6 Σεπτεμβρίου 2006

"The fall of Bilbao" by M. Miessen


"...The image of the architect has often been related to the male heroic protagonist who introduces to the outside an established lifestyle. It is precisely here that one can locate the turning point in practice: the neglect of egocentric narrative and self-referential ambition in favour of catering for a particular, site-specific public. Such altruistic appreciation of what architecture can possibly be opposes individualism and raises the fundamental question of whether or not architecture should be taken forward as an art practiced by and for the sake of a broader cultural landscape or a commercial enterprise geared to the needs of the market. The highly romanticised ideal of the architect – "general progress in architecture according to a personal conception, usually of style, embodied in buildings and developed from architect to architect over the course of history" [2], which essentially derived from Aristotelian idealism – is no longer valid. Today, one has to appreciate the difference between the "architecture of image" and what one might call "post-Bilbao" practice. The starting point for this shift could arguably be identified as the moment when Frank Gehry's Guggenheim Museum in Bilbao opened in 1997. One of the last of the twentieth-century architectural superstars, Gehry became the epitome of a generation that set out to be part of an avant-garde and ended up as a highbrow, copy-paste establishment.


One could argue that the moment when Bilbao was born, an emerging generation of architects started to critically engage with the shortcomings of twentieth-century Western modernism and what the course of modernism and postmodernism had avoided dealing with: the manipulation of archetypical situations. In contrast to the process of pure image production, these new practitioners no longer operate on the -ism level. Although it is true that such anti-image is yet another ideological position that creates an image, the difference here is the way in which the protagonists act, network, and shift interests: suddenly, peripheral areas have become the focal point. Unburdened by the weight of the twentieth century, they have rediscovered a localism based on the belief that certain problems need tailor-made solutions rather than philosophically outsourced meta-agendas. This specific kind of problem solving has abandoned an understanding of architecture for the sake of the stylised object propelled by virtuous vision. Today, if one is working on a project dealing with the West Bank, the project is most likely to take into consideration an open-source involvement with its cultural and geopolitical heritage. In contrast to the late twentieth-century project of "the diagram" – which was purely modern in the sense that it attempted to deliver a personal, scientific solution to a problem that was being put forward by cancelling out everything else – "post-Bilbao" has started to generate a discourse that acknowledges the political implications of space as something which urgently needs to be dealt with. Like so many other theories and practices in history, the diagram was a stoic cocoon. Rather than a simple fashion, it dwelt on the image of the architect as the master of virtue, the master who cannot fail. As a container of the heroic tradition supported by self-image, the diagram – in the purely modern sense that it was playing with the age-old, prevailing image of the architect as impeccable master – was an intellectual claim only. Today, however, we work under a different ideological system, a scenario that is contingent, informal, ephemeral, and resists the notion of pure object-lust. There is no longer any sympathy for the stoic, self-referential, and masturbatory notion of the diagram when, post Internet and 9/11, everyone realises that the rest of the world is burning.

Since we are arguably at a turning point in the history of spatial practice – the junction where egotistic ambition is being separated from ambitious vision – we should actively engage with the current optimism regarding society as both a human and spatial construct. It is not the glorious virtue of the dead, but the eradication of the desire to be remembered that ambitiously prepares ground for change. Rather than mourning the passing of the old codes, it is time to venture out into the snowstorm. This is the tragic moment of realisation, in which the Stoic faces the deadlock of stable harmony as the epitome of nihilism."

  • [2] Andrew Saint, The Image of the Architect, Yale University Press, 1983.

7 Ιουλίου 2006

χάρτινα κτήρια...


















...δηλαδή κτίρια που έμειναν στα χαρτιά λόγω διαφωνιών, αποτυχιών, υπερβολών, ατολμιών, αναδιπλώσεων, παρεξηγήσεων, αμφιβολιών, συγκρούσεων, προβληματισμών, απορρίψεων, απωλειών...
κάποια μαζεμένα bits (κομμάτια δηλαδή) που δεν προχώρησαν στην υλοποίηση... ίσως προς το παρόν.

30 Ιουνίου 2006

Διαγωνισμός ΓΕΚ / ΙΙ



















// model-renderings: Γιάννης Καραχάλιος

Διαγωνισμός ΓΕΚ / Ι




Οι νεότερες ερευνητικές κατευθύνσεις των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών με την έμφαση που δίνουν στην υποκειμενικότητα της εμπειρίας υπογραμμίζουν ότι είναι αδύνατη η οποιαδήποτε μορφή αυθεντίας[1], τοποθέτηση η οποία εκφράζει σε μεγάλο βαθμό και τους σύγχρονους αρχιτεκτονικούς προβληματισμούς. Θεωρούμε πως η αποδοχή της σύγχρονης κατοίκησης ως σύνθετης πολυπολιτισμικής έκφρασης της κοινωνίας αποτελεί θεμέλιο για μια αρχιτεκτονική θεώρηση η οποία υπερβαίνοντας τη κατηγορία της ιδεολογίας και της επιστημονικής αυθεντίας δεν επιβάλει έναν παραδειγματικό τρόπο ζωής αλλά συνθέτει και αναδεικνύει υφιστάμενες πρακτικές κατοίκησης. Κεντρικός θεωρητικός άξονας για τη συγκεκριμένη πρόταση τοποθετήθηκε η θέση του Pierre Bourdieu, σύμφωνα με τον οποίο ο άνθρωπος, το υποκείμενο δηλαδή της κοινωνίας, τοποθετείται στο κέντρο της κοινωνικής διαδικασίας από τη στιγμή που μπορεί μέσα από πρακτικές[2] να δημιουργεί τις δικές του ταξινομίες δηλαδή τις δικές του συμβολικές αναπαραστάσεις που δεν αντανακλούν απλώς τις ιδέες του για τον κόσμο αλλά κάνουν τον κόσμο[3].

Αρχικός στόχος ήταν η διερεύνηση των διαφόρων συλλογικών πρακτικών κατοίκησης μέσα από μια αναδρομή στην ιστορία του πολιτισμικού φαινομένου της κατοίκησης στον Δυτικό πολιτισμό και την Ελλάδα ειδικότερα. Οι έρευνες της ψυχολόγου-κοινωνιολόγου Monique Eleb Vidal και των αρχιτεκτόνων Anne Debarre-Blanchard και Άννης Βρυχέα[4] παράλληλα με μια εκτενή βιβλιογραφία πάνω στην ελληνική πραγματικότητα[5] ανέδειξαν την ιστορική και κοινωνική σημασία της πολυκατοικίας και της μονοκατοικίας ως δύο πρακτικών κατοίκησης με ιδιαίτερες πολιτισμικές προεκτάσεις που συνυπάρχουν στην νεότερη αστική κοινωνία από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και σήμερα.

Έτσι οδηγηθήκαμε στην αποδοχή των δύο αυτών διακριτών πρακτικών κατοίκησης και κρίναμε απαραίτητο την αρχιτεκτονική σύνθεσή τους σε ένα ενιαίο σύνολο το οποίο σηματοδοτεί την συνύπαρξη κοινωνικών και πολιτισμικών διαφορετικοτήτων. Αυτές οι δύο πρακτικές κατοίκησης διαμόρφωσαν τα δύο βασικά μέτωπα του συγκροτήματος στις οδούς Μυλλέρου και Μαραθώνος.

Παράλληλα θεωρήσαμε πως πέρα από την έκφραση και την ανάδειξη των υφιστάμενων πρακτικών κατοίκησης έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί από το κοινωνικό σώμα, ο αρχιτέκτονας μπορεί να συμβάλει στην δημιουργία του πολιτισμού της κατοίκησης προτείνοντας εναλλακτικούς τρόπους κατοίκησης που λειτουργούν σημειακά και βελτιώνουν την ποιότητα του συνολικού κτιριακού συγκροτήματος. Τα σημεία εναλλακτικής κατοίκησης εντοπίστηκαν στις περιοχές που αναφέρονται στον αίθριο χώρο κεντρικά του οικοδομικού τετραγώνου και επιχειρούν να νοηματοδοτήσουν έναν χώρο που η συλλογική πρακτική της κατοίκησης δεν έχει καταφέρει ως σήμερα να χειριστεί δημιουργικά οδηγώντας στις συμβατικές επιλύσεις του γνωστού «ακάλυπτου χώρου».

Κεντρικός στόχος της πρότασης ήταν η συγκρότηση ενός κτιριακού συνόλου που ανταποκρίνεται δημιουργικά στις υφιστάμενες πρακτικές κατοίκησης αποδεχόμενο την πολυπλοκότητα της καθημερινής εμπειρίας και προτείνει διαφορετικούς τρόπους κατοίκησης- η διαφορετικότητα όντας οικονομική, κοινωνική, πολιτισμική- συμβάλλοντας στην αρμονική συνύπαρξη των διαφορετικοτήτων της σύγχρονης μεγαλούπολης.

Στο κτίριό μας υπάρχουν τα παρακάτω τρία σενάρια κατοίκησης:

Σενάριο Α
Το αστικό διαμέρισμα. Το πρώτο σενάριο εκφράζει σαφώς μία αστική συνείδηση. Συνεχίζει την παράδοση της πολυκατοικίας του 20ου αιώνα με όλες τις αξίες που έχει αυτή (οικονομία, τυποποίηση, πυκνότητα). Εκφράζει τον κάτοικο που θέλει να μένει στην πόλη, ο οποίος επιθυμεί την απομόνωση και ταυτόχρονα θέλει να αναφέρεται στην πόλη. Κατοικίες των 60 και 90 τ.μ. μαζί με τα καταστήματα αναπαριστούν το αστικό τοπίο της συλλογικής συνείδησης.

Σενάριο Β
Η μονοκατοικία. Οι κατοικίες που ανήκουν σε αυτόν τον τύπο έχουν ανεξάρτητη είσοδο από το δρόμο, ανεξάρτητη θέση στάθμευσης, προκήπιο, αίθριο, μικρή πισίνα. Επίσης ανεξάρτητη είναι η κατακόρυφη επικοινωνία. Η ανάγκη που υπάρχει από πολλούς σήμερα για μία τέτοια κατοικία, ανάγκη που σχετίζεται από μια διάθεση ιδιωτικότητας, ανεξαρτησίας, προσωπικής έκφρασης είναι σημαντική και θέλαμε να τονιστεί. Ακόμα και η αναφορά σε παλαιότερες τυπολογίες κατοίκησης (ισόγειο σπίτι με αυλή) στο κέντρο της Αθήνας πιστεύουμε ότι πρέπει να βρει τη θέση της στη σύγχρονη πόλη. Το Μεταξουργείο όπως και άλλες γειτονιές του ιστορικού κέντρου έχουν ένα χαρακτήρα ο οποίος δεν προκύπτει μόνο από μορφές αλλά κυρίως από ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το σενάριο Β επανερμηνεύει ένα τέτοιο τρόπο ζωής και συνδιαλέγεται με το παρελθόν. Η σύγχρονη ζωή συναντά την ιστορία της.

Σενάριο Γ
Η εναλλακτική κατοικία. Ο τρίτος τύπος εκφράζει την πρότασή μας για μία κατοικία στο κέντρο της πόλης η οποία προβάλει έναν εναλλακτικό τρόπο ζωής. Είναι ένας τρόπος ζωής που αναιρεί τις συμβάσεις ανάμεσα στην εργασία και τη κατοικία, στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Είναι χώροι οι οποίοι λειτουργούν με το όριο του μέσα και του έξω, αποκτούν υβριδική ταυτότητα, ενσωματώνουν πολλαπλές χρήσεις και προβάλλουν διαφορετικά πρόσωπα στην πόλη. Είναι κατοικίες-εργαστήρια που απευθύνονται κυρίως σε καλλιτέχνες οι οποίοι θέλουν να ζουν και να δουλεύουν στον ίδιο χώρο, να μπορούν εύκολα να έρθουν σε επαφή μεταξύ τους, να επικοινωνήσουν άμεσα με το κοινό, να απευθυνθούν στην δυναμικά πόλη.

Κώστας Τσιαμπάος - Μυρτώ Κιούρτη (Aπό το κείμενο του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού της ΓΕΚ) 



[1] Erickson, P., Murphy, L., Ιστορία της Ανθρωπολογικής Σκέψης, [1998], Κριτική, Αθήνα, 2002, σελ. 197.
[2] Bourdieu, P., Le sens pratique, Minuit, Paris, 1990, σελ.89.
[3] Erickson, P., Murphy, L., Ιστορία της Ανθρωπολογικής Σκέψης, [1998], Κριτική, Αθήνα, 2002, σελ.200.
[4] Eleb-Vidal, M., Debarre-Blanchard, A., L’ invention de l’ habitation moderne Paris 1880-1914, Hazan, CEE, 1995, όπως επίσης Eleb-Vidal, M., Debarre-Blanchard, A., Architectures de la vie privée, maisons et mentalités, XVIIe-XIXe siècles, Archives d’ Architecture Moderne, Bruxelles, 1989 και Βρυχέα, Α., Κατοίκηση και Κατοικία, Διερευνώντας τα όρια της αρχιτεκτονικής, Γράμματα, Αθήνα, 2003.
[5] Ενδεικτικά αναφέρονται τα: Αντωνοπούλου, Σ., Ν., Ο μεταπολεμικός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας και το οικιστικό φαινόμενο, 1950-1980, Παπαζήση, Αθήνα, 1991, και Μαρμαράς, Μ., Η αστική πολυκατοικία της μεσοπολεμικής Αθήνας, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα, 1991.

14 Ιουνίου 2006

τελικά...



...αυτό είναι το πολυαναμενόμενο αποτέλεσμα και η ανταπόκριση ήταν πολύ θετική. Όσο γι αυτούς που θα το χρησιμοποιήσουν... ακόμα νιώθουν άβολα. Η διαφάνεια του χώρου τους κάνει να νιώθουν εκτεθιμένοι. Το μέλλον θα δείξει κατά πόσο μια πολιτική τελικά πρόταση (διαφάνεια) θα γίνει αποδεκτή από τους ίδιους τους πολιτικούς.

4 Ιουνίου 2006

TA NEA 27/5

Έκλεισε το μάτι...

Ο ΜΙΚΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟΣ


ΕΓΙΝΕ στα εγκαίνια των νέων γραφείων του ΠΑΣΟΚ στο Ίλιον. Υπενθυμίζω ότι πρόκειται για νέα αρχιτεκτονική πρόταση που δεν εκφράζει απλώς μια αισθητική άποψη αλλά αντανακλά και μια νεωτερική αντίληψη για τα κομματικά. Χάριν μαρτυρίας, επικαλούμαι διάλογο ανάμεσα σε δύο νεολαίους ενώπιον του Γιώργου Παπανδρέου:

ΝΕΟΛΑΙΟΣ 1 [δείχνοντας τα γραφεία στον άλλον]: «Μην τα κοιτάς αυτά, δεν είναι για μας...»

ΝΕΟΛΑΙΟΣ 2 [σε πονηρό στυλ]: «Άμα σου χαρίζουν κάτι, το παίρνεις»

ΟΠΟΤΕ ο Γιώργος κλείνει το μάτι στον πρώτο νεολαίο, σε λογική «άκου τι σου λέει». Το μήνυμα είναι απλό. Τα νέα γραφεία δεν έγιναν για τους κομματικούς του παλιού ΠΑΣΟΚ. Έγιναν για να μπουν μέσα νέοι άνθρωποι...

Προτιμούν το υπόγειο...


ΠΡΑΓΜΑΤΙ, η επιθυμία της Χαριλάου Τρικούπη είναι να είναι τα νέα γραφεία «διαφανή και όχι διαμπερή» -δηλαδή να μένει ο κόσμος, να μη μπαινο-βγαίνει -κατά τη διατύπωση του Σπύρου Βούγια, που έχει την υψηλή εποπτεία του πρότζεκτ. Το γραφείο στο Ίλιον -σε σχέδιο των αρχιτεκτόνων Τσιαμπάου και Κούρτη -χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από το ΠΑΣΟΚ για λόγους συμβολικούς. Στα υπόλοιπα θα τσοντάρουν και οι οργανώσεις όπως έγινε στην Τούμπα, όπου οι τοπικοί έβαλαν τα δύο τρίτα των χρημάτων για να υλοποιηθεί το σχέδιο του Λεωνίδα Παπαλαμπρόπουλου. Τους αρέσει πολύ, αλλά προτιμούν να συνεδριάζουν στο υπόγειο! Προφανώς κάποιες κομματικές αντιλήψεις δεν αλλάζουν...

2 Ιουνίου 2006

ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ "NEW TRENDS"


Σήμερα στις 6.30 είναι τα εγκαίνια και αύριο η ημερίδα με τους παραπάνω ομιλητές