21 Δεκεμβρίου 2006

Andrea Zittel / critical space

Andrea Zittel is one of the most exciting and influential artists of our time because she makes art about the questions that nag us everyday: what to wear in the morning, what to fix again for dinner, how to deal with all the clutter, and how to escape the tyranny of the clock. Part philosopher, part scientist, part designer, part artist, Zittel has made her own life an experiment about the best way to live.

Zittel lives deliberately by paring down her life to the essential elements. She designs clothes to be worn everyday for six months, devises diets of dehydrated food, and constructs multi-purpose furniture to meet her needs in an extremely limited space, all as a means of addressing the larger concerns of the human condition. A conceptual artist, Zittel has been influenced by a diverse list of artists, including Jenny Holzer, Dan Graham, Donald Judd, and Joseph Beuys, and by the constructivist and Bauhaus movement. Her work has, in turn, set an example for a younger generation of artists who make up their own rules and use their own lives as the basis for the production of their work.

Andrea Zittel: Critical Space is a mid-career survey, which gathers together more than seventy-five of Zittel’s works – habitats, installations, drawings, and documentation – created between 1991 and 2005. The Gallery celebrates its commitment to contemporary art in all of its manifestations by presenting the work of this important conceptual artist in a way that encourages audience participation.

Claire Schneider
Associate Curator of Contemporary Art


25 Νοεμβρίου 2006

Διαγωνισμός ΓΕΚ / ΙΙΙ

Σχεδιαστικός Νομαδισμός / Αν και η τυπική πολυκατοικία εκφράζει το πρόσωπο της ελληνικής πόλης οι περισσότεροι αρχιτέκτονες αποφεύγουμε την εμπλοκή στην παραγωγή της αποκλείοντας εκ των προτέρων το τραύμα. Φοβόμαστε να συμμετέχουμε στο σχεδιασμό της -ακόμα και μέσα στις αρχιτεκτονικές σχολές!- γνωρίζοντας ότι το τελικό αποτέλεσμα της κάτοψης, της όψης, της κατασκευής μπορεί να μην είναι αυτό που θα θέλαμε. Μην μπορώντας να διαχειριστούμε μια τέτοια πιθανή «απογοήτευση» προτιμάμε να καλλιεργούμε ένα ιδεατό πρότυπο της αρχιτεκτονικής πράξης, απομακρυσμένο από αυτήν την πρακτική, το οποίο αποσκοπεί στην αναγνώριση, την επιβράβευση, τη δημοσίευση. Μια ιδανική κατάσταση όπου ασχολούμαστε μόνο με πρωτοποριακά projects ή έργα προβολής. Αυτή η εξιδανίκευση μπορεί βέβαια να προστατεύει, αλλά ταυτόχρονα μας καθιστά αδύναμους να επέμβουμε άμεσα στο κτισμένο περιβάλλον. Σε μια ελληνική κοινωνία όπου η κατασκευή μπορεί να γίνεται από τον καθένα ο αρχιτέκτονας μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής μόνο αν αναλάβει την πρωτοβουλία και την ευθύνη να μπει στην παραγωγή, να απαιτήσει τη συμμετοχή, να προτείνει λύσεις και ιδέες για να αλλάξει το τυπικό. Ο διαγωνισμός δίνει την ευκαιρία να φανταστούμε μια ριζική ανατροπή της υφιστάμενης ιεραρχίας όπου ο αρχιτέκτονας στοχεύει μόνο στο «σημαντικό» ή το «ιδιαίτερο». Σε μια εποχή όπου η δημόσια σφαίρα γίνεται παγκόσμια, επεκτείνεται και ακουμπάει τα πάντα, είναι σημαντική η καλλιέργεια ενός «σχεδιαστικού νομαδισμού». Την εξάπλωση του αρχιτέκτονα σε κάθε έργο ό,τι/όπου/όσο κι αν αυτό είναι. Την ανάπτυξη, σύμφωνα με τους Ντελέζ και Γκαταρί, «σε έναν περίγυρο χωρίς ορίζοντα, σε ένα χώρο λείο, στέπα, έρημο ή θάλασσα». Τη θάλασσα της ελληνικής πολυκατοικίας.

Doxiadis is back

ή... μια ευκαιρία να ξαναγνωρίσουμε έναν μεγάλο άγνωστο της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

18 Νοεμβρίου 2006

si doux... encore plus

Το si doux επεκτάθηκε, ο πίσω ακάλυπτος έγινε μια μικρή αυλή, ένα δέντρο εμφανίστηκε, κάποιοι χώροι άλλαξαν επίπεδο και...

20 Οκτωβρίου 2006


το cogito έγινε μέλος του eurozine!

Eurozine is a network of European cultural journals, linking up more than 50 partner journals and just as many associated magazines and institutions from nearly all European countries.

By presenting the best articles from its partners and their countries, as well as original texts on the most pressing issues of our times, Eurozine opens up a new space for transnational debate.

Eurozine emerged from an informal network dating back to 1983. Since that time, a variety of European cultural magazines have met once a year in European cities to exchange ideas and experiences.

In 1995, the meeting took place in Vienna. The success of this meeting, in which numerous eastern European magazines participated for the first time, and the rapid development of the Internet encouraged the editors to reinforce the existing loose network with a virtual but more systematic one.

Today, Eurozine hosts the European Meeting of Cultural Journals each year together with one or more of its partners.

Whenever European culture is discussed today, its diversity is evoked with near euphoria. The true challenge is to take diversity seriously and make room for new perspectives -- whether in word or thought.

Cultural journals are the sector of the media that most closely approximates a definition of the European public space.

13 Οκτωβρίου 2006

Παγκράτι... εκ των υστέρων

...αν και δεν γνωρίζουμε τι σκέφτεται ο παρατηρητής του 19ου αιώνα καθισμένος στο λόφο του Αρδηττού, εκ των υστέρων, μπορούμε να πούμε ότι αν φαντάζεται μια μελλοντική εικόνα τότε αυτή η εικόνα-αναπαράσταση σίγουρα δεν ταυτίζεται με τη σημερινή.

21 Σεπτεμβρίου 2006

das möbel

Πρόκειται για έναν υβριδικό χώρο στη Βιέννη όπου συνδυάζονται η λειτουργία του «καφέ» με τη λειτουργία του καταστήματος επίπλων. Κάθε έπιπλο/φωτιστικό/αντικείμενο μέσα στο χώρο είναι μοναδικό και διατίθεται προς πώληση. Αντικείμενα σχεδιασμένα στη Δανία (Aarhus) από νέους designers. Δίπλα στην urban chic περιοχή Museums Quartier μπορεί κάποιος να κάτσει για ένα ποτό και ταυτόχρονα να ρίξει μια ματιά στο ταμπελάκι της καρέκλας του για να δει πόσο κοστίζει. Άλλωστε αν θέλει μπορεί να την πάρει μαζί του φεύγοντας.


20 Σεπτεμβρίου 2006

Red Vienna again

70 χρόνια περίπου μετά το Karl Marx Hof και η σοσιαλιστική «αύρα» της πόλης είναι ακόμα παρούσα. Στις κατοικίες για τους πολλούς (προνομιούχους ή μή) η ποιοτική αρχιτεκτονική επιμένει...

19 Σεπτεμβρίου 2006

ΒΗΜΑgazino 17/9/2006

σύμφωνα με τον Μέμο Φιλιππίδη:

...μια από τις πιο ταλαντούχες ερμηνείες του μοντέρνου ιδιώματος στην πρόταση των Κ. Τσιαμπάου, Γ. Καραχάλιου, Μ. Κιούρτη και Γ. Τσολάκη...ευχέρεια στη δυναμική σχεδίαση, με ωραίους ρυθμούς και αρμονικές γραμμές, ένας μοντερνισμός δηλαδή με φρέσκια ματιά, χωρίς τη χρωματική και ογκοπλαστική φλυαρία που απαντάται σε άλλους δημιουργούς.
ΒΗΜΑgazino σ. 83

τον ευχαριστούμε...περισσότερα στην έκθεση:
102 Χ Μεταξουργείο

Ο Αρχιτεκτονικός Διαγωνισμός της ΓΕΚ Α.Ε. και των ΔΟΜΩΝ

Αθήνα, Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο οδού Πειραιώς
21/9/2006 - 24/9/2006


14 Σεπτεμβρίου 2006

Museums Quartier Wien

...ή η γειτονιά των Μουσείων στη Βιέννη είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα του πως συνδυάζεται το -ουσιαστικό- ενδιαφέρον για την τέχνη με την αναψυχή, τη χαλάρωση, τη συναναστροφή κοκ. Οι αυτοκρατορικοί στάβλοι ανακαινίστηκαν και πήραν νέα χρήση, συμπληρώθηκαν με δύο νέα μουσεία των Ortner&Ortner και ο χώρος δόθηκε στο κοινό. Προσθέστε δύο-τρία ιδιαίτερα κομψά (και όχι ακριβά) εστιατόρια, 4-5 design καφέ και έχετε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες αστικούς χώρους που έχετε φανταστεί. Το must όμως είναι τα τεθλασμένα παγκάκια-ξαπλώστρες (σήμα κατατεθέν της περιοχής πλέον) όπου διατεταγμένα με οποιονδήποτε τρόπο υποδέχονται τους εκατοντάδες επισκέπτες οι οποίοι κάθονται σε κάθε δυνατή στάση, συζητούν, διαβάζουν, πίνουν και γενικά περνάνε καλά. Θα μπορούσε να γίνει κάτι ανάλογο στο Γκάζι για παράδειγμα; Κάτι είχα ακούσει για viennese depression, αλλά δεν το είδα καθόλου. Έχω ακούσει και για athenian depression βέβαια...

MuseumsQuartier Wien
Museumsplatz 1
1070 Wien

Subway (U-Bahn):
U2 (MuseumsQuartier); U2, U3 (Volkstheater)
Bus: 48a (Volkstheater), City Bus 2a (MuseumsQuartier)
Tram (Strassenbahn): 49 (Volkstheater)


6 Σεπτεμβρίου 2006

"The fall of Bilbao" by M. Miessen

"...The image of the architect has often been related to the male heroic protagonist who introduces to the outside an established lifestyle. It is precisely here that one can locate the turning point in practice: the neglect of egocentric narrative and self-referential ambition in favour of catering for a particular, site-specific public. Such altruistic appreciation of what architecture can possibly be opposes individualism and raises the fundamental question of whether or not architecture should be taken forward as an art practiced by and for the sake of a broader cultural landscape or a commercial enterprise geared to the needs of the market. The highly romanticised ideal of the architect – "general progress in architecture according to a personal conception, usually of style, embodied in buildings and developed from architect to architect over the course of history" [2], which essentially derived from Aristotelian idealism – is no longer valid. Today, one has to appreciate the difference between the "architecture of image" and what one might call "post-Bilbao" practice. The starting point for this shift could arguably be identified as the moment when Frank Gehry's Guggenheim Museum in Bilbao opened in 1997. One of the last of the twentieth-century architectural superstars, Gehry became the epitome of a generation that set out to be part of an avant-garde and ended up as a highbrow, copy-paste establishment.

One could argue that the moment when Bilbao was born, an emerging generation of architects started to critically engage with the shortcomings of twentieth-century Western modernism and what the course of modernism and postmodernism had avoided dealing with: the manipulation of archetypical situations. In contrast to the process of pure image production, these new practitioners no longer operate on the -ism level. Although it is true that such anti-image is yet another ideological position that creates an image, the difference here is the way in which the protagonists act, network, and shift interests: suddenly, peripheral areas have become the focal point. Unburdened by the weight of the twentieth century, they have rediscovered a localism based on the belief that certain problems need tailor-made solutions rather than philosophically outsourced meta-agendas. This specific kind of problem solving has abandoned an understanding of architecture for the sake of the stylised object propelled by virtuous vision. Today, if one is working on a project dealing with the West Bank, the project is most likely to take into consideration an open-source involvement with its cultural and geopolitical heritage. In contrast to the late twentieth-century project of "the diagram" – which was purely modern in the sense that it attempted to deliver a personal, scientific solution to a problem that was being put forward by cancelling out everything else – "post-Bilbao" has started to generate a discourse that acknowledges the political implications of space as something which urgently needs to be dealt with. Like so many other theories and practices in history, the diagram was a stoic cocoon. Rather than a simple fashion, it dwelt on the image of the architect as the master of virtue, the master who cannot fail. As a container of the heroic tradition supported by self-image, the diagram – in the purely modern sense that it was playing with the age-old, prevailing image of the architect as impeccable master – was an intellectual claim only. Today, however, we work under a different ideological system, a scenario that is contingent, informal, ephemeral, and resists the notion of pure object-lust. There is no longer any sympathy for the stoic, self-referential, and masturbatory notion of the diagram when, post Internet and 9/11, everyone realises that the rest of the world is burning.

Since we are arguably at a turning point in the history of spatial practice – the junction where egotistic ambition is being separated from ambitious vision – we should actively engage with the current optimism regarding society as both a human and spatial construct. It is not the glorious virtue of the dead, but the eradication of the desire to be remembered that ambitiously prepares ground for change. Rather than mourning the passing of the old codes, it is time to venture out into the snowstorm. This is the tragic moment of realisation, in which the Stoic faces the deadlock of stable harmony as the epitome of nihilism."

  • [2] Andrew Saint, The Image of the Architect, Yale University Press, 1983.

7 Ιουλίου 2006

χάρτινα κτήρια...

...δηλαδή κτίρια που έμειναν στα χαρτιά λόγω διαφωνιών, αποτυχιών, υπερβολών, ατολμιών, αναδιπλώσεων, παρεξηγήσεων, αμφιβολιών, συγκρούσεων, προβληματισμών, απορρίψεων, απωλειών...
κάποια μαζεμένα bits (κομμάτια δηλαδή) που δεν προχώρησαν στην υλοποίηση... ίσως προς το παρόν.

30 Ιουνίου 2006

Διαγωνισμός ΓΕΚ / ΙΙ

// model-renderings: Γιάννης Καραχάλιος

Διαγωνισμός ΓΕΚ / Ι

Οι νεότερες ερευνητικές κατευθύνσεις των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών με την έμφαση που δίνουν στην υποκειμενικότητα της εμπειρίας υπογραμμίζουν ότι είναι αδύνατη η οποιαδήποτε μορφή αυθεντίας[1], τοποθέτηση η οποία εκφράζει σε μεγάλο βαθμό και τους σύγχρονους αρχιτεκτονικούς προβληματισμούς. Θεωρούμε πως η αποδοχή της σύγχρονης κατοίκησης ως σύνθετης πολυπολιτισμικής έκφρασης της κοινωνίας αποτελεί θεμέλιο για μια αρχιτεκτονική θεώρηση η οποία υπερβαίνοντας τη κατηγορία της ιδεολογίας και της επιστημονικής αυθεντίας δεν επιβάλει έναν παραδειγματικό τρόπο ζωής αλλά συνθέτει και αναδεικνύει υφιστάμενες πρακτικές κατοίκησης. Κεντρικός θεωρητικός άξονας για τη συγκεκριμένη πρόταση τοποθετήθηκε η θέση του Pierre Bourdieu, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος, το υποκείμενο δηλαδή της κοινωνίας, τοποθετείται στο κέντρο της κοινωνικής διαδικασίας από τη στιγμή που μπορεί μέσα από πρακτικές[2] να δημιουργεί τις δικές του ταξινομίες δηλαδή τις δικές του συμβολικές αναπαραστάσεις που δεν αντανακλούν απλώς τις ιδέες του για τον κόσμο αλλά κάνουν τον κόσμο[3].

Αρχικός στόχος ήταν η διερεύνηση των διαφόρων συλλογικών πρακτικών κατοίκησης μέσα από μια αναδρομή στην ιστορία του πολιτισμικού φαινομένου της κατοίκησης στον Δυτικό πολιτισμό και την Ελλάδα ειδικότερα. Οι έρευνες της ψυχολόγου-κοινωνιολόγου Monique Eleb Vidal και των αρχιτεκτόνων Anne Debarre-Blanchard και Άννης Βρυχέα[4] παράλληλα με μια εκτενή βιβλιογραφία πάνω στην ελληνική πραγματικότητα[5] ανέδειξαν την ιστορική και κοινωνική σημασία της πολυκατοικίας και της μονοκατοικίας ως δύο πρακτικών κατοίκησης με ιδιαίτερες πολιτισμικές προεκτάσεις που συνυπάρχουν στην νεότερη αστική κοινωνία από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα.

Έτσι οδηγηθήκαμε στην αποδοχή των δύο αυτών διακριτών πρακτικών κατοίκησης και κρίναμε απαραίτητο την αρχιτεκτονική σύνθεσή τους σε ένα ενιαίο σύνολο το οποίο σηματοδοτεί την συνύπαρξη κοινωνικών και πολιτισμικών διαφορετικοτήτων. Αυτές οι δύο πρακτικές κατοίκησης διαμόρφωσαν τα δύο βασικά μέτωπα του συγκροτήματος στις οδούς Μυλλέρου και Μαραθώνος.

Παράλληλα θεωρήσαμε πως πέρα από την έκφραση και την ανάδειξη των υφιστάμενων πρακτικών κατοίκησης έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί από το κοινωνικό σώμα, ο αρχιτέκτονας μπορεί να συμβάλει στην δημιουργία του πολιτισμού της κατοίκησης προτείνοντας εναλλακτικούς τρόπους κατοίκησης που λειτουργούν σημειακά και βελτιώνουν την ποιότητα του συνολικού κτιριακού συγκροτήματος. Τα σημεία εναλλακτικής κατοίκησης εντοπίστηκαν στις περιοχές που αναφέρονται στον αίθριο χώρο κεντρικά του οικοδομικού τετραγώνου και επιχειρούν να νοηματοδοτήσουν έναν χώρο που η συλλογική πρακτική της κατοίκησης δεν έχει καταφέρει ως σήμερα να χειριστεί δημιουργικά οδηγώντας στις συμβατικές επιλύσεις του γνωστού «ακάλυπτου χώρου».

Κεντρικός στόχος της πρότασης ήταν η συγκρότηση ενός κτιριακού συνόλου που ανταποκρίνεται δημιουργικά στις υφιστάμενες πρακτικές κατοίκησης αποδεχόμενο την πολυπλοκότητα της καθημερινής εμπειρίας και προτείνει διαφορετικούς τρόπους κατοίκησης- η διαφορετικότητα όντας οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική- συμβάλλοντας στην αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικοτήτων της σύγχρονης μεγαλούπολης.

Στο κτίριό μας υπάρχουν τα παρακάτω τρία σενάρια κατοίκησης:

Σενάριο Α
Το αστικό διαμέρισμα. Το πρώτο σενάριο εκφράζει σαφώς μία αστική συνείδηση. Συνεχίζει την παράδοση της πολυκατοικίας του 20ου αιώνα με όλες τις αξίες που έχει αυτή (οικονομία, τυποποίηση, πυκνότητα). Εκφράζει τον κάτοικο που θέλει να μένει στην πόλη, ο οποίος επιθυμεί την απομόνωση και ταυτόχρονα θέλει να αναφέρεται στην πόλη. Κατοικίες των 60 και 90 τ.μ. μαζί με τα καταστήματα αναπαριστούν το αστικό τοπίο της συλλογικής συνείδησης.

Σενάριο Β
Η μονοκατοικία. Οι κατοικίες που ανήκουν σε αυτόν τον τύπο έχουν ανεξάρτητη είσοδο από το δρόμο, ανεξάρτητη θέση στάθμευσης, προκήπιο, αίθριο, μικρή πισίνα. Επίσης ανεξάρτητη είναι η κατακόρυφη επικοινωνία. Η ανάγκη που υπάρχει από πολλούς σήμερα για μία τέτοια κατοικία, ανάγκη που σχετίζεται από μια διάθεση ιδιωτικότητας, ανεξαρτησίας, προσωπικής έκφρασης είναι σημαντική και θέλαμε να τονιστεί. Ακόμα και η αναφορά σε παλαιότερες τυπολογίες κατοίκησης (ισόγειο σπίτι με αυλή) στο κέντρο της Αθήνας πιστεύουμε ότι πρέπει να βρει τη θέση της στη σύγχρονη πόλη. Το Μεταξουργείο όπως και άλλες γειτονιές του ιστορικού κέντρου έχουν ένα χαρακτήρα ο οποίος δεν προκύπτει μόνο από μορφές αλλά κυρίως από ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το σενάριο Β επανερμηνεύει ένα τέτοιο τρόπο ζωής και συνδιαλέγεται με το παρελθόν. Η σύγχρονη ζωή συναντά την ιστορία της.

Σενάριο Γ
Η εναλλακτική κατοικία. Ο τρίτος τύπος εκφράζει την πρότασή μας για μία κατοικία στο κέντρο της πόλης η οποία προβάλει έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Είναι ένας τρόπος ζωής που αναιρεί τις συμβάσεις ανάμεσα στην εργασία και τη κατοικία, στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Είναι χώροι οι οποίοι λειτουργούν με το όριο του μέσα και του έξω, αποκτούν υβριδική ταυτότητα, ενσωματώνουν πολλαπλές χρήσεις και προβάλλουν διαφορετικά πρόσωπα στην πόλη. Είναι κατοικίες-εργαστήρια που απευθύνονται κυρίως σε καλλιτέχνες οι οποίοι θέλουν να ζουν και να δουλεύουν στον ίδιο χώρο, να μπορούν εύκολα να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, να επικοινωνήσουν άμεσα με το κοινό, να απευθυνθούν στην δυναμικά πόλη.

Κώστας Τσιαμπάος - Μυρτώ Κιούρτη (Aπό το κείμενο του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού της ΓΕΚ) 

[1] Erickson, P., Murphy, L., Ιστορία της Ανθρωπολογικής Σκέψης, [1998], Κριτική, Αθήνα, 2002, σελ. 197.
[2] Bourdieu, P., Le sens pratique, Minuit, Paris, 1990, σελ.89.
[3] Erickson, P., Murphy, L., Ιστορία της Ανθρωπολογικής Σκέψης, [1998], Κριτική, Αθήνα, 2002, σελ.200.
[4] Eleb-Vidal, M., Debarre-Blanchard, A., L’ invention de l’ habitation moderne Paris 1880-1914, Hazan, CEE, 1995, όπως επίσης Eleb-Vidal, M., Debarre-Blanchard, A., Architectures de la vie privée, maisons et mentalités, XVIIe-XIXe siècles, Archives d’ Architecture Moderne, Bruxelles, 1989 και Βρυχέα, Α., Κατοίκηση και Κατοικία, Διερευνώντας τα όρια της αρχιτεκτονικής, Γράμματα, Αθήνα, 2003.
[5] Ενδεικτικά αναφέρονται τα: Αντωνοπούλου, Σ., Ν., Ο μεταπολεμικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας και το οικιστικό φαινόμενο, 1950-1980, Παπαζήση, Αθήνα, 1991, και Μαρμαράς, Μ., Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα, 1991.

14 Ιουνίου 2006


...αυτό είναι το πολυαναμενόμενο αποτέλεσμα και η ανταπόκριση ήταν πολύ θετική. Όσο γι αυτούς που θα το χρησιμοποιήσουν... ακόμα νιώθουν άβολα. Η διαφάνεια του χώρου τους κάνει να νιώθουν εκτεθιμένοι. Το μέλλον θα δείξει κατά πόσο μια πολιτική τελικά πρόταση (διαφάνεια) θα γίνει αποδεκτή από τους ίδιους τους πολιτικούς.