11 Οκτωβρίου 2014

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΘΕΩΡΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΘΕΩΡΙΑ / Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΤΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΩΝ ΕΜΠ*


Όταν αποφασίσαμε να μαζευτούμε να μιλήσουμε για τον ρόλο της Ιστορίας και της Θεωρίας στις σπουδές αρχιτεκτονικής και ειδικότερα στη Σχολή μας σκέφτηκα πόσο ενδιαφέρον θα είχε να γίνει μια τέτοια συζήτηση και ποιές θα ήταν οι απόψεις των φοιτητών για την αξία της Ιστορίας και Θεωρίας στις σπουδές τους. Σκεφτόμουν ότι για άλλους η αξία αυτή θα ήταν αυτονόητη, όπως είναι για μένα, ενώ για άλλους η αξία αυτή θα ήταν από μικρή έως αμελητέα. Κάποιοι θα θεωρούσαν απαραίτητο ένα ιστορικό-θεωρητικό υπόβαθρο στην πορεία τους να γίνουν αρχιτέκτονες και κάποιοι όχι. Σκεφτόμουν επίσης ότι η φράση του ιστοτόπου της Σχολής: «τα μαθήματα Θεωρίας - Άσκησης διαφέρουν από τα μαθήματα Σύνθεσης και Θεωρίας…» αν και σωστή ως περιεχόμενο πιο πολύ μπερδεύει παρά εξηγεί. 

Καταρχάς να θέσω δύο προτάσεις τις οποίες λαμβάνω ως δεδομένες: α. Η ιστορία και η θεωρία της αρχιτεκτονικής αφορούν στο ίδιο αντικείμενο, είναι συμπληρωματικές πλευρές μιας κοινής περιοχής β. κύριος στόχος και των δύο, όπως και των συνθετικών μαθημάτων, είναι η διδασκαλία της αρχιτεκτονικής.

Πώς, γίνεται κάποιος αρχιτέκτονας; Φαίνεται ότι δεν μπορεί να μάθει κανείς την αρχιτεκτονική από τα βιβλία και μόνο. Δεν αρκεί να διαβάσει. Χρειάζεται η εργαστηριακή δουλειά. Να κάτσει στο σχεδιαστήριο - αυτό που λένε και στούντιο - μαζί με έναν άλλον ο οποίος είναι ήδη αρχιτέκτονας και να ακολουθήσει μια πρακτική μαθητεία. Εδώ μιλάμε για τα συνθετικά μαθήματα.

Όλο αυτό όμως έχει, υποτίθεται, από πίσω του μια μέθοδο, μια θεωρία αλλά πού βρίσκεται αυτή η θεωρία; Ποιά η σχέση της με τον σχεδιασμό; Πού ακριβώς υπάρχει αυτή ως προς το εργαστήριο-σχεδιαστήριο; Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να εξηγήσουμε απόλυτα αυτό που σχεδιάζουμε. Δεν υπάρχει μια άμεση αντιστοίχιση της θεωρίας με τον σχεδιασμό. Άλλωστε δεν σχεδιάζουμε θεωρίες αλλά προβολές και αναπαραστάσεις κτηρίων.

Πώς μπορεί όμως να ελέγξει μια φοιτήτρια ή ένας φοιτητής, να αξιολογήσει αυτό που κάνει αν δεν το συνδέσει με μια θεωρία; Με το αν τον ικανοποιεί; Με το αν ικανοποιεί τον συμφοιτητή του; Τον καθηγητή του; Ποιό είναι το κριτήριο; Ποιά η αντικειμενικότητα; Με άλλα λόγια που θεμελιώνεται όλο αυτό;

Εδώ πλέον τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα τόσο σε σχέση με την αρχιτεκτονική ως γνωστικό αντικείμενο όσο και σε σχέση με τον αρχιτέκτονα: «Είναι η αρχιτεκτονική επιστήμη; Είναι τέχνη; Είναι και τα δύο; Τίποτε από τα δύο;» αλλά και «Είναι ο αρχιτέκτονας επιστήμονας; Είναι καλλιτέχνης; Ποιά η διαφορά αρχιτέκτονα και πολιτικού μηχανικού» κ.ο.κ.;

Τα παραπάνω ερωτήματα έχουν λάβει διάφορες απαντήσεις κατά καιρούς, περισσότερο ή λιγότερο ικανοποιητικές. Παραμένουν όμως ως ερωτήματα και θα παραμένουν προβληματίζοντάς μας ή εγκλωβίζοντάς μας σε έναν νοητικό λαβύρινθο ο οποίος δεν έχει εύκολες διεξόδους. Σε τέτοιες περιστάσεις που ο κλοιός αρχίζει να σφίγγει και τα όρια αν και συνεχώς μετακινούμενα αρχίζουν φαντάζουν ολοένα και πιο ασφυκτικά, πάντα χρησιμεύει μια ‘πτήση’ εκτός του δεδομένου πλαισίου· μια κίνηση ‘out of the box’, που λέμε, ‘εκτός του κουτιού’. Αυτή η μετατόπιση μπορεί να γίνει μέσα από μια αναλογία η οποία θα μας πάει σε ένα άλλο γνωστικό αντικείμενο, ένα άλλο παράδειγμα εκτός αρχιτεκτονικής το οποίο θα μου επιτρέψει να μιλήσω για την αρχιτεκτονική.

Αυτό το παράδειγμα το παίρνω έτοιμο από την εξής φράση: «Η αληθινή ιστορία […] εμφανίζεται ως ένα είδος ψυχανάλυσης, που σου επιτρέπει να αποκτήσεις την ελευθερία σου.» Αυτή είναι μια φράση από ένα γνωστό σε όλους μας βιβλίο, την ελληνική έκδοση του βιβλίου Ιστοριογραφία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής του Παναγιώτη Τουρνικιώτη.[1] Ο Τουρνικιώτης το αναφέρει αυτό γράφοντας για τις ιστορίες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής μετά το 1960, τις ιστορίες που εμφανίστηκαν στη σύγχρονη εποχή δηλαδή. Η ψυχανάλυση θα είναι λοιπόν, exempli gratia, αυτό το παράδειγμα μιας ανάλογης περίπτωσης όπου έχουμε, όπως και στην ιστορία της αρχιτεκτονικής, μια σκέψη πάνω στη δημιουργία, μεταφορά και κατασκευή του νοήματος.

Καταρχάς, αν δούμε τη γνωσιολογική τους ταυτότητα, τόσο η Αρχιτεκτονική όσο και η Ψυχανάλυση τοποθετούνται σε μία ευμετάβλητη περιοχή η οποία βρίσκεται ανάμεσα στην επιστήμη, την θεωρία, την τέχνη, την πρακτική. Από την εποχή που ο Dilthey χώρισε τις επιστήμες σε δύο βασικές κατηγορίες: τις επεξηγηματικές ή νομοθετικές ή φυσικές επιστήμες (Naturwissenschaften) και τις ερμηνευτικές ή επιστήμες του πνεύματος (Geisteswissenschaften), άλλες επιστήμες αυτό-τοποθετήθηκαν στην πρώτη κατηγορία, άλλες στη δεύτερη και άλλες πουθενά. Ο Freud ήθελε να τοποθετήσει την ψυχανάλυση στην πρώτη κατηγορία. Οι επίγονοί του το ξανασκέφτηκαν, το αμφισβήτησαν και πλέον δεν βρίσκουν τον λόγο να πάρουν μια μονοσήμαντη θέση. Η αρχιτεκτονική δεν τοποθετήθηκε εξαρχής σε καμία αφού δεν της άρεσε να θεωρείται επιστήμη αλλά ένιωθε υπέροχα ανάμεσα στη συντροφιά των άλλων καλών τεχνών. Μετά από κάποιες δεκαετίες άρχισε κι αυτή να νιώθει άβολα αφού την μοντέρνα εποχή πολλοί αρχιτέκτονες την έσπρωχναν να εγκαταλείψει την ‘παρέα’ της. Σήμερα, νιώθει μάλλον μπερδεμένη, γι αυτό και επιδιώκει να το θέτει μαξιμαλιστικά: και επιστήμη και τέχνη. Η Σχολή μας μάλλον την βλέπει έτσι.

Ως προς την πρακτική, τόσο η διδασκαλία της αρχιτεκτονικής όσο και η ψυχανάλυση θέτουν στο κέντρο μια αναντικατάστατη διαδικασία διαλόγου.[2] Ο φοιτητής δουλεύει και εξελίσσεται δίπλα σε κάποιον που το γνωρίζει ήδη. Αποκτά μια εμπειρική γνώση μέσα από το πείραμα, τη δοκιμή, την επαλήθευση. Συμμετέχει σε ένα ενδιαφέρον παιχνίδι: φτιάχνει κάτι, το αλλάζει, το χαλάει, το ξαναφτιάχνει. Ο καθηγητής (όπως ο αναλυτής) δεν δίνει ακριβείς οδηγίες, δεν λέει τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει ο μαθητής, αλλά θέτει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο όσα λέει και κάνει ο φοιτητής έχουν νόημα. Βοηθάει στο να κατασκευαστεί, από κοινού με τον φοιτητή, μια εσωτερικά συνεπής σύνθεση, λειτουργική και με περιορισμένες αντιφάσεις. Αυτό που εμφανίζεται κυρίως δεν είναι η αυθεντία αλλά η συνεργασία και αυτή η συνεργασία επιτυγχάνεται με την διαπροσωπική συνάντηση και εξασφαλίζεται από την διϋποκειμενική προοπτική. Το σημαντικό είναι αυτό που θέλει να κάνει ο φοιτητής (η αρχική πρόθεση) και πώς αυτό θα αποκτήσει, σταδιακά, ταυτότητα και μορφή.

Σε αυτήν τη βάση το θέμα ολοκληρώνεται όταν από μία αρχική, απροσδιόριστη πρόθεση φτάνει ο φοιτητής σε μία σύνθεση. Η επιτυχία δεν έχει να κάνει απλά με μια άμεση αντιμετώπιση αστοχιών και λειτουργικών προβλημάτων (αν μια λειτουργική σύνδεση είναι αδύναμη, αν ένας διάδρομος είναι στενός, αν μια σκάλα είναι απότομη) αλλά με τη «σταδιακή εισαγωγή μιας εσωτερικής αλλαγής, η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει την επίτευξη καλύτερης λύσης.»[3] Αυτή η διαλεκτική δραστηριότητα οδηγεί σταδιακά σε μια «αναπαράσταση του προηγουμένως απροσδιόριστου, ασύλληπτου και ασαφούς περιεχομένου»[4] (του αρχικού σκίτσου π.χ.) κάτι ανάλογο με την μετατροπή του ασυνείδητου σε συνειδητό. Μια συνεχής πειραματική κατάσταση η οποία δεν έχει ένα προδιαγεγραμμένο τέλος αλλά ελέγχεται ξανά και ξανά διασφαλίζοντας το σταδιακό όφελος.[5]

Ποιος είναι όμως ο ρόλος της ιστορίας και της θεωρίας σε όλα αυτά;

Η προσωπική ιστορία, ως γνωστόν, τίθεται ως η βασική περιοχή έρευνας στην ψυχανάλυση. Για να λειτουργήσει κάποιος καλύτερα στο τώρα προϋπόθεση είναι να γυρίσει στο παρελθόν ώστε να ‘κατανοήσει’, να ‘δει’, αυτό που έχει ήδη γίνει. Ο τελικός σκοπός δεν είναι η ίδια η γνώση της ιστορίας αλλά η μέσω της ιστορίας καλύτερη προσαρμογή στη σημερινή πραγματικότητα. Αντίστοιχα η γνώση της ιστορίας στην αρχιτεκτονική δεν είναι αυτοσκοπός· δεν μαθαίνουμε ιστορία για να επαναλάβουμε αυτό που έγινε στο παρελθόν ή να το απορρίψουμε αλλά για να το νοηματοδοτήσουμε και να το εντάξουμε σε αυτό που κάνουμε σήμερα. Το παρελθόν χρησιμεύει μόνο στον βαθμό που διαφωτίζει το παρόν. Όλα όσα αποτελούν κομμάτια της ιστορίας της αρχιτεκτονικής μας βοηθούν να είμαστε πιο παραγωγικοί και δημιουργικοί στο σήμερα.

Άλλωστε είναι πρακτικά αδύνατον να ‘αγνοήσουμε’, να ‘αποφύγουμε’ την ιστορία. Πάντα φτιάχνουμε αυτό που είμαστε με τα υλικά που έχουμε μαζέψει τόσα χρόνια. Ότι έχει δημιουργηθεί στο παρελθόν μας επηρεάζει ακόμα, θέλουμε δεν θέλουμε. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική, το έργο των αρχιτεκτόνων, τα βιβλία και τα κείμενα αρχιτεκτονικής, οι εικόνες που προβάλλονται στα περιοδικά, οι εκθέσεις αρχιτεκτονικής και βέβαια η διδασκαλία της αρχιτεκτονικής, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό αυτό που είναι η αρχιτεκτονική σήμερα. Όλη αυτή η παραγόμενη ενέργεια επηρεάζει τη σκέψη και τη δράση μας ακόμα και αν είναι ασυνείδητη. Σχεδιάζουμε ένα επίμηκες άνοιγμα, προτιμάμε να βάφουμε λευκούς τους τοίχους ή να αφήνουμε ανεπίχριστο το σκυρόδεμα, μας αρέσει η ‘ελεύθερη’ κάτοψη. Όλα αυτά τα κάνουμε πολλές φορές, χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε με ακρίβεια το γιατί. Η ιστορία, όπως η ψυχανάλυση, έρχεται εδώ να κάνει συνειδητή γνώση όλη αυτή την κληρονομιά ώστε να αυτή γίνει λειτουργική, να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανανεώσει τα αρχιτεκτονικά εργαλεία.

Εντάξει, θα πει ένας φοιτητής, γιατί όμως θα γίνω καλύτερος αρχιτέκτονας αν αποκτήσω στην πορεία των σπουδών μου ένα συγκροτημένο ιστορικό-θεωρητικό υπόβαθρο;

Εδώ θα απαντούσα ότι χωρίς να είναι αναγκαία μια εις βάθος γνώση (διδακτορικές σπουδές κλπ) η στοιχειώδης αντίληψη της ιστορικότητας είναι απαραίτητη. Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο πιο εμβληματικοί αρχιτέκτονες των τελευταίων 100 ετών (εδώ βάλτε εσείς δύο ονόματα) μπόρεσαν να οραματιστούν το αρχιτεκτονικό μέλλον και να αλλάξουν την αρχιτεκτονική πραγματικότητα ακριβώς επειδή είχαν μια πολύ καλή εποπτεία της Ιστορίας της αρχιτεκτονικής, όλων αυτών των θεμελιωδών (fundamental) τύπων, δομών, μορφών αλλά και βιβλίων, προγραμμάτων, μανιφέστων.

Ως προς την σημασία της θεωρίας, τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στην ψυχανάλυση, μια θεωρία πάντα υποστηρίζει την ιστορική έρευνα.[6] Εκείνο που πράγματι συνέβη (το τεκμήριο) και η παρουσίαση εκείνου που συνέβη (η αφήγηση) πάνε μαζί.[7] Η θεωρία αναζητά το νόημα της ιστορίας αφού αναγνωρίζει ότι πίσω από τα γεγονότα, από τις πράξεις, υπάρχει ένα τέτοιο νόημα.[8] Δεν είναι μόνο αυτό που έγινε αλλά και το γιατί έγινε ότι έγινε.[9] Γιατί σχεδιάστηκε αυτή η κάτοψη, γιατί δόθηκε αυτή η λύση, γιατί επιλέχθηκε αυτό το υλικό και όχι το άλλο, κλπ.

Κάνοντας ένα βήμα παρακάτω θα λέγαμε ότι αυτή η σύνθετη λέξη ιστορία-θεωρία μπορεί να αντικατασταθεί από τη λέξη κατασκευή.[10] Μιλώντας για μια ιστορικό-θεωρητική κατασκευή στην διδασκαλία της αρχιτεκτονικής, μιλάμε για μια δουλειά η οποία νοηματοδοτεί τον σχεδιασμό, ορίζει την θεωρητική περιοχή αυτού που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια ως σύνθεση στο σχεδιαστήριο.[11] Αυτή η κατασκευή πατάει στα θεμέλια της ιστορίας αλλά αποτελεί μια δημιουργία νέων νοημάτων και όχι μια απλή ερμηνεία του παρελθόντος·[12] συντάσσει μια αφηγηματική αντί για ιστορική αλήθεια.[13] Με πιο απλά λόγια όλα αυτά που μάθαμε σε σχέση με το παρελθόν (ιστορία) και κατανοήσαμε, νοηματοδοτήσαμε σε σχέση με το παρόν (θεωρία) τα συντάσσουμε σε ένα συγκροτημένο σώμα γνώσεων και εμπειριών το οποίο θα εμπλουτίσει τον σχεδιασμό.

Ωραία, θα πει μία φοιτήτρια, καταλαβαίνω ότι η ιστορία-θεωρία μπορεί να εμπλουτίσει την αρχιτεκτονική μου σύνθεση. Είναι όμως απαραίτητη;

Πάνω σε αυτό θα έλεγα ότι αφενός η ίδια η μελέτη της ιστορίας και θεωρίας μπορεί από μόνη της να αποτελέσει μια απόλαυση.[14] Αυτή η κατάκτηση μιας συνειδητής-αναστοχαστικής γνώσης και όχι απλά η κατοχή μιας τεχνικής γνώσης προσφέρει μεγάλη ευχαρίστηση.[15] Αφετέρου η συστηματική θεωρητική σπουδή οδηγεί σε μία βαθύτερη κατανόηση του εαυτού, στην αύξηση της ενόρασης.[16] Και λέγοντας ενόραση, δεν εννοώ ένα μεταφυσικό «ταλέντο» αλλά μια καθαρότερη εικόνα του τι εγώ θέλω, τι επιδιώκω όταν σχεδιάζω, τι κάνω και γιατί το κάνω.[17] Η όποια υποκειμενικότητα δεν περιορίζει την ορθότητα των αποφάνσεων - την επαλήθευση - αλλά σαφώς αποθαρρύνει τον δογματισμό και αυξάνει την ελευθερία.[18]

Ο σπουδαίος άγγλος ψυχαναλυτής Bion πίστευε πως καθήκον του είναι να βοηθήσει τον αναλυόμενο να επιτύχει «να γίνει αυτό που πραγματικά είναι» ενώ ο Lacan θεωρούσε ότι όφειλε να βοηθήσει τον αναλυόμενο να «μιλήσει καλά», να ανακαλύψει την εσωτερική του αλήθεια.[19] Αυτήν την επιδίωξη πρέπει να έχει και ο καθηγητής της αρχιτεκτονικής σε σχέση με τον φοιτητή του περιμένοντας, ή μάλλον επιδιώκοντας, να έρθει ο φοιτητής σε σύγκρουση με τα κατεστημένα αισθητικά πλαίσια, τα σχεδιαστικά πρότυπα και τις αρχιτεκτονικές αξίες.

Η διδασκαλία δεν έχει μοναδικό της στόχο βέβαια την προσωπική καλλιέργεια του φοιτητή, ειδικά όταν αυτός αποφοιτά από ένα δημόσιο πανεπιστήμιο. Υποχρέωση ενός δημόσιου Πανεπιστημίου είναι, τουλάχιστον στο μυαλό μου, να απευθυνθεί στην κοινωνία η οποία το στηρίζει υλικά και θεσμικά, σε όλους όσοι πληρώνουν μέσω της φορολογίας ώστε αυτό να λειτουργεί και οι οποίοι θα χρειαστούν τις υπηρεσίες του αρχιτέκτονα όταν αυτός πάρει την άδεια εξάσκησης επαγγέλματος. Απέναντι σε αυτούς οφείλει ο αρχιτέκτονας να θέσει ένα βελτιωμένο πλαίσιο λειτουργίας για μια καλύτερη ζωή ή μάλλον να αφαιρέσει τα εμπόδια από τον δρόμο προς μια καλύτερη ζωή, όπως θα έλεγε ο Benevolo.[20] Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να προσαρμοστεί στις εγγενείς συγκρούσεις της ζωής και να υπερβεί τους περιορισμούς και τις δυσκολίες που θέτει εξαρχής το περιβάλλον, ώστε να ανταποκριθεί στις ανάγκες του όποιου εργοδότη ζητάει την βοήθειά του. Αυτό σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να πραγματευτεί μια συνθήκη η οποία δεν είναι απλή και σταθερή αλλά σύνθετη και διαρκώς εξελισσόμενη, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για τη σύγχρονη εποχή. Και εδώ η θεωρητική σπουδή έχει έναν πολύτιμο ρόλο για να κατανοήσουμε στοιχειωδώς το πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας.

Θα τελειώσω με μια πρόταση για το μέλλον των σπουδών ιστορίας και θεωρίας στη Σχολή μας. Αυτό που θα ήθελα είναι μια αμεσότερη σχέση των λεγόμενων συνθετικών μαθημάτων με τα θεωρητικά. Αυτό σημαίνει καταρχάς ότι, όπως είπα στην αρχή, κοινός στόχος είναι η διαμόρφωση του αρχιτέκτονα. Αυτό σημαίνει επίσης ότι δεν υπάρχει μια αξιολογική ιεράρχηση, κάτι που είναι περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό, κάτι που προηγείται και κάτι που έπεται. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να έχουμε σοβαρή εκπαίδευση μόνο μέσα από το σχεδιαστήριο, ούτε από μόνο μέσα από το αμφιθέατρο. Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος μιας στείρας μεθοδολογίας σχεδιασμού η οποία θέλει να μοιάζει αυτόνομη και εσωτερικά συνεπής αλλά συνεχώς ανακυκλώνεται και δεν μπορεί να πάει μακριά. Στην δεύτερη περίπτωση υπάρχει ο κίνδυνος μιας αυτάρεσκης θεωρητικολογίας η οποία δεν είναι λειτουργική, αφού δεν μπορεί να τροφοδοτήσει ουσιαστικά τον σχεδιασμό.

Πιστεύω επομένως ότι η διδασκαλία της Ιστορίας και Θεωρίας ή της Ιστορίας ως Θεωρίας μπορεί να είναι μια πολύ καρποφόρα για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό περιοχή αρκεί αυτή καλλιεργηθεί σωστά. Προϋπόθεση, βέβαια, είναι αυτό να το θέλει και ο φοιτητής ή η φοιτήτρια. Άλλωστε, και ψυχανάλυση, μόνο αν θέλει κάποιος κάνει.

* Ανοιχτή συζήτηση στο πλαίσιο του μαθήματος Ιστορίας και Θεωρίας 6 «Η σύγχρονη εποχή». Έλαβε χώρα στο αίθριο του κτηρίου Καυταντζόγλου του ΕΜΠ, την Τρίτη 15 Ιουλίου.

[1] «Όμως, από το 1960 και μετά, η σκηνή των ιστοριών της μοντέρνας αρχιτεκτονικής επιτρέπει να συλλάβουμε μια καθοριστική αλλαγή. Τώρα έρχεται στην επιφάνεια η σκέψη της διαφοράς, που είναι αντίθετη στη λογική της ταυτότητας. Η αναιρετική προσέγγιση στηρίζεται σε μια θέληση ανακάλυψης των πραγματικών διαφορών της μοντέρνας αρχιτεκτονικής - δηλαδή του παρόντος των δεκαετιών του ’20 και του ’30 - σε σχέση και με το παρελθόν και με το μέλλον της […] Ωστόσο η αναιρετική προσέγγιση των συγγραφέων αυτών δεν είναι καθόλου αρνητική. Δεν επιστρέφει το μοντέρνο κίνημα στο παρελθόν για να το εξαφανίσει. Είναι βαθύτερα θετική […] Οι ιστορικοί αυτοί υποστηρίζουν την απομάκρυνσή τους από το παρελθόν, έστω και από το πρόσφατο παρελθόν […] για να μπορέσουν να το καταλάβουν στην απόλυτη πραγματικότητά του και έτσι να ελευθερωθούν από τα δεσμά του […] Από αυτή την άποψη, η αληθινή ιστορία του μοντέρνου κινήματος εμφανίζεται ως ένα είδος ψυχανάλυσης, που σου επιτρέπει να αποκτήσεις την ελευθερία σου.» Παναγιώτης Τουρνικιώτης (2002). Ιστοριογραφία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ. 232.
[2] Όπως είπα και πριν, ο φοιτητής δεν μπορεί να μάθει αρχιτεκτονική μόνο διαβάζοντας όπως δεν μπορεί κάποιος να κάνει ψυχανάλυση μέσα από τα βιβλία. Όσα βιβλία ψυχανάλυσης και αν διαβάσει δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις ώρες της συνεδρίας.
[3] Σταύρος Μέντζος (2011). «Εξελίξεις και μεταλλαγές στη θεραπευτική ψυχαναλυτική τεχνική κατά τις τελευταίες τρεις ως τέσσερις δεκαετίες». Οιδίπους, τ. 5, σ. 92
[4] Όπ.π., σ. 97.
[5] Ο Ogden μιλάει για μια συνεχή διαλεκτική κίνηση. Βλ. Κατερίνα Κονδύλη (2009). «Ψυχαναλυτική ερμηνεία: από τον αναλυτή-καθρέφτη στη διϋποκειμενικότητα και από την ιστορική αλήθεια στην αφήγηση». Οιδίπους, τ. 2, σ. 363.
[6] Paul Ricoeur (2012). On Psychoanalysis. London: Polity Press.
[7] Αναζητούμε το υποκειμενικό νόημα μέσα στην αντικειμενικότητα αφού οι εσωτερικές δομές φανερώνονται μόνο αν τις προσπελάσουμε από «έξω», διαβάζοντας, όσα αποσιωπά ο λόγος, ανάμεσα στις γραμμές, θέτοντας ερωτήματα τα οποία οι ίδιες δεν θέτουν στον εαυτό τους. Βλ. Jean Starobinski (1975). «Η λογοτεχνία: το κείμενο και ο ερμηνευτής» στο Jacques Le Goff και Pierre Nora (επ.), Το έργο της Ιστορίας, τομ. 1, Αθήνα: Ράππα, σ. 238-257.
[8] Έχουμε έτσι, σύμφωνα με την Cavell, μια αλληλεξάρτηση μεταξύ υποκειμενικότητας και αντικειμενικότητας. Βλ. Κατερίνα Κονδύλη (2011). «Ψυχαναλυτική ερμηνεία: από τον αναλυτή-καθρέφτη στη διϋποκειμενικότητα και από την ιστορική αλήθεια στην αφήγηση». Οιδίπους, τ. 2, 2009, σ. 361.
[9] Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη θεωρία είναι η ενεργή θεώρηση της τελικής εξήγησης για οτιδήποτε υπάρχει. Βλ. Ηθικά Νικομάχεια 1177a27.
[10] Το 1937 ο Freud θεωρεί την λέξη κατασκευή ως ένα δημιούργημα επαναδόμησης πιο πρόσφορη σε σχέση με την ερμηνεία σε σχέση με την ιστορία του αναλυόμενου. Βλ. Sigmund Freud (1937). Constructions in Analysis, S.E. 23, σ. 255-269.
[11] «Αν η ερμηνεία είναι, ούτως ειπείν, ισόμορφη με ένα σύμπτωμα, με ένα lapsus, με ένα ευφυολόγημα, η κατασκευή είναι σαν μια αλληγορία/μεταφορά ολόκληρης της ψυχαναλυτικής θεραπείας ως ταυτισιακή κατασκευή.» J. L. Donnet (1995). Le divan bien temperé. Paris: PUF.
[12] Κατασκευή νέων νοημάτων και όχι ερμηνεία, αποκάλυψη παλιών σύμφωνα με τον Renik. Βλ. Κονδύλη (2009) όπ.π., σ. 360.
[13] Κατερίνα Κονδύλη (2009). «Ψυχαναλυτική ερμηνεία: από τον αναλυτή-καθρέφτη στη διϋποκειμενικότητα και από την ιστορική αλήθεια στην αφήγηση». Οιδίπους, τ. 2, σ. 368.
[14] Ο Bion μίλησε για τη σπουδαιότητα των διεργασιών της σκέψης καθαυτών. Βλ. Κονδύλη (2011), όπ.π., σ. 112.
[15] Για τον André Green η σταδιακή επέκταση του πεδίου στη λειτουργία της σκέψης και η κατανόηση της πολυπλοκότητας της ζωής δίνει από μόνη της ευχαρίστηση. Βλ. Κατερίνα Κονδύλη (2011). «Συγκριτική παρουσίαση θεωριών σχετικά με τη θεραπευτική δράση της ψυχανάλυσης». Οιδίπους, τ. 5, 2011, σ. 111.
[16] Αυτό υποστήριζε η Melanie Klein για την ψυχανάλυση. Ο Bion, επίσης, μίλησε για τον δεσμό-Κ, όπου το Κ αντιπροσωπεύει τη γνώση-knowledge η οποία έχει ως απώτερο σκοπό την αύξηση της αυτογνωσίας. Βλ. Κονδύλη (2011): 120.
[17] Για την Marilia Aisenstein το υποκείμενο μπορεί, μέσω της ψυχανάλυσης, να γίνει ξανά φορέας της ιστορίας και της σκέψης του. Κονδύλη (2011): 112
[18] Αρκεί να δεχτούμε, όπως τονίζει ο Schafer, ότι μιλάμε για την κατασκευή ενός κόσμου και μιας ιστορίας και όχι του Κόσμου και της Ιστορίας. Βλ. Κατερίνα Κονδύλη (2009). «Ψυχαναλυτική ερμηνεία: από τον αναλυτή-καθρέφτη στη διϋποκειμενικότητα και από την ιστορική αλήθεια στην αφήγηση». Οιδίπους, τ. 2, 2009, σ. 369.
[19] Ο Winnicott λέει ότι στόχος της θεραπείας είναι αυτή να μπορεί να χρησιμοποιηθεί (usability). Βλ. Κονδύλη (2011): 131.
[20] Leonardo Benevolo (1960). Introduzione all'architettura. Bari: Laterza.

Δεν υπάρχουν σχόλια: