (το Α), απέναντι σε μια «μορφοπλαστική αρχιτεκτονική που υπερίπταται, αναδιπλώνεται, γυρίζει και σφυρίζει»,[15] αυτό που συχνά αντιτάσσεται (το Β) είναι η υποτιθέμενη αυθεντικότητα, απλότητα, καθαρότητα, αλήθεια μιας άλλης αρχιτεκτονικής· της μοναδικής ‘πραγματικής’ αρχιτεκτονικής την οποία πρέπει «να ξαναδημιουργήσουμε ή να ξαναβρούμε» ενάντια στο «star system της αρχιτεκτονικής».[16]

Η πρώτη κίνηση για να αντιμετωπίσει κανείς αυτό που έρχεται απ’ έξω είναι η κλειστότητα. Όπως γράφει ο Κατσούλης, η οριοθέτηση, ο αποκλεισμός και η καθαρότητα είναι οι όροι που συνιστούν μια οργανική κοινότητα και εξασφαλίζουν την απαραίτητη φυσική αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της.[17] Σε αυτήν την ρητορική το παραδοσιακό, το αυτόχθονο και τοπικό εξιδανικεύεται. Ο «αγνός, λαϊκός αρχιτέκτονας»[18] και η «καλή, αγνή λαϊκή αρχιτεκτονική»[19] εμφανίζονται ως αναπαραστάσεις στον δρόμο προς ένα «σταθερό, προϋπάρχον σύστημα αναφοράς»[20] το οποίο θα μας επιτρέψει να «ξανασυνδεθούμε με το παρελθόν μας»[21] ώστε να «ξαναβρούμε τον εαυτό μας και την αρχιτεκτονική μας».[22]

Αυτή η νοσταλγία ως πολιτιστική αναφορά, ειδικά στην νεοελληνική περίπτωση, είναι ένα συναίσθημα το οποίο εξηγείται, σύμφωνα με τον Δεμερτζή, από την ειδική σχέση του λαϊκισμού με την παράδοση.[23] Τα παραδοσιοκρατικά-λαϊκίστικα συμφραζόμενα περιγράφουν αυτό που ονομάζει ο Taggart ‘heartland’.[24] Το μυθικό λίκνο που δεν έχει ακόμα προσβληθεί από τον πολιτισμό. Την καθαρή περιοχή, χαμένη μέσα στην ίδια τη χώρα, που θέλουμε να ανακαλύψουμε για να δείξουμε πώς ήμασταν και για να πούμε ότι εκεί θα πρέπει να πάμε.[25]

Αυτή η λαϊκιστική ρητορική, όπως γράφει ο Taguieff, μας «συνδέει με την εθνικιστική μυθολογία της ταυτότητας, της ομοιογένειας και της ενότητας των ανθρώπων […] διότι αυτοί οι [λαϊκοί] άνθρωποι είναι ενάρετοι, είναι λογικοί και απλοί και έχουν τη δύναμη να ενώσουν τις εθνικές δυνάμεις».[26] Εδώ είναι που παρεισφρέει και η μεταφυσική αφού μόνο ο αρχιτέκτονας-συνεχιστής της παράδοσης, κατανοεί το «μεταφυσικό νόημα του τόπου»[27], την «ουσιώδη σημασία της έννοιας του τόπου»,[28] «εκείνο που συνταιριάζεται με τον τόπο και τους ανθρώπους του».[29] Τελικά, μόνο αυτός έχει «το θείο δώρο να το κάνει καλά»[30] (την αρχιτεκτονική).

Αυτή η εξιδανίκευση για τα «απλά καθημερινά πράγματα», τα «εφήμερα και αιώνια»[31] δεν αφήνει περιθώρια για αλαζονεία και έπαρση αλλά απαιτεί ταπεινοφροσύνη, «αυτοσυγκράτηση, σεμνότητα, ήθος»[32] λέξεις που «είναι άγνωστες σήμερα».[33] Τα παραπάνω καταλήγουν, όπως και στην περίπτωση Α, σε μια γενικότερη αποστροφή στους θεωρητικούς και τους τεχνοκράτες, άλλο ένα συναφές στοιχείο του ελληνικού λαϊκισμού όπως γράφει ο Πανταζόπουλος.[34] Συστήνεται λοιπόν προσοχή και «οικονομία» στον θεωρητικό λόγο περί αρχιτεκτονικής[35] αφού, όχι ο ειδικός, αλλά «ο μη γνώστης (της αρχιτεκτονικής) είναι ο πιο δύσκολος κριτής», γιατί αυτός «έχει μια ασυνείδητη στάση που έχει μια αγνότητα».[36] Ο «Άνθρωπος με κεφαλαίο Α», «ο άνθρωπος με την ανθρωπιά, αυτός που είναι όλοι οι άνθρωποι μαζί. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια ενός κοινού επιπέδου αντίληψης της αρχιτεκτονικής.»[37]

Ακόμα και ο αρχιτέκτονας-πανεπιστημιακός φτάνει να αντιμετωπίζεται ως εκφραστής μιας κατεστημένης πνευματικής ελίτ, χαρακτηρίζεται ως «βολεμένος δημόσιος υπάλληλος»[38] που δεν έχει σχέση με την πραγματική ζωή και τους πραγματικούς πελάτες σε αντίθεση με τον αρχιτέκτονα-καθημερινό ήρωα ο οποίος «παλεύει με την πιάτσα, την πολεοδομία, τον πελάτη, το εργοτάξιο»[39]. Αυτόν που κάνει μια «ταπεινή αρχιτεκτονική, για ταπεινούς ανθρώπους, με ταπεινά εισοδήματα»[40]. Τον αρχιτέκτονα, δηλαδή, που δεν είναι αρχιτέκτονας - όπως ο πολιτικός που δεν είναι πολιτικός - αλλά ένας απλός καθημερινός άνθρωπος, ένας από τον λαό.

ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ

Η μαζική κουλτούρα είναι μια ανεστραμμένη ψυχανάλυση.
Leo Lowenthal

Στην περίπτωση Α αυτή η «αρχιτεκτονική του πλεονάσματος κεφαλαίου»,[41] όπως εύστοχα ονομάστηκε, προσπαθεί να τροφοδοτήσει «ένα φαντασιακό ανάπτυξης»[42] χωρίς όμως να μας λέει ποιοι και με ποιους όρους μπορούν να συμμετέχουν σε αυτήν, τι συμβιβασμοί και παραδοχές υποκρύπτονται, πόσοι άρρητοι στόχοι καλύπτονται, ποια συμφέροντα εξυπηρετούνται, τι είδους σχέση υπάρχει με την εκάστοτε εξουσία, κοκ. Όλα μοιάζουν απλά και εύκολα, γραμμικά αποτελέσματα ατομικής ικανότητας και εξυπνάδας, ένας ιδιότυπος δαρβινισμός της επικράτησης του ισχυρότερου. Η εμφατική επίκληση του νεωτερικού, του μελλοντικού κλπ. μοιάζει σαν μία αρχιτεκτονική αντανάκλαση του θατσερικού TINA (Τhere Ιs Νo Αlternative): Ο δρόμος προς το αρχιτεκτονικό μέλλον είναι ένας μονόδρομος και θα πρέπει να είσαι πολύ κουτός για να μην τον βλέπεις.

Εδώ, όπως διαπιστώνει ο Lootsma, αυτή η ρητορική του μεταμοντέρνου αρχιτεκτονικού λόγου, υιοθετεί τις λαϊκίστικες στρατηγικές του marketing και της προπαγάνδας για να αποθεώσει τη ‘φυσικότητα’ της αγοράς[43] σε βαθμό που κάθε αντίσταση σε αυτήν να θεωρείται αντιδημοκρατική, όπως υπονοεί ο Koolhaas.[44] Η αγορά καταλήγει να θεωρείται ‘δημοκρατικότερη της δημοκρατίας’[45] ενώ παράλληλα μετατρέπεται, από έναν κοινό τόπο απασχόλησης για τους πολλούς, σε ένα προνομιακό πεδίο ‘παιχνιδιού’ για τους λίγους.[46]

Από την άλλη, στην περίπτωση Β, η εύκολη απαξίωση του διεθνούς ‘lifestyle’ έχει και αυτή τα δικά της αδιέξοδα. Η καταγγελία των αγορών οι οποίες λειτουργούν «εις βάρος της αρχιτεκτονικής και των κοινωνιών»[47], η επίθεση στον «εκσυγχρονισμό της παγκοσμιοποίησης»[48] και τη «νέα τάξη πραγμάτων»,[49] δεν είναι παρά μια απλοϊκή ανάγνωση εξαιρετικά σύνθετων σύγχρονων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών ζητημάτων.

Επιπλέον, το να θεωρούμε τους κατοίκους, χρήστες ή εντολοδότες της αρχιτεκτονικής ως άβουλους καταναλωτές μιας αγοραίας αρχιτεκτονικής οι οποίοι δεν έχουν την απαιτούμενη ‘παιδεία’ ή ‘καλλιέργεια’ να επιλέξουν την καλή αρχιτεκτονική υποκρύπτει μια απολυταρχική και ελιτίστικη λογική.[50] Απολυταρχική γιατί δεν δέχεται ότι ο ‘λαός’ ή η ‘κοινωνία’ δεν είναι, όπως επισημαίνουν οι Abts και Rummens, μια ομοιογενής κοινότητα με κοινά συμφέροντα και στόχους[51] και ελιτίστικη γιατί ενώ μιλάει στο όνομα της κοινωνίας αυτοεξαιρείται από την διαδικασία της χειραγώγησης και του κοινωνικού ελέγχου σε σχέση με τις αδύναμες και αθώες μάζες.[52] Όπως εύστοχα αναφέρει ο Λιάκος: «Πρόκειται δηλαδή για τη διαδικασία των αντικαθρεπτισμών ή για την παραγωγή μιας διφορούμενης γλώσσας […] με υποσχέσεις προστασίας από την αγορά, που συνδυάζεται όμως με μια οικονομική πολιτική βασισμένη στην αγορά. Η γλώσσα αυτή βρίσκεται σε αντίθεση τόσο με την ηθική οικονομία όσο και με την ελεύθερη αγορά.»[53]

Αντίστοιχα η απόρριψη του μεταμοντέρνου συλλήβδην ή η ριζική αντιπαράθεσή του με ένα εξιδανικευμένο μοντέρνο συσκοτίζει ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Αν αληθεύει ότι «η αρχιτεκτονική του ’30 και του ’60 ήταν για χρήση του κοινωνικού συνόλου και όχι μόνο των λίγων»[54] τότε ποιά θέση έχουν π.χ. μερικά από τα σημαντικότερα έργα του Κωνσταντινίδη, του Βαλσαμάκη, του Ζενέτου; Κατοικίες οι οποίες σχεδιάστηκαν για τους (πολύ λίγους) προνομιούχους εκείνης της εποχής; Άρα, μια ρητορική η οποία δεν μπορεί να αποφύγει τον ‘πειρασμό της αθωότητας’, όπως έλεγε ο Bruckner,[55] και επιμένει να ομαδοποιεί κάποιους αρχιτέκτονες σε «ένα συμπαγές σώμα αγνών ιδεολόγων»[56] οι οποίοι δεν έχουν καμία προνομιακή σχέση με το κεφάλαιο, την (κρατική και ιδιωτική) εξουσία και τις παραγγελίες για έργα που αυτή προσφέρει, μοιάζει να μην είναι σε θέση ούτε καν να εξηγήσει τις αντιφάσεις της.[57]

ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Αλλά όλα τα λαμπρά είναι τόσο δύσκολα όσο και σπάνια.
Σπινόζα, Ηθική

Η αναφορά στον λαϊκισμό είναι σύνθετη υπόθεση. Ο Μουζέλης μας θυμίζει ότι οι ερμηνείες του λαϊκισμού είναι τόσο διευρυμένες που κινδυνεύουν να ταυτιστούν με κάθε ένα πολιτικό ρεύμα.[58] Επίσης ο χαρακτηρισμός από τον Laclau του λαϊκισμού ως empty[59] και floating signifier[60] περιγράφει το πόσο ο λαϊκισμός αναφέρεται πρώτα απ’ όλα σε μια ορισμένη ‘πολιτική λογική’.[61] Παρ’ ότι, όμως, η επίκληση του λαού είναι προβληματική (τί σημαίνει άραγε λαός, και για ποιόν;) το σημαίνον ‘λαός’ δεν είναι δυνατόν, όπως λέει ο Moffitt, να απαλειφτεί από έναν προγραμματικό λόγο.[62]

Παρ’ ότι πολλοί αρχιτέκτονες έχουν επικαλεστεί άμεσα ή έμμεσα τον ‘λαό’, από τον Rudofsky και την ‘αρχιτεκτονική χωρίς αρχιτέκτονες’, τους Smithsons και τις γειτονιές του εργατικού Λονδίνου, τον Giancarlo de Carlo και τον συμμετοχικό σχεδιασμό κ.α. λίγοι προσπάθησαν να μελετήσουν τα λαϊκίστικα συμφραζόμενα αυτών των περιπτώσεων. [63] Ο Justin Fowler, όταν γράφει για τον νέο-λαϊκισμό του Bjarke Ingels, είναι μία τέτοια περίπτωση. Η Deborah Fausch, μία δεύτερη, όταν προσπαθεί να δει π.χ. πως η αναφορά στον λαό διαφέρει στην περίπτωση της Denise Scott Brown σε σχέση με τον Kenneth Frampton.[64]

Τι συμβαίνει όμως με την ελληνική περίπτωση; Αν δεχτούμε ότι Στην Ελλάδα, κυρίως μετά το 1980, υπάρχει, όπως γράφει ο Σταυρακάκης, μια context dependent[65] σχέση εθνικισμού και λαϊκισμού ή ακόμα και μια γενικευμένη populist desire[66], φαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια έχει αναβιώσει ο λαϊκισμός ως ένα ‘σύμπτωμα’ που εμφανίζεται απέναντι σε νέες διεθνείς δυσκολίες και προκλήσεις.[67]

Πώς θα μπορούσαμε να αποφύγουμε, επομένως, την σαγήνη του λαϊκισμού;

Το να υιοθετείται άκριτα κάθε φρέσκια αρχιτεκτονική εικόνα που φτάνει στην οθόνη του υπολογιστή μας ως ‘στυλ’ ή ‘μόδα’ είναι προφανώς κάτι τόσο κοντόφθαλμο και ρηχό που δεν σηκώνει περαιτέρω κριτική. Αλλά και η αντικατάσταση αρχιτεκτονικών διλλημάτων από ηθικά, η αγιοποίηση του ‘αγνού και ηθικού’ αρχιτέκτονα που είναι υπεράνω υποψίας, η αναζήτηση του ‘εχθρού’ και της σύγκρουσης μαζί του και τελικά η επανάληψη του πρωτόκολλου «αποποίηση ευθύνης - καταγγελία - θυματοποίηση - εκδίκηση», που περιγράφει ο Γεροδήμος,[68] δεν βοηθούν στο να προτείνουμε εναλλακτικούς δρόμους. Αντίθετα, επιβεβαιώνουν τις παραδοσιακές νοοτροπίες και δομές τοποθετώντας μας παράλληλα σε έναν παθητικό, αντιδραστικό ρόλο.[69]

Το αρχιτεκτονικό κοινό, είναι σημαντικό, να μην υιοθέτει συναισθηματικές ιδιότητες της μάζας. Να μην κατευθύνεται από ανεπεξέργαστες αντιδράσεις οι οποίες δεν αφήνουν χώρο, όπως περιέγραφε ο Freud, για την αμφιβολία.[70] Να αμφισβητεί τις αυθεντίες και τις βεβαιότητες χωρίς βέβαια να χάνει τον έλεγχο της πραγματικότητας.[71] Να σταθμίζει λογικά τα επιχειρήματά του χωρίς να επαναλαμβάνει εύκολες ‘συνταγές’.[72] Να μην εγκαταλείπει την ιδιαιτερότητα, την ταυτότητα και την ανεξαρτησία του απλά για να νιώσει ότι ‘ανήκει’ κάπου, ότι βρίσκεται ‘σε συμφωνία με’ τα πρότυπά του, όποια και αν είναι αυτά.[73] Να μην υποκύπτει σε ένα εύκολο ‘γιατί όχι;’ αλλά να στοχεύει συνεχώς στο αναστοχαστικό ερώτημα ‘γιατί;’.[74]

Η αρχιτεκτονική ελίτ, από την άλλη, θα ήταν σημαντικό να ξανασκεφτεί ότι ίσως δεν φταίει «ο μεταμοντερνισμός και η σύγχυση των εννοιών που αυτός επιβάλλει»[75] αλλά το «ανεπανόρθωτον της συντελεσμένης παγκοσμιότητας»[76], όπως έγραφε ο Ulrich Beck, και το οποίο θα πρέπει να δεχτούμε ως μια πραγματικότητα. Δεν ισχύει άρα η πρόταση του Lootsma ότι η άνοδος του μεταμοντερνισμού συνδέεται με την άνοδο του λαϊκισμού.[77] Μάλλον, όπως τονίζει ο Žižek, το άγχος του λαϊκιστή να βρεθεί ένας οποιοσδήποτε ‘εχθρός’ είναι που πηγάζει ακριβώς από την άρνηση του να αντιμετωπίσει την πολυπλοκότητα της σύγχρονης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας,[78] την αδυναμία του να δημιουργήσει πραγματικά «νέους κόσμους».[79]

Γι αυτό και δεν βοηθάει το να είμαστε επιφυλακτικοί «απέναντι σε ό,τι εμφανίζεται, αυτοπαρουσιάζεται ως νέο»[80] αλλά έχει σημασία να μπορούμε να το κατανοούμε και να το κρίνουμε με συνέπεια. Χωρίς να θεωρούμε απαραίτητα ότι το ριζοσπαστικό είναι γενικά εκτός της εποχής μας[81] μπορούμε να αφήσουμε, όπως προέβλεπε ο Tafuri, μια υπερφίαλη και επιφανειακή σύγχρονη αρχιτεκτονική να καταρρεύσει μέσα στο ίδιο το σύστημα που την εξέθρεψε.[82] Χωρίς να εγκλωβιζόμαστε σε δίπολα όπως μοντέρνο-μεταμοντέρνο ή δημοκρατία-αγορά,[83] οφείλουμε να επαναφέρουμε το αίτημα για μια όσο το δυνατόν πιο ριζοσπαστική κριτική, το αίτημα για μια θεωρητική εντατικοποίηση του αρχιτεκτονικού λόγου και της σχεδιαστικής πρακτικής. Να ενεργοποιήσουμε, με άλλα λόγια, μια αναθεωρητική ή μεταρρυθμιστική δυναμική, όπως έλεγε ο Klotz, η οποία να είναι, παράλληλα, συμβατή της μεταμοντέρνας μας εποχής.[84] Αυτή η δυναμική - ιδιαίτερα στην Ελλάδα όπου ακόμα και σήμερα οι ‘επαναστάτες’ γίνονται πολύ πιο εύκολα αποδεκτοί στο συλλογικό φαντασιακό[85] ενώ οι μεταρρυθμιστές αντιμετωπίζονται με καχυποψία - δεν έχει αξιοποιηθεί ακόμα όσο θα μπορούσε.[86]

Η αρχιτεκτονική είναι ιδιαίτερα ικανή να ενθουσιάζει και να συναρπάζει ενώ ταυτόχρονα να αυτοπαρουσιάζεται ως ‘αθώα’. Όμως η αρχιτεκτονική ποτέ δεν είναι αθώα. Η δημαγωγία του αρχιτεκτονικού κοινού της, αν μη τι άλλο, είναι βασικό συστατικό της. Ακόμα και αν συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ένας «υγιής λαϊκισμός ο οποίος στοχεύει στη λυτρωτική αναβίωση της πολιτικής και της δημοκρατίας»,[87] σε ότι αφορά τη σκέψη και τη δημιουργία, άρα και την αρχιτεκτονική, ο λαϊκισμός οδηγεί σε έναν λόγο απλοϊκό και άγονο ο οποίος αποτυγχάνει να στοχαστεί και να αμφισβητήσει ουσιαστικά, έναν λόγο ο οποίος μας περιορίζει σε προδιαγεγραμμένες πορείες αντί να μας ανοίγει σε πολλαπλές πιθανές κατευθύνσεις. Ο δικός μας ρόλος, ως αρχιτεκτόνων, είναι να αναζητούμε το περιεχόμενο πίσω από την επιφανειακή ρητορική του γραπτού ή σχεδιασμένου αρχιτεκτονικού λόγου. Ένας ρόλος απαιτητικός και δύσκολος αλλά, αν μη τι άλλο, υπεύθυνος και απελευθερωτικός.

[1] Το σχήμα καθαυτό: ο (καλός) Α εναντίον του (κακού) Β ή το αντίθετο, η πρωταρχική αναζήτηση ενός εχθρού δηλαδή, είναι βασική προϋπόθεση του λαϊκισμού.
[2] Το πιο γνωστό πρόσφατο σχετικό βιβλίο είναι το M. Shamiyeh (επιμ.), What People Want: Populism in Architecture & Design, Birkhauser, Basel, 2005. Σήμερα εξαντλημένο.
[3] Β. Arditi, «Populism as an Internal Periphery of Democratic Politics» στο F. Panizza (επιμ.), Populism and the Mirror of Democracy, Verso, Λονδίνο 2000, σ. 75.
[4] Όπως διαπιστώνουν όλοι όσοι ασχολούνται με το θέμα, ο ορισμός του σύγχρονου λαϊκισμού παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες, αφού ακόμη και φιλελεύθερα ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και πολιτικοί καταφεύγουν συχνά σε λαϊκιστικές ρητορείες.
[5] Βλ. J. Mason, Η διεξαγωγή της ποιοτικής έρευνας, Πεδίο, Αθήνα 2011.
[6] H Canovan αναφέρεται στο πώς ο λαϊκιστής επικοινωνεί χρησιμοποιώντας μια συνθηματική γλώσσα, κάνει απλοϊκές αναλύσεις και προτείνει άμεσες λύσεις. Βλ. Μ. Canovan, «Trust the People! Populism and the Two Faces of Democracy», Political Studies, τομ. 47, τ. 1. 1999, σ. 2-16.
[7] J. Fowler, «Τhe Prince: Bjarke Ingels’s Social Conspiracy», Thresholds, τ. 40/2012, σ. 229.
[8] J. Fowler, όπ.π., σ. 228.
[9] Arditi, όπ.π., σ. 82.
[10] Εξού και το γνωστό Yes is More.
[11] B. Ingels, Yes is More, Taschen, Κολωνία, 2009, (author’s note).
[12] Β. Lootsma, «From pluralism to populism, architectural criticism in times of the internet», SAJ, τ. 3/ 2011, σ. 262.
[13] Α. Πανταζόπουλος, Για το λαό και το Έθνος. Η στιγμή Ανδρέα Παπανδρέου 1965-1989, Πόλις, Αθήνα, 2001, σ. 153.
[14] D. Albertazzi, και D. McDonnell, 2008 «Introduction: The Sceptre and the Spectre» στο Albertazzi και McDonnell. (επιμ.), Twenty-First Century Populism, The Spectre of Western European Democracy, Palgrave Macmillan, Νέα Υόρκη 2008, σ.2.
[15] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε βίντεο του ιστοτόπου www.greekarchitects.gr (GRATV στο εξής).
[16] GRATV.
[17] H. Kατσούλης, «Nεο-λαϊκισμός στην ύστερη νεωτερικότητα», Επιστήμη και Κοινωνία, τ. 12, 2004.
[18] GRATV.
[19] GRATV.
[20] GRATV.
[21] GRATV.
[22] GRATV.
[23] Ν. Δεμερτζής, «Λαϊκισμός και μνησικακία. Μια συμβολή της (πολιτικής) κοινωνιολογίας των συγκινήσεων», Επιστήμη και Κοινωνία, τ. 12, 2004.
[24] P. Taggart, Populism, Open University Press, Buckingham-Philadelphia, 2000.
[25] «This (heartland) is not a Utopia, but a prosperous and harmonious place which is held to have actually existed in the past, but has been lost in the present era due to the enemies of the people». Στο Albertazzi και McDonnell, όπ.π., σ. 5.
[26] P. A. Taguieff, «Political Science Confronts Populism: From a Conceptual Mirage to a real Problem», ΤELOS, τ. 103, 1995, σ. 29.
[27] GRATV.
[28] GRATV.
[29] GRATV.
[30] GRATV.
[31] GRATV.
[32] GRATV.
[33] GRATV.
[34] Πανταζόπουλος, όπ.π., σ. 153.
[35] «Ο λαϊκισμός είναι βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνίας μας. Ο αντιθεωρητικισμός συνώνυμο της ελληνικής αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης.» GRATV.
[36] GRATV.
[37] GRATV.
[38] GRATV.
[39] GRATV.
[40] GRATV.
[41] GRATV.
[42] GRATV.
[43] Lootsma, όπ.π., σ. 254.
[44] Το αντίστοιχο του: ‘All resistance to postmodernism is anti-democratic.’ R. Koolhaas, «The Generic City» στο R. Koolhaas, S,M,L,XL, 010 Publishers, Rotterdam, 1995, σ. 1267.
[45] Lootsma, όπ.π., σ. 261.
[46] Όπ.π., σ. 261.
[47] GRATV.
[48] GRATV.
[49] GRATV.
[50] Όπως γράφει ο Γεροδήμος αναφερόμενος σε κείμενα του αναρχικού χώρου τον Δεκέμβρη του 2008: «People are labelled as ‘productive human-machines’, ‘submissive subjects’, ‘dependent consumers’, ‘the living dead’, ‘merchandise’, etc. doing the right thing by working in order to consume’. At the heart of this logic is the assumption that people at large are unable to engage actively with media output and therefore are overly influenced by it - while the authors are presumably empowered or sophisticated enough to be able to discern that manipulation». R. Gerodimos, «The Ideology of Far Left Populism in Greece: Blame, Victimhood and Revenge in the Discourse of Greek Anarchists», Political Studies, doi: 10.1111/1467-9248.12079.2013, σ. 14.
[51] K. Abts,. και S. Rummens, «Populism versus Democracy», Political Studies, τ. 55 (2), 2007, σ. 421.
[52] Gerodimos, όπ.π., σ. 13.
[53] Α. Λιάκος, «Περί λαϊκισμού»,. Τα Ιστορικά, τομ. 6, τ. 10, 1989, σ. 26.
[54] GRATV.
[55] P. Bruckner, Ο πειρασμός της αθωότητας, Αστάρτη, Αθήνα, 1996.
[56] GRATV.
[57] «Finally, this functional view overlooks the fact that political parties or leaders who employ populism usually do so as a means to acquiring power while attacking the very system that allows them the freedom to exist». Gerodimos, όπ.π., σ. 16.
[58] N. Mouzelis, «On the Concept of Populism: Populist and Clientelist Modes of Incorporation in Semiperipheral Politics», Politics and Society, τ. 1, 1985.
[59] Σημαίνον που δεν είναι τόσο ακριβές και συγκεκριμένο. E. Laclau, «Populism: What’s in a Name» στο F. Panizza, όπ.π., σ. 41.
[60] Σημαίνον που δεν ανήκει σε συγκεκριμένο χώρο (πολιτικό, ιδεολογικό κλπ.) αλλά ‘επιπλέει’, κινείται ελεύθερα. Laclau, όπ.π., σ. 43.
[61] E. Laclau, «Why Constructing a People is the Main Task of Radical Politics», Critical Inquiry, τ. 32(4), 2006, σ. 646-680.
[62] B. Moffitt, «Guess who’s coming to dinner? Populism as the awkward dinner guest of democracy», American Political Science Association (APSA), 2010, σ. 9.
[63] D. Fausch, «She Said, He Said: Denise Scott Brown and Kenneth Frampton on Popular Taste», Footprint, τομ. 5, τ. 1, 2011, σ. 77.
[64] Πως, για παράδειγμα, η πρώτη μιλάει για ‘κοινό’ ή ‘πλειοψηφίες’ ενώ ο Frampton για ‘σιωπηλή πλειοψηφία’ και ‘καταπιεσμένες μάζες’. Πως η πρώτη θεωρεί ότι η λαϊκή κουλτούρα πηγάζει από τα κάτω, συνδέεται με πραγματικές επιθυμίες και προβολές ενώ ο δεύτερος πως η λαϊκή κουλτούρα διαμορφώνεται από τα πάνω, με στόχο να αλλοτριώσει τον λαό ο οποίος είναι ανίκανος να αντιδράσει χωρίς καθοδήγηση. Βλ. Fausch, όπ.π., σ. 78-81.
[65] Y. Stavrakakis, «Religion and Populism in Contemporary Greece» στο Panizza όπ.π., σ. 247.
[66] Stavrakakis, όπ.π., σ. 249.
[67] «Like the Freudian symptom, which designates something internal whose repression makes it appear as foreign to the ego even when it returns once and again, populism as an internal periphery designates political phenomena that develop on the edges or more turbulent regions of democratic politics». Arditi, όπ.π., σ. 75.
[68] Gerodimos, όπ.π., σ. 11.
[69] Ο Γεροδήμος γράφει πως υιοθετώντας μια ψυχαναλυτική οπτική θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την παραπάνω στάση έχοντας κατά νου τον ρόλο και τη θέση της οικογένειας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Βλ. Gerodimos, όπ.π., σ. 13.
[70] S. Freud, Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ, Επίκουρος, Αθήνα 1994 (Πρώτη έκδοση 1921), σ. 19.
[71] Freud, όπ.π., σ. 23.
[72] Ο Freud μας λέει πόσο εύκολα, σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να πείθει κάποιος «αρκεί να παρουσιάζει τα πράγματα με τα πιο έντονα χρώματα, να υπερβάλλει και να επαναλαμβάνει διαρκώς τα ίδια». Freud, όπ.π., σ. 20.
[73] Και το κάνει αυτό «επειδή υπάρχει μέσα του μια ανάγκη να βρίσκεται μάλλον σε συμφωνία παρά σε αντίθεση προς αυτούς, δηλαδή ίσως και ‘ihnen zuliebe’ (για την αγάπη τους, για χάρη τους)». Freud, όπ.π., σ. 39.
[74] «Γιατί όχι, αντί, γιατί σκέτο». GRATV.
[75] GRATV.
[76] «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο νεο-λαϊκισμός είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια να επανορθωθεί το ανεπανόρθωτο: η παγκοσμιοποίηση, η πολυπολιτισμικότητα, η μετανάστευση… κάθε τι που στα μάτια των πολλών αποτελεί την αιτία όλων αυτών που βιώνονται τραυματικά». U. Beck, Τι είναι παγκοσμιοποίηση;: Λανθασμένες αντιλήψεις και απαντήσεις, Καστανιώτης, Αθήνα, 1999, σ. 195.
[77] Lootsma, όπ.π., σ. 258.
[78] S. Žižek, «Against the Populist Temptation», Critical Inquiry, τ. 32(3), 2006, σ. 556.
[79] S. Žižek, First As Tragedy, Then As Farce, Verso, London, 2009, σ. 61.
[80] GRATV.
[81] «Αν μια έκθεση (αρχιτεκτονικής) είναι αρκετά ριζοσπαστική δεν θα μπορέσει να την δεχτεί κανένας.» GRATV.
[82] M. Hays (επιμ.), Architecture Theory since 1968, Columbia Books on Architecture, MIT Press, Cambridge Mass., 1998, σ. 2.
[83] Εδώ διαφωνώ με τον Lootsma όταν αναφέρεται στον Bernays και την μετάβαση από την ‘κουλτούρα της ανάγκης’ στην ‘κουλτούρα της επιθυμίας’. Η επιθυμία, συνειδητή ή ασυνείδητη, είναι τόσο πραγματική όσο η ανάγκη και όχι κατώτερη ούτε δευτερεύουσα. Lootsma, όπ.π., σ. 262.
[84] H. Klotz, Revision der Moderne, Postmoderne Architektur 1960-1980, Prestel/DAM, Μόναχο, 1984.
[85] «Δεν είναι τυχαίο που μέχρι και τη δεκαετία του 1990, σπανίως δε ακόμη και τώρα, σε γιορτές και δεξιώσεις εύπορων μεσο-αστικών οικογενειών των βορείων ή/ και των νοτίων προαστίων της Αθήνας η καταληκτική ευωχία γίνεται υπό τους ήχους της ‘Δραπετσώνας’, παλιότερα μάλιστα και με αντάρτικα». Δεμερτζής, όπ.π., 2004.
[86] «Οι μεταρρυθμιστές, αυτό είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που υπάρχει». GRATV.
[87] Δεμερτζής, όπ.π., 2004.

Δεν υπάρχουν σχόλια: