Ετικέτες

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα TEXTS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα TEXTS. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Φεβρουαρίου 2022

Le double voyage : Paris‐Athènes (1945‐1975)

 



Kostas Tsiambaos, 
"La maison Spiteri: un 'malentendu' de 60 ans", pp. 105-124.

résumé FR

En 1945, Aristomenis Provelenghios voyageait d'Athènes à Paris sur "Mataroa". Après environ dix ans, et après avoir travaillé à l'atelier de Le Corbusier, il a décidé de retourner à Athènes. La résidence-atelier Spiteri au coin des rues de Cycladon et Kefallinias à Kypseli, conçue par Provelenghios en 1955, est considérée comme l'un des chefs-d'œuvre de l'architecture grecque moderne d'après-guerre. Bon nombre des éléments de conception architecturale appris à côté de Le Corbusier se trouvent dans cette résidence. Mais, si pour Le Corbusier l'architecture devait remplacer la révolution, pour Provelenghios l'architecture devait préparer la révolution. Architecture ou révolution? Provelenghios demanderait "pourquoi pas les deux?" Même s'il s'agit d'un 'malentendu', ce malentendu pourrait nous intéresser.

abstract EN

In 1945 Aristomenis Provelenghios was travelling from Athens to Paris on the ship "Mataroa". After about ten years, and after having worked to Le Corbusier's office, he decided to return to Athens. The residence-atelier Spiteri on the corner of Cycladon and Kefallinias streets in Kypseli, designed by Provelenghios in 1955, is considered as one of the masterpieces of post-war modern Greek architecture. Many of the architectural design elements learned next to Le Corbusier are found in this residence. But, if for Le Corbusier architecture had to replace the revolution, for Provelenghios architecture had to prepare the revolution. Architecture or Revolution? Provelenghios would ask "why not both?" Even if this is a 'misunderstanding', this misunderstanding may be of interest to us.

Sommaire

Changement et continuité

Athènes-Paris, 1945-1975 : le double voyage en temps de crises, par Lucile Arnoux-Farnoux

Du Mataroa à la Junte : les relations intellectuelles et culturelles franco-helléniques sous le signe du renouveau, par Nicolas Manitakis

Parcours d’architectes

Le double voyage des architectes, du Mataroa à la fin de la dictature, par Panayotis Tournikiotis

La troisième voie de l’architecture moderne, par François Loyer

Les cours de Georges Candilis aux Beaux-Arts dans les années 1960 : entre anthropologie et politique, par Yannis Tsiomis

Projets de Georges Candilis pour la Grèce (1958-1969) : Athènes, Phalère, Patras, Spetses, par Nikos Magouliotis et Panayotis Tournikiotis

La maison Spiteris : un « malentendu » de soixante ans, par Kostas Tsiambaos

La maison de Iannis Xenakis pour François-Bernard Mâche à Amorgos : une réalisation par correspondance, par Konstantina Kalfa et Mara Papavasileiou

Le poids du monde : pour une réhabilitation de Thanos Tsingos, par Panayotis Farantatos

Jean Dubuisson en Grèce, 1946-1949, par David Peyceré

Exposition, création, diffusion

Expositions d’art à Paris et Athènes après 1945 : orientations et objectifs politiques, par Areti Adamopoulou

Art grec contemporain : l’exposition collective d’artistes grecs à Paris en 1959 et le « goût de notre temps », par Anny Málama

Tériade et la Grèce, 1945-1979 : une relation entre le mythe et la réalité, par Poppy Sfakianaki

Pierre Restany, Nikos Kessanlis et le mec’art : « un engagement théorique et pratique commun », par Polyxeni Kosmadaki

Histoire et critique d’art françaises dans la revue Ζυγός, de 1955 à 1966, par Sofia Tzima

Image et tourisme dans l’après-guerre : tradition et nouveauté d’un « Monde en couleurs », par Christine Peltre

Traduction, réception, transfert

La réception de la littérature grecque en France du Mataroa à la fin de la dictature (1945-1975) : le rôle des éditeurs et des traducteurs, par Lucile Arnoux-Farnoux

Transferts culturels franco-helléniques en période de crise : les traductions dans les revues Νέα Εστία et Ελεύθερα Γράμματα (1945-1951), par Titika Dimitroulia

Les trajets multiples de transferts culturels : le cas de Roger Milliex, par Ourania Polycandrioti

De Kazantzakis à Vassilikos : littérature, politique et cinéma, par Michel Grodent

Les temps de pierre : traduction, édition et réception de Yannis Ritsos, par Myriam Olah

La Muse militante : Aragon et les Grecs (1945-1975), par Lizzie Tsirimokou

« L’enfer c’est les autres » : Jean-Paul Sartre et l’existentialisme dans la Grèce d’après-guerre, par Marilisa Mitsou

Bibliographie

Index

Résumés des contributions

Liste des auteurs

Table des matières

5 Ιανουαρίου 2022

Καθημερινή - 5/1/22


 Πίστη στη δημοκρατία και στην τεχνολογία

Αν η ιστορία της αρχιτεκτονικής μετριέται σε γενιές αρχιτεκτόνων, τότε σίγουρα ο Richard Rogersήταν ένας από τους σημαντικότερους της γενιάς του. Γεννημένος στην Ιταλία, όπου οι Άγγλοι προγονοί του είχαν μεταναστεύσει το 1800, μεγάλωσε σε ένα ενδιαφέρον και δυναμικό φλωρεντινό περιβάλλον. Η επιστροφή όμως της οικογένειάς του το 1939 στην Αγγλία θα σήμαινε την αρχή μιας δύσκολης περιόδου: μαθησιακές δυσκολίες, υστέρηση ως προς τους συμμαθητές, απόρριψη από τους δασκάλους κ.ο.κ. θα δημιουργούσαν την αίσθηση στον μικρό Ρίτσαρντ ότι κάτι δεν πάει καλά σε μια εποχή που, πράγματι, τίποτα δεν πήγαινε καλά. Η μετάβαση από τη φωτεινή Ιταλία στη μουντή Αγγλία, εν καιρώ πολέμου, έμοιαζε με μια ‘πτώση’ χωρίς επιστροφή. Ευτυχώς, η στήριξη από τη μητέρα του και η εγγραφή σε ένα σχολείο ειδικής αγωγής βοήθησαν το παιδί να αναπληρώσει ένα μεγάλο μέρος των κενών του (τη δυσλεξία του θα τη συνειδητοποιούσε πολλά χρόνια αργότερα). 

Το ενδιαφέρον για μια καλλιτεχνική δημιουργία η οποία θα είχε ταυτόχρονα σαφή κοινωνικό αντίκτυπο έκανε τον Rogers να στραφεί στην αρχιτεκτονική. Και αν τα πρώτα χρόνια στην Architectural Association του Λονδίνου δεν ήταν ρόδινα, η αναγνώρισή του από τον διάσημο Peter Smithson(καθηγητής του στο τελευταίο έτος των σπουδών του) θα αποδεικνύονταν καταλυτική. Από εκεί και πέρα η πορεία θα ήταν μόνο ανοδική: οι μεταπτυχιακές σπουδές με υποτροφία στο Yale, η γνωριμία με τον συμφοιτητή του Norman Foster, η μαθητεία δίπλα στους Rudolph, Scully, Chermayeff κ.α. θα ανεδείκνυαν έναν νέο, φωτεινό δρόμο δημιουργίας.

Η επιστροφή αυτής της προσωπικής αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης σε μια εποχή με μεγάλες προσδοκίες από το μέλλον, όπως ήταν η δεκαετία του 1960, είχε ως αποτέλεσμα μια αρχιτεκτονική η οποία χαρακτηρίζονταν από δύο βασικά στοιχεία: αφενός από την πίστη στη δύναμη της τεχνολογίας να δημιουργεί χωρικές συνθήκες που επέτρεπαν τη μέγιστη δράση και ελευθερία και, αφετέρου, από το δημοκρατικό όραμα να υπηρετεί αυτή η αρχιτεκτονική τη νέα κοινωνική πλειοψηφία των πόλεων της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.

Οι παραπάνω αρχές καθόρισαν τη συνεργασία του Rogers με τον Renzo Piano, την επιτυχία στον διαγωνισμό για το κέντρο Pompidou στο Παρίσι (1971) και την κατασκευή αυτού του κτιρίου το οποίο, δίχως αμφιβολία, είναι ένα από τα ριζοσπαστικότερα αρχιτεκτονικά έργα όλων των εποχών. Η καινοτόμος στατική επίλυση του μεταλλικού φορέα, η εκτεταμένη χρήση της τυποποίησης και της προκατασκευής, η μεταφορά των βασικών κινήσεων και τεχνικών εγκαταστάσεων εκτός του κτιρίου κ.ο.κ. ήρθαν να συγκροτήσουν έναν μοναδικό κτιριακό οργανισμό ο οποίος μπορεί να υψώνονταν με αυθάδεια μέσα στο κέντρο της ιστορικής πόλης, αλλά ταυτόχρονα έδινε νέο περιεχόμενο στη σύγχρονη αστικότητα και κοινωνική συνύπαρξη, με τη μεγάλη δημόσια πλατεία που όριζε μπροστά του. 

Αυτό το κοινωνικό περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής το οποίο περιέγραφε ο Rogers στις προτάσεις του για το ‘Νέο Λονδίνο’, τη δουλειά του για το κόμμα των Εργατικών και τα δημόσια κτίριά του, εντός και εκτός Ευρώπης, είναι ίσως αυτό που αξίζει να κρατήσουμε σήμερα. Και υπό αυτό το πρίσμα να δούμε ξανά τη δουλειά του αναλογιζόμενοι τι είναι σήμερα η πόλη, με όρους πολιτικής, και τι μπορεί να κάνει η αρχιτεκτονική μέσα στην πόλη αυτή.

Ο κ. Κώστας Τσιαμπάος είναι επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ

18 Μαΐου 2021

Καθημερινή - 15/5/2021

Φωτογραφία: Κώστας Τσιαμπάος
 
Στη γνωστή λιθογραφία του 1833 με τίτλο ‘Σχέδιον της νέας πόλεως των Αθηνών’ των Κλεάνθη και Schaubert η Αθήνα αναπαρίσταται με δύο διαφορετικούς τρόπους και σε δύο διαφορετικούς χρόνους: η Αθήνα του μέλλοντος, μέσα από την προτεινόμενη κάτοψη της νέας πόλης στο κέντρο του χαρτιού, και η Αθήνα του παρόντος, μέσα από προοπτικά σχέδια γνωστών αθηναϊκών μνημείων στο περιμετρικό πλαίσιο. Αυτές οι προοπτικές αναπαραστάσεις είχαν ιδιαίτερη σημασία γιατί περιέγραφαν το ιστορικό υπόβαθρο, το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να αναπτυχθεί η νέα αστικότητα. Και αυτό το πλαίσιο δεν ήταν μόνο κλασικό, αλλά περιελάμβανε μνημεία ελληνιστικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά, οθωμανικά. Ακόμα και ο ίδιος ο Παρθενώνας δεν αποτυπώνονταν ως ένας εξιδανικευμένος, ‘καθαρός’ Παρθενώνας, αλλά όπως πραγματικά ήταν, με το οθωμανικό τζαμί ακόμα εντός του. Το ίδιο το πολεοδομικό σχέδιο άλλωστε ενσωμάτωνε εξαρχής αρκετά σημαντικά μη κλασικά τοπόσημα ως αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης.

Ο παραπάνω καταρχήν συμπεριληπτικός σχεδιασμός της νέας Αθήνας δεν σήμαινε βέβαια ότι δεν υπήρχε ιεραρχία. Δεν σήμαινε ότι δεν γίνονταν, ταυτόχρονα, μια σαφής αξιολόγηση για το τι είναι περισσότερο και τι είναι λιγότερο σημαντικό. Σημαντικό όχι μόνο με όρους ιστορικούς, αλλά και αρχαιολογικούς, αρχιτεκτονικούς, αισθητικούς, τεχνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς κ.α. Και σε αυτήν την αξιολόγηση η αρχιτεκτονική της κλασικής εποχής βρίσκονταν στην κορυφή. Ωστόσο, το τι έπρεπε να γίνει πάνω στην Ακρόπολη ούτε προδιαγεγραμμένο ήταν ούτε κοινώς αποδεκτό. Ο Schinkel, για παράδειγμα δεν δίστασε να προτείνει την κατασκευή του παλατιού του Όθωνα πάνω στον βράχο, μια πρόταση που για άλλους αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους της εποχής, συμπατριώτες του και μη, ήταν επιεικώς απαράδεκτη. Αντίστοιχα δεν ήταν όλοι σύμφωνοι με το να ‘διαγράφονται’ σημαντικές ιστορικές φάσεις όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την κατεδάφιση του Φράγκικου πύργου το 1874 η οποία θεωρήθηκε ως μια πράξη βανδαλισμού από σημαντικούς ξένους επιστήμονες και διανοούμενους. Τα αναφέρω αυτά για να επισημάνω ότι ποτέ δεν υπήρξε μία ενιαία ‘δυτική’ ή ‘λευκή’ ή ‘αποικιοκρατική’ ματιά πάνω στην Ακρόπολη, όπως ακούγεται τελευταία. Οι προσεγγίσεις ήταν πάντα πολλαπλές, οι προτεραιότητες διαφορετικές, τα συμφέροντα αντικρουόμενα.

Η σύγχρονη φάση της αναστήλωσης της Ακρόπολης (1974-σήμερα) ακολουθεί μία φιλοσοφία αναστήλωσης περισσότερο πολυσυλλεκτική. Εδώ η συμπερίληψη δεν αφορά μόνο την τεκμηρίωση, αλλά και την προστασία και ‘συναναστήλωση’ διαφορετικών ιστορικών φάσεων. Άλλωστε οι ίδιοι επιστήμονες που εύκολα κατηγορούνται για πνεύμα ‘εκκαθάρισης’ είναι που τεκμηρίωσαν με ακρίβεια όλες τις ιστορικές φάσεις του βράχου. Ασφαλώς, όπως και τον 19ο αι. έτσι και στη σύγχρονη εποχή ιεραρχείται ως σημαντικότερη η κλασική εποχή. Και αυτή η επιλογή, παρά τις όποιες αντιρρήσεις και διαφωνίες, παραμένει επιστημονικά τεκμηριωμένη και διεθνώς αποδεκτή.

Πέρα από την όποια επιστημονική της εγκυρότητα, όμως, η επιλογή αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, άξια σεβασμού και για έναν σημαντικότερο λόγο. Επειδή το συλλογικό έργο που γίνεται εδώ και δεκαετίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου και με την υποστήριξη όλων των κυβερνήσεων αποτελεί ένα θετικό παράδειγμα συνέπειας και συνέχειας της μεταπολίτευσης. Μια σημαντική εθνική επιτυχία σε μια εποχή η οποία, καλώς ή κακώς, απέχει πολύ από τη μετα-εθνική φαντασίωση που κάποιοι βλέπουν ως ευκταία και εφικτή.

Προφανώς και η λογοδοσία, ο έλεγχος και ο κριτικός προβληματισμός από ειδικούς και μη ήταν και είναι απαραίτητα. Και ένα μέρος της συζήτησης που διεξάγεται σήμερα είναι πολύτιμο. Μια ρητορική, όμως, η οποία όμως το μόνο που βλέπει στη διαχρονική και δημοκρατική αυτή προσπάθεια είναι κάτι το απερίσκεπτο, βίαιο και ‘σκοτεινό’ μάλλον υιοθετεί τις πρακτικές τις οποίες υποτίθεται ότι αντιστρατεύεται. Αν στην καλύτερη περίπτωση μια τέτοια οπτική μοιάζει επιφανειακή, απλοϊκή ή ελιτίστικη, στη χειρότερη αναπαράγει μία νέο-οριενταλιστική οπτική απαξιώνοντας σημαντικούς θεσμούς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και υπονομεύοντας τις σύγχρονες συλλογικές κατακτήσεις του τόπου μας.

7 Μαΐου 2021

Τάσεις & εποχές της ελληνικής αρχιτεκτονικής φωτογραφίας



Η ασπρόμαυρη φωτογραφία σε αναλογίες 3/4 είναι χωρισμένη στα 3. Στο πάνω 1/3 μια βορειοανατολική άποψη της Ακρόπολης με την Πλάκα στη βάση του λόφου. Στα κάτω 2/3 ένα πυκνό σύμπλεγμα από κάθετα τεμνόμενες μεταλλικές ράβδους υπό διαγώνια οπτική. Αυτό που αποτυπώνεται είναι μία υπό κατασκευή πλάκα μπετόν αρμέ, με φόντο την Ακρόπολη. Ή, μήπως, αποτυπώνεται η Ακρόπολη να ‘πατάει’ πάνω στον οπλισμό μιας πλάκας λίγο πριν πέσει το μπετόν; Άλλωστε, η Ακρόπολη είναι πολύ σημαντική για να αποτελεί, απλώς, φόντο. Και, στο κάτω-κάτω, γιατί να πρέπει να στριμωχτεί αυτό το αριστούργημα της αρχιτεκτονικής πάνω από αυτές τις άχαρες χαλύβδινες βέργες οπλισμού, τα πλέγματα, τα τσέρκια και τα άγκιστρα; Η τόσο ρομαντική εικόνα της Ακρόπολης με τη νεοκλασική Πλάκα έχει κάπως αλλοιωθεί, σχεδόν μοιάζει να έχει καταστραφεί. Τα κάτω 2/3 απειλούν το πάνω 1/3· οι πυκνές μαύρες διαγώνιες γραμμές, που πότε πυκνώνουν και πότε αραιώνουν, παλλόμενες σαν μια μοντέρνα διαγράμμιση που επεκτείνεται χωρίς όρια, μαυρίζουν ότι το ωραίο βρίσκεται από πάνω τους. Αυτή η ανώνυμη και τυπική μισοτελειωμένη κατασκευή αντιπαρατίθεται τόσο στο αιώνιο κλασικό κάλλος όσο και στην ιστορική πόλη του 19ου αιώνα. Το άγνωστο μπετονένιο κτήριο, ένα σώμα που δεν είναι καν ολοκληρωμένο, αμφισβητεί το ειδυλλιακό τοπίο γύρω του, αδιαφορεί για την παρουσία του και αμφιβάλλει για την αξία του. Κάτι παράξενο συμβαίνει εδώ.

Στη φωτογραφία αυτή του 1950, τραβηγμένη από το δώμα μιας οικοδομής κάπου κοντά στην πλατεία Συντάγματος, ο Δημήτρης Χαρισιάδης αποτυπώνει την κατασκευή ενός από τα χιλιάδες κτήρια μπετόν τα οποία θα ανοικοδομηθούν μετά τον Πόλεμο μεταβάλλοντας καθοριστικά την εικόνα της Αθήνας, όπως και των άλλων ελληνικών πόλεων. Η αφαιρετική σύνθεση των γραμμών του οπλισμού αντιπαραβάλλεται στην κλασική εικόνα της πόλης προοικονομώντας αυτό που θα έρθει για να την αλλάξει για πάντα. Η μοντέρνα Αθήνα, που τώρα κτίζεται, απέναντι στην παλιά· η νέα κατασκευή, που τώρα ανεγείρεται, δίπλα στην υπάρχουσα. Η υπό κατασκευή πλάκα γίνεται, με έναν απρόσμενο τρόπο, θεμέλιο του παρελθόντος. Το καινούργιο αναπαρίσταται ως μια νέα βάση για το παλιό· καθορίζει ένα νέο βλέμμα, περιγράφει ένα νέο πλαίσιο συζήτησης, αντίληψης και εμπειρίας. Στο εξής, η Αθήνα που γνωρίσαμε δεν θα υπάρχει παρά μόνο ως αυτό που θα διακρίνεται μέσα στη θάλασσα των μοντέρνων πολυκατοικιών.

Ο Χαρισιάδης (1911-1993) δεν ήταν βέβαια ένας τυπικός φωτογράφος αρχιτεκτονικής. Θα ξεκινούσε τη φωτογραφική του πορεία αποτυπώνοντας την καθημερινή ζωή στο Αλβανικό μέτωπο όπου και ο ίδιος πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός. Μια παράλληλη πορεία θα ακολουθούσε και ο Κώστας Μπαλάφας (1917-2011) ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του φωτογραφίζοντας τους αντάρτες στα βουνά της Ηπείρου, ως μέλος της 6ης Ταξιαρχίας του 85ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ., για να μας δώσει, όχι πολύ αργότερα, μερικές από τις σπουδαιότερες φωτογραφίες της μεταπολεμικής Αθήνας, όπως αυτές με τη φαντασμαγορική πλατεία Ομόνοιας του 1960 να πρωταγωνιστεί στις διάσημες νυχτερινές λήψεις του. Χαρισιάδης και Μπαλάφας είδαν στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση τη συνέχεια της εμπειρίας του πολέμου και μετέφεραν στα φιλμ τους την αισιοδοξία της μοντέρνας Ελλάδας ως απάντηση στον πόνο και τις καταστροφές, αλλά και τα οράματα και τις ελπίδες της δεκαετίας του 1940. Με έναν τρόπο, τα μεταλλικά όπλα, τα πολεμικά άρματα και οι λάμψεις του πεδίου της μάχης μεταμορφώθηκαν σε μεταλλικούς οπλισμούς κτηρίων, μοντέρνες κατασκευές και χρωματιστά φώτα βιτρινών και διαφημίσεων. Η φωτογράφηση σημαντικών έργων υποδομής (Μπαλάφας) ή τουριστικών συγκροτημάτων της Αττικής Ριβιέρας (Χαρισιάδης) δεν αναφέρονταν άλλωστε απλώς έργα αρχιτεκτονικής, αλλά εξέφραζε το συλλογικό μεταπολεμικό αφήγημα της ανάπτυξης και της ευημερίας δίνοντας την υπόσχεση για μια καλύτερη ζωή.

Στη Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 οι νέοι φωτογράφοι αρχιτεκτονικής διαμόρφωσαν την ταυτότητά τους μέσα από τις συνεργασίες τους με αντίστοιχα νέους αρχιτέκτονες, εμπνεόμενοι από περιοδικά όπως το L’Architecture d’Aujourd’hui και φωτογράφους όπως ο Julius Shulman και ο Lucien Hervé. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο φωτογράφος Δημήτρης Καλαποδάς, μόνιμος συνοδοιπόρος του αρχιτέκτονα Νίκου Βαλσαμάκη, αλλά και συνεργάτης άλλων σημαντικών αρχιτεκτόνων όπως ο Δημήτρης Φατούρος, ο Ιωάννης Βικέλας, ο Γιάννης Λιάπης, ο Τάκης Εξαρχόπουλος κ.α. Οι φωτογραφίες του Καλαποδά δεν υποστήριξαν απλώς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτών των αρχιτεκτονικών γραφείων, αλλά βοήθησαν την ελληνική αρχιτεκτονική να ταξιδέψει και εκτός της χώρας μέσα από κάδρα που αποτελούσαν μικρές, απολαυστικές ιστορίες που όλοι ήθελαν να δουν και να μάθουν.

Όντας μέρος των σπουδών της αρχιτεκτονικής η φωτογραφία αποτέλεσε πάθος και για αρκετούς αρχιτέκτονες όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης που δημοσίευε τα αρχιτεκτονικά του έργα αποκλειστικά με δικές του φωτογραφίες. Στην περίπτωση του Κωνσταντινίδη μάλιστα η φωτογράφηση δεν είναι κάτι που προηγείται της αρχιτεκτονικής πράξης, αφού η καταγραφή της αρχιτεκτονικής, και κυρίως της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των ελληνικών νησιών, ορίζει ταυτόχρονα το αξιακό πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής και υποδεικνύει τον δρόμο προς την «αληθινή αρχιτεκτονική» που πρέπει να ακολουθηθεί. Υπό αυτό το πρίσμα το γνωστό βιβλίο του Κωνσταντινίδη Τα Θεόχτιστα μπορεί να θεωρηθεί ως φωτογραφικό λεύκωμα και βιβλίο θεωρίας της αρχιτεκτονικής μαζί.

Στις ημέρες μας η φωτογραφία συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό εκφραστικό μέσο για τους αρχιτέκτονες και τους φοιτητές αρχιτεκτονικής. Σε μια εποχή που η λήψη μιας φωτογραφίας είναι τόσο άμεση και εύκολη όσο είναι η δημοσίευση και αναπαραγωγή της στο διαδίκτυο έχει προκύψει ένας νέος τρόπος αξιολόγησης της αρχιτεκτονικής μέσα από ψηφιακές φωτογραφίες και, κυρίως, μέσα από το πόσο ελκυστικές και δημοφιλείς φαίνονται αυτές οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τις ψηφιακές, φωτορεαλιστικές αναπαραστάσεις κτηρίων, τότε η συμβολή της φωτογραφίας στη σύγχρονη κατανάλωση της αρχιτεκτονικής είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο καθένας πλέον μπορεί να φωτογραφίζει κτήρια δικά του ή άλλων, κτήρια που υπάρχουν ή όχι. Από ένα σημείο και ύστερα το τί βλέπω μπροστά στην οθόνη μου και γιατί το βλέπω, το τί είναι πραγματικό και τι όχι, ούτε αποσαφηνίζεται ούτε ιεραρχείται.

Παρ’ όλα αυτά, οι σύγχρονοι Έλληνες φωτογράφοι που ασχολούνται και με την αρχιτεκτονική, όπως ο Γιώργης Γερόλυμπος, η Εριέτα Αττάλη, ο Γιώργος Μεσσαριτάκης, ο Νίκος Δανιηλίδης, ο Μπάμπης Λουϊζίδης (δραστήριος και στο Εργαστήριο Τεκμηρίωσης για την Αρχιτεκτονική και την Πόλη της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π.) και αρκετοί άλλοι, έρχονται ως ένα βαθμό να συνεχίσουν με επιτυχία την πορεία που χάραξαν οι πρώτοι διδάξαντες. Ταυτόχρονα, η νέα γενιά φωτογράφων επιχειρεί να παραμείνει ανοιχτή και εξωστρεφής, όπως και οι νέοι Έλληνες αρχιτέκτονες, να τολμά και να πειραματίζεται χωρίς να χάνει την προνομιακή της σχέση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο της χώρας στην οποία αναφέρεται.

Η δεκαετία του 1950 ήταν βέβαια τελείως διαφορετική από τη σημερινή εποχή. Στη φωτογραφία του Χαρισιάδη η αναπαράσταση της κατασκευής της μοντέρνας Αθήνας μπορούσε να εμπνέει και να συγκινεί πολλαπλώς τη στιγμή που μετέφερε στο κάδρο μια προοπτική γεμάτη ένταση και προσδοκίες. Το βλέμμα μπορούσε να σταθεί πάνω στη φωτογραφία και να ‘περπατήσει’ στο χώρο της ακριβώς γιατί η δισδιάστατη αποτύπωση της στιγμής λειτουργούσε ως ένα σταθερό βάθρο που άνοιγε τρισδιάστατα στον μελλοντικό χρόνο. Σήμερα, όμως, το βλέμμα δεν γνωρίζει τέτοιες αντιστάσεις, αλλά γλιστράει συνεχώς από τη μία εικόνα στην άλλη και διαπερνά τα πάντα, ρέοντας ανάμεσα στο φυσικό και το ψηφιακό, χωρίς να μπορεί να σταθεί εύκολα κάπου. Και αυτό είναι λογικό, τη στιγμή που οποιαδήποτε προβολή προς το μέλλον μοιάζει αντίστοιχα ρευστή, θολή και ανήσυχη. Πως θα μπορούσαν οι φωτογράφοι της αρχιτεκτονικής να κτίσουν σήμερα πάλι κάτι στέρεο και στιβαρό που να αντέξει στον χρόνο; Πως θα μπορούσαν να κάνουν ξανά αρχιτεκτονική με τις φωτογραφίες τους; Ίσως το αφιέρωμα αυτού του τεύχους να ανοίγει μια τέτοια συζήτηση.

Περιοδικό Φωτογράφος, μονοθεματικό τεύχος νο. 23 (Γ' τετράμηνο 2020) - αφιέρωμα στην αρχιτεκτονική φωτογραφία, σελ. 118-119

8 Απριλίου 2021

Αθήνα 200 χρόνια 200 κτίρια

 Αθήνα 200 χρόνια 200 κτίρια

Στο βιβλίο-λεύκωμα των 336 σελίδων παρουσιάζονται 200 επιλεγμένα κτίρια της Αθήνας από το 1821 έως το 2021.

Η παρουσίαση του κάθε κτιρίου καταλαμβάνει μία σελίδα και περιλαμβάνει φωτογραφία, βασικές πληροφορίες, καθώς και μία σύντομη περιγραφή.

Ο στόχος της έκδοσης, αφορμή της οποίας είναι η επέτειος των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, είναι η ανάδειξη του κτιριακού πλούτου της πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Το βασικό κριτήριο με το οποίο έγινε η επιλογή των 200 κτιρίων είναι η δημόσια όψη του κτιρίου να έχει ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία. Επιπρόσθετα, το κτίριο να συνεχίζει να κοσμεί την πόλη έως σήμερα.

Η παρουσίαση των επιλεγμένων κτιρίων έχει οργανωθεί σε πέντε χρονολογικές περιόδους ώστε να διευκολύνεται ο αναγνώστης να τοποθετήσει το κάθε κτίριο στον ιστορικό του χρόνο. Το λεύκωμα ξεκινάει με την περίοδο της συγκρότησης του πρώτου αθηναϊκού κλασικισμού και συνεχίζεται με τις περιόδους του όψιμου κλασικισμού και του Μεσοπολέμου όπου και αρχίζει να επικρατεί το μοντέρνο κίνημα στην αρχιτεκτονική. Ακολουθούν δύο μεταπολεμικές περίοδοι, με την τελευταία να διαρκεί έως σήμερα.

Το βιβλίο-λεύκωμα πλαισιώνεται από μία εισαγωγή του Μανώλη Αναστασάκη (εκδότη και διευθυντή του grad review), καθώς και από οκτώ κείμενα διακεκριμένων καθηγητών και ερευνητών τα οποία καλύπτουν όλη την περίοδο στην οποία αναφέρεται η έκδοση:

του Γιάννη Αίσωπου (Καθηγητή και Προέδρου στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών),
του Στέλιου Γιαμαρέλου (Λέκτορα Bartlett School of Architecture, Εκτελεστικού συντάκτη The Journal of Architecture),
της Μαρίας Δανιήλ (Δρ Αρχιτέκτων ΕΜΠ),
της Μαριλένας Κασιμάτη (Ιστορικού Τέχνης),
του François Loyer (Ιστορικού Τέχνης και Αρχιτεκτονικής, Επίτιμου Διευθυντή Έρευνας CNRS),
του Μάνου Μπίρη (Ομότιμου Καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ),
του Κώστα Τσιαμπάου (Επίκουρου Καθηγητή, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ) και
της Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ (Ιστορικού Αρχιτεκτονικής και Ομότιμης Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Ο κύριος όγκος της φωτογράφησης των κτιρίων πραγματοποιήθηκε από το φωτογράφο Βασίλη Μακρή. Η έκδοση έγινε δυνατή με την αποκλειστική χορηγία του Ομίλου ΑΒΑΞ. Κυκλοφορεί στα ελληνικά και στα αγγλικά σε ξεχωριστές εκδόσεις. Για παραγγελία στέλνετε μήνυμα στο gradreview@outlook.com.

Αθήνα 200 χρόνια 200 κτίρια, ISBN: 978-618-85306-0-7 Τιμή: 45 ευρώ
Athens 200 years 200 buildings, ISBN: 978-618-85306-1-4 Price: 45 euro

4 Οκτωβρίου 2020

Φωτογράφος τεύχος No 23. Αρχιτεκτονική φωτογραφία





https://www.photo.gr/product/%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%84%CE%B5%CF%8D%CF%87%CE%BF%CF%82-no-23-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE/?fbclid=IwAR2JXRDD_ISRVJEyfmvbNySM8XjDH9eFsVUQvvEAZLmY4vg6bsZwfI8R9EY

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ: Βαγγέλης Πατεράκης  

σελ. 8 Εισαγωγή στην Αρχιτεκτονική
Από τον Παναγιώτη Καλδή 

Γκαλερί αναγνωστών

σελ. 10 Οι δικες σας συνθέσεις
 
ΜΙΝΙ PORTFOLIO

σελ. 44 Γιώργος Βρεττάκος

σελ. 48 Julia Anna Gospodarou

σελ. 52 Γιώργης Γερόλυμπος

σελ. 58 Νίκος Δανιηλίδης

σελ. 64 Δημήτρης Καλαποδάς

σελ. 70 Βαγγέλης Πατεράκης 

KNOW HOW

σελ. 77 Εξοπλισμός. Ποια μηχανή;

σελ. 78 DSLR & Μirrorless

σελ. 80 To μεγάλο φορμά. Από την αίγλη της αναλογικής εποχής στο δύσκολο ψηφιακό σήμερα

σελ. 83 Φακοί. Επιλογές στο μικρό φορμά

σελ. 88 AF ή manual focus; Moνόδρομος η χειροκίνητη εστίαση;

σελ. 89 Φωτομέτρηση & έκθεση

σελ. 90 Drone | Όψεις από ψηλά. Αεροφωτογραφίες low budget

σελ. 92 Εξωτερικές λήψεις. Φωτογραφίστε σαν επαγγελματίες

σελ. 96 Εσωτερικοί χώροι. Κυρίως με φυσικό φως

σελ. 100 Φωτογράφιση για Airbnb. Μυστικά για το ιδανικό αποτέλεσμα

σελ. 104 Η σύνθεση. Κύριο χαρακτηριστικό των αρχιτεκτονικών λήψεων  

ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ

σελ. 106 Αρχιτεκτονική Φωτογραφία. Οι βασικές διορθώσεις στο Photoshop 

ΑΠΟΨΕΙΣ & ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

σελ. 116 Δημήτρης Φιλιππίδης
«Από το μοντερνισμό του Μεσοπολέμου ως σήμερα»

σελ. 118 Κώστας Τσιαμπάος
«Τάσεις & εποχές της ελληνικής αρχιτεκτονικής φωτογραφίας»

σελ. 120 Γιώργης Γερόλυμπος
«Mία ιστορική τοποθέτηση της αρχιτεκτονικής φωτογραφίας»

σελ. 124 Jean-Christophe Béchet
«Η αρχιτεκτονική φωτογραφία δεν είναι αυτό που ήταν…»

126 Πολυδεύκης Ασωνίτης
«Η αρχιτεκτονική ως πνευματικότητα & ως κατασκευή»

6 Αυγούστου 2020

Εξωτισμός και Αθηναϊκός Μοντερνισμός

Το άρθρο πλήρες, με τις εικόνες του εδώ:


Το εξωτικό ως μοντέρνο

Το 1933, το 4ο διεθνές συνέδριο μοντέρνας αρχιτεκτονικής (C.I.A.M.) έγινε στην Αθήνα και έφερε δεκάδες γνωστούς αρχιτέκτονες από όλον τον κόσμο να συζητούν για τη νέα (μοντέρνα) πόλη της εποχής τους. Αυτό το συνέδριο αποτέλεσε και ένα σημείο τομής για τη μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική, αφού έδωσε μια μοναδική ευκαιρία ορισμού τής ταυτότητάς της σε σχέση με τη διεθνή πρωτοπορία. Το πώς θα μιλούσε κανείς για την αξία τού μοντέρνου στην Αθήνα του 1933 –όπου σχεδόν τίποτα δεν έμοιαζε μοντέρνο– αποτέλεσε την κύρια πρόκληση για Έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες. Η προβολή τής πίστης των Ελλήνων αρχιτεκτόνων στη μοντέρνα αρχιτεκτονική έγινε μέσα από δύο κυρίως τρόπους. Ο πρώτος τρόπος ήταν άμεσος, και βασίστηκε στην επίσκεψη στα λίγα, αλλά σημαντικά, μοντέρνα κτήρια της Αθήνας (σχολεία, πολυκατοικίες, εργοστάσια, τεχνικά έργα), τα οποία μόλις τότε είχαν ολοκληρωθεί. Ο δεύτερος τρόπος ήταν έμμεσος, και αφορούσε τη σύνδεση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με την παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική, η οποία τότε έμοιαζε για όλους εξωτική.

Σε μια από τις πιο γνωστές προγραμματικές ομιλίες του συνεδρίου, ο τότε Κοσμήτορας της Σχολής Αρχιτεκτόνων, Αναστάσιος Ορλάνδος, κάλεσε τους συνέδρους να μην αμφιβάλουν στιγμή για το πόσο μοντέρνοι ήταν οι Έλληνες αρχιτέκτονες.¹ Για την ακρίβεια, οι Έλληνες αρχιτέκτονες θα αποδεικνύονταν πιο μοντέρνοι από τους (άλλους) μοντέρνους, αφού ήταν φορείς μιας παράδοσης η οποία ήταν ήδη "μοντέρνα" πολύ πριν το μοντέρνο. Επιβεβαιώνοντας την, ήδη διάχυτη σε μια πνευματική ελίτ του εξωτερικού, άποψη ότι η παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική εικονολογία (κυρίως αυτή των νησιών των Κυκλάδων) είχε χαρακτηριστικά μοντερνισμού (οι απλές δομές, οι αφαιρετικές μορφές, η έλλειψη διακόσμησης, η έμφαση στη λειτουργία κ.α.), ο Ορλάνδος έθεσε εξαρχής το εξωτικό ως προνομιακό "συνομιλητή", αν όχι καταγωγικό θεμέλιο του μοντέρνου.² Με άλλα λόγια, ο Ορλάνδος, αξιοποιώντας τον ήδη καλλιεργημένο εξωτισμό γύρω από την ελληνική παράδοση, μετέτρεψε το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα: το ελληνικό εξωτικό ήταν η προφανής απόδειξη ότι οι Έλληνες ήταν πάντοτε μοντέρνοι.

Αν αυτή η ανάδειξη του εξωτικού ως μοντέρνου μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα πειστικό αφήγημα για το κοινό μιας διεθνούς ελίτ αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων, δεν ήταν εξίσου κατανοητή από τον μέσο πολίτη της Αθήνας, ο οποίος ονειρευόταν να μείνει σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα.³ Αλλά και για τους χιλιάδες εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι εγκατέλειπαν τη ζωή της αγροτικής υπαίθρου, η διάκριση ανάμεσα στο εξωτικό και το μοντέρνο ήταν ξεκάθαρη. Όπως εξηγούσε ο Ηλίας Ηλιού στο γνωστό κείμενό του «Κουτιών εγκώμιο», το μοντέρνο "κουτί" της πολυκατοικίας αποτελούσε πλέον το νέο πρότυπο, όχι επειδή έμοιαζε με τα άλλα, παραδοσιακά "κουτιά" των νησιών, αλλά επειδή ήταν ένα "κουτί" το οποίο είχε ιδιότητες, ανέσεις και εξυπηρετήσεις, που εκείνα τα "κουτιά" δεν είχαν (στέρεη κατασκευή από μπετόν αρμέ, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, κεντρική θέρμανση, εσωτερικό λουτρό, ανελκυστήρα κλπ.)⁴. Στη λογική του Ηλιού⁵, το μοντέρνο είχε αξία ακριβώς επειδή ήταν κάτι νέο και της εποχής του, επειδή ήταν το απολύτως άλλο του εξωτικού.⁶

Εξωτισμός, αυτοεξωτισμός και μοντέρνα αρχιτεκτονική

Παρά τη διαφορετική ερμηνεία ακαδημαϊκών και κοινωνίας για τη σχέση μοντέρνου και εξωτικού, η κοινή πεποίθηση ότι η μοντέρνα αρχιτεκτονική ταυτίζεται με την πρόοδο και την ευημερία και ανοίγει τον δρόμο προς ένα καλύτερο μέλλον, βοήθησε ώστε ο μοντερνισμός να κατακτήσει την Αθήνα και τις άλλες ελληνικές πόλεις. Αν και από τη δεκαετία του ’50 ο νόμος προέβλεπε την προστασία «οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενεστέρων του 1830» (Ν. 1469/1950), η συστηματική ανακήρυξη μοντέρνων κτηρίων ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80.⁷ Γνωστά έργα της δεκαετίας του ’30 άρχισαν τότε να προστατεύονται, σε μια μεταμοντέρνα εποχή που το αισθητικό πρότυπο ήταν το «νεοκλασικό» ως σύμβολο της χαμένης αίγλης της παλιάς Αθήνας, τη στιγμή που η μοντέρνα αρχιτεκτονική, που τόσο είχε αγαπηθεί, έμοιαζε τώρα αλλόκοτη, και η μοντέρνα Αθήνα, η οποία δομήθηκε συλλογικά για δεκαετίες, κατακρινόταν τώρα ως αβίωτη «τσιμεντούπολη». Ως αντίδραση σε αυτόν τον "εκφυλισμό" του μοντέρνου, μια νέα συζήτηση για τον ελληνικό μοντερνισμό άρχισε να διεξάγεται όλο και πιο συχνά σε ακαδημαϊκό επίπεδο, με ξεχασμένους αρχιτέκτονες να μελετώνται και παραγνωρισμένα έργα να επαναξιολογούνται. Το 1990 μάλιστα, η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που συμμετείχαν στον νεοσύστατο διεθνή οργανισμό για την προστασία και τεκμηρίωση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής (do.co.mo.mo.), δηλώνοντας τη δυναμική παρουσία του ελληνικού μοντέρνου. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χαρακτηρισμός από τον Kenneth Frampton της Αθήνας ως «η κατ’ εξοχήν μοντέρνα πόλη», ήταν απρόσμενος, αλλά καλοδεχούμενος.⁸

Έτσι, στο τέλος της δεκαετίας του 1990, ο ελληνικός μοντερνισμός είχε κερδίσει μια σημαντική θέση στην επίσημη αρχιτεκτονική ιστορία της πόλης, με έργα του Κωνσταντινίδη, του Βαλσαμάκη ή του Ζενέτου να στέκουν ισάξια δίπλα σε έργα του Hansen, του Ziller ή του Καυταντζόγλου. Εκείνη την εποχή, η μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική προβαλλόταν στο εξωτερικό ως το αισιόδοξο, εξωστρεφές και δυναμικό εκείνο έργο που παράχθηκε σε περιόδους ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού, όπως ήταν οι δεκαετίες του ’30 και του ’60. Μεγάλες εκθέσεις για την ελληνική αρχιτεκτονική, όπως η Ελληνική αρχιτεκτονική στον 20ό αιώνα⁹ ή τα Τοπία εκμοντερνισμού¹⁰, ταξίδεψαν σε ευρωπαϊκές πόλεις κάνοντας γνωστή μία υψηλής ποιότητας αρχιτεκτονική παραγωγή, αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης στρατηγικής από Κράτος και ιδιώτες. Μια αρχιτεκτονική της ελίτ, η οποία έδινε το σωστό παράδειγμα, λαμπερή και αισιόδοξη για το μέλλον τής μοντέρνας κοινωνίας.

Μια άλλη, διαφορετική ματιά θα εμφανιστεί όμως λίγα χρόνια αργότερα. Το 2002, η συμμετοχή της Ελλάδας στην Biennale της Βενετίας έχει τίτλο Athens 2002: absolute realism.¹¹ Ο αθηναϊκός μοντερνισμός είναι και πάλι στο επίκεντρο, αλλά όχι πια μέσα από το "επίσημο" μοντέρνο. Εδώ δεν παρουσιάζεται η Αθήνα «την οποία φωτογραφίζουν εκατομμύρια τουρίστες απ' όλο τον κόσμο», αλλά το ανώνυμο, το πρόχειρο, το περιθωριακό, το ά-σχημο, μια πόλη «απελευθερωμένη από την πρωταρχική συνθήκη που είχε συνάψει με την εξουσία.»¹² Ήταν μια τολμηρή –και όπως θα φανεί προφητική– πρόταση, η οποία δέχθηκε έντονη κριτική και αντιμετώπισε πολλές αντιδράσεις από ειδικούς και ευρύ κοινό: μα, έτσι είναι η πόλη μας; Γιατί πρέπει να τα δείχνουμε όλα αυτά; Τι αξία έχουν;¹³ Δύο χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η μοντέρνα Αθήνα δεν μπορούσε να είναι αυτή, αλλά κάτι άλλο, πολύ καλύτερο.¹⁴

Φαίνεται όμως ότι οι επιμελητές της έκθεσης του 2002 δεν ήταν οι μόνοι που ενδιαφέρονταν για αυτόν τον παράδοξο "ρεαλισμό" που απέκλινε από το δυτικό υπόδειγμα. Πανευρωπαϊκά η έρευνα άρχισε να αντιμετωπίζει διαφορετικά το "ανώνυμο" μοντέρνο της Αθήνας. Διδακτορικές διατριβές και ερευνητικά προγράμματα σε σημαντικά Ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής (Richard Woditsch¹⁵, Όλγα Μοάτσου¹⁶, Πλάτων Ησαΐας¹⁷, Ιωάννα Θεοχαροπούλου¹⁸ κ.α.), συζητούσαν πλέον την κοινή, τυπική, αθηναϊκή πολυκατοικία με όρους ενός εναλλακτικού, "οριακού" μοντέρνου, το οποίο απέκλινε από την εμπειρία του αναπτυγμένου κόσμου. Η συνθήκη, με άλλα λόγια, την οποία συγκρότησε σταδιακά ο κατακερματισμός της γης, η διασπορά της ιδιοκτησίας και η γνωστή «πολυσθένεια»¹⁹ της ελληνικής οικογένειας, μαζί με το οικονομικό-αναπτυξιακό μοντέλο της αντιπαροχής και την ελαστική θεσμική διευθέτηση (νομιμότητας και αυθαιρεσίας) από το ελληνικό κράτος, φάνηκε ότι παρήγαγε και έναν συγκεκριμένο τύπο κτηρίου –αν όχι πόλης– τον οποίο άξιζε να μελετήσουμε περισσότερο.

Αλλά και στην Ελλάδα οι αρχιτέκτονες έσπευσαν να αναθεωρήσουν. Το 2008, η υποτιμημένη πολυκατοικία "νομιμοποιήθηκε" στο πλαίσιο της έκθεσης Un-built, ως ένα icon το οποίο μπορούσε να γίνει ξανά δημιουργικό και εξωστρεφές σύμβολο μιας νέας προστιθέμενης αξίας.²⁰ Η μπανάλ κατασκευή με τις διαδοχικές υποχωρήσεις-ρετιρέ έγινε αφίσα του ΕΟΤ, carte-postale, γραμματόσημο. Λίγα χρόνια αργότερα, η ελληνική συμμετοχή στην Biennale αρχιτεκτονικής της Βενετίας, με τίτλο Made in Athens, θα προχωρούσε ένα βήμα παραπάνω συνδέοντας την αθηναϊκή πολυκατοικία με την Αθήνα της κρίσης.²¹ Η μαζική πολυκατοικία ως αρχιτεκτονική ταυτότητα του ελληνικού εξαιρετισμού χαρακτήριζε πλέον την πόλη, με τον ίδιο τρόπο που την χαρακτήριζαν οι μαζικές διαδηλώσεις, οι μετανάστες, η ακροδεξιά, τα γκραφίτι, οι "μπαχαλάκηδες", οι καταστροφές. Μέσα από μια νέα κοινωνική ανανοηματοδότηση, το μοντέρνο έπαψε να συμβολίζει το θετικό βλέμμα προς το μέλλον, και έγινε κι αυτό κομμάτι της κρίσης δηλώνοντας την υπόσχεση που διαψεύστηκε, την προοπτική που κατέρρευσε, το κοινωνικό συμβόλαιο που ακυρώθηκε.

Κατά την τελευταία δεκαετία, εκατοντάδες προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές αρχιτεκτονικής από διάσημες Σχολές του εξωτερικού επισκέπτονται την Αθήνα για να καταλάβουν αυτό το "άλλο" παράδειγμα μοντέρνας πόλης, το οποίο δεν μοιάζει με όσα γνωρίζουν. Παρά τις έντονες και φιλότιμες προσπάθειες της μοντέρνας ελληνικής αρχιτεκτονικής να σταθεί με ίσους όρους δίπλα στα πρότυπα του ευρωπαϊκού "κέντρου", ξαφνικά το ελληνικό μοντέρνο έγινε εξωτικό, με την έννοια του πρωτόγονου, του αυτόχθονου, του πρόχειρου, του καταρχάς ακατανόητου, αυτού που έχει αναπτυχθεί συλλογικά και "από τα κάτω", φυσικά ή οργανικά όπως οι παραδοσιακοί οικισμοί των Κυκλάδων.²² Εδώ, το ειλικρινές ενδιαφέρον και η συγκαταβατική αναγνώριση μπλέκονται πολλαπλά με ένα νέο-αποικιοκρατικό τουριστικό βλέμμα, που μαθαίνει απολαμβάνοντας την εμπειρία μιας εξιδανικευμένης εθνικής ιδιαιτερότητας που φλερτάρει με την εξωτική από-ανάπτυξη.

Σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η αθηναϊκή μοντέρνα αρχιτεκτονική είναι διφυής και αμφίθυμος. Το γνωστό group του Facebook «Αθηναϊκός Μοντερνισμός» –το οποίο απαριθμεί πάνω από 20.000 μέλη– δημιουργήθηκε με στόχο να αναδείξει τη σημαντική μοντέρνα αθηναϊκή παράδοση και να ευαισθητοποιήσει για την αξία της.²³ Μια ματιά στα καθημερινά post αρκεί, όμως, για να διαπιστώσει κανείς ότι η συζήτηση δεν αφορά κατά κανόνα διάσημους αρχιτέκτονες και εμβληματικές κατασκευές. Ακόμα κι αν δεν λείπει ο θαυμασμός για το «αριστούργημα» και το «εξαιρετικό», αυτό που κυριαρχεί είναι το μικρό, το άγνωστο, το δευτερεύον. Κάθε ορθογωνισμένη προεξοχή, κάθε κυκλικός φεγγίτης, κάθε μπετονένια πέργκολα, κάθε σφυρήλατη σιδεριά, κάθε στρογγυλή κολόνα, κάθε κατακόρυφο άνοιγμα αναδεικνύεται ως ιδιαίτερο και σημαντικό, άξιο σχολιασμού και καταγραφής, σχεδόν με όρους φετιχισμού. Οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει το μοντέρνο, αυτό που «μοιάζει σαν», εκείνο που μιμείται, όλα αυτά τα οποία ήταν απαξιωμένα ως "κακά" παραδείγματα μπαίνουν στο μικροσκόπιο σαν αρχαιολογικά τεκμήρια τα οποία αξίζουν την προσοχή μας. Ο αθηναϊκός μοντερνισμός ταυτίζεται πανηγυρικά με τη μεγάλη μάζα, και τα χιλιάδες αδιάφορα κομματάκια μιας αρχιτεκτονικής την οποία όλοι καταδίκαζαν ως μέτρια, φτηνή, εμπορική κλπ., έρχονται να βρουν τη θέση τους σε ένα εναλλακτικό ψηφιακό αρχείο, το οποίο δεν έχει ανάγκη από ιεραρχίες και αξιολογήσεις.²⁴ Σε μια εορταστική εκδήλωση αυτοεξωτισμού, το ανώνυμο πλήθος των μοντέρνων κτηρίων της Αθήνας σχετικοποιεί τις αξίες, αποδέχεται τη μετριότητα, και χαμογελώντας με χαλασμένα δόντια σπρώχνει για μια θέση μπροστά στην κάμερα.²⁵

Το μοντέρνο ως εξωτικό

Τα όσα επιχείρησα να περιγράψω παραπάνω ορίζουν μια αργή και σταδιακή διαδικασία μεταστροφής. Επιγραμματικά: τις δεκαετίες του 1930 και του 1960 η μοντέρνα αρχιτεκτονική εξέφραζε σαφώς τα οράματα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού μέσα από την επιστήμη και την τεχνολογία και με μοχλό μια πολιτική, τεχνοκρατική και κοινωνική ελίτ. Παρά την επικρατούσα ανάδειξη της εξωτικής παράδοσης σε "πρόγονο" του μοντέρνου (με όρους αισθητικής), η διάκριση ανάμεσα στο μοντέρνο και το εξωτικό ήταν σαφής. Κατά τη μεταπολίτευση άρχισε και θεσμικά να αναδεικνύεται η μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική²⁶, ενώ στη δεκαετία του 1990 το μοντέρνο προβλήθηκε εκ νέου ως αποδεικτικό στοιχείο αριστείας μιας ελληνικής κοινωνίας η οποία επιθυμούσε να ξεπεράσει τον εαυτό της. Στις αρχές του 21ου αιώνα αναδύθηκε όμως μια αντίρροπη τάση που μετέστρεψε τη σχέση εξωτικού-μοντέρνου, με κεντρικό παράδειγμα την Αθήνα. Ως αντίδραση στα υπερτιμημένα Ολυμπιακά έργα, αλλά και ως μια κριτική στην Ελλάδα της "πλαστής" ευμάρειας, μια άλλη μοντέρνα αθηναϊκή αρχιτεκτονική, λιγότερο ποιοτική και αξιόλογη, αλλά πιο άμεση, καθημερινή και "πραγματική", διεκδίκησε την παρουσία της. Αλλά και μετά το 2004 (κατά την φάση της μεταολυμπιακής "κατάθλιψης"), η τυπική πολυκατοικία αντιμετωπίστηκε ως σημαίνον, ταυτότητα και κύτταρο μιας πόλης η οποία μπορεί και να μας άρεσε έτσι όπως ήταν. Τελικά, μέσα στα χρόνια της κρίσης η συνειδητοποίηση της αποτυχίας οδήγησε στην υιοθέτηση αυτής της αποτυχίας ως πολιτισμική διάκριση και εθνική "αξιοπρέπεια" από ντόπιους και ξένους μαζί. Αυτή τη φορά το νέο αφήγημα υιοθετήθηκε από την κοινωνία και ο αθηναϊκός μοντερνισμός εμφανίστηκε με τα σημάδια μιας υπερήφανης ήττας: τις τρύπες από τις σφαίρες των Δεκεμβριανών πάνω στις μεσοπολεμικές πολυκατοικίες, τα γκραφίτι στις αφαιρετικές όψεις της νέας αστικότητας, τα αγριόχορτα και τις σκουριές στους σκελετούς των κενών εργοστασίων. Μπορεί να αποτύχαμε να γίνουμε οι μοντέρνοι που κάποτε θέλαμε, αλλά μας αρκεί που είμαστε οι υπερήφανοι 'άλλοι". Όλα είναι πάλι όμορφα γιατί είναι εξωτικά.

Οι ξένοι επισκέπτες του 4ου C.I.A.M. του ’33 δεν έμειναν να συζητούν μέσα στο κτήριο του Πολυτεχνείου, αλλά θέλησαν να γνωρίσουν και την εξωτική Ελλάδα, να μπουν σε καράβια και να πάνε στις Κυκλάδες.²⁷ Τα όσα είδαν, όμως, δεν τα κατάλαβαν και τόσο καλά. Δεν προσπάθησαν να τα καταλάβουν άλλωστε. Δεν ήθελαν να δουν τη φτώχεια, την ανέχεια, τη βία, τη σκληρότητα ή την εγκατάλειψη²⁸, αλλά «την τελείαν απλότητα», «την λογικήν της διατάξεως» και «την αγνότητα των γραμμών» που περιέγραφε και ο Ορλάνδος.²⁹ Σήμερα, ένα ανάλογο ταξίδι γίνεται προς την Αθήνα.³⁰ Ίσως, πάλι οι ταξιδιώτες να μην ενδιαφέρονται για το τι πραγματικά συμβαίνει σε αυτήν την πόλη. Ίσως όμως τώρα να μην ενδιαφερόμαστε ούτε εμείς. Μοιάζουμε να έχουμε δεχθεί τον ρόλο του διαφορετικού, περίεργου και εξωτικού όπως τον έχουν δεχθεί και οι πολυκατοικίες της Αθήνας, οι οποίες κάποτε ήθελαν να είναι μοντέρνες. Τώρα, αυτά τα γερασμένα κτήρια, βαμμένα με πρόχειρα tags και πολύχρωμα γκραφίτι, μαυρισμένα από δακρυγόνα και μολότοφ, "διακοσμημένα" με άστεγους και σκουπίδια, περιμένουν καρτερικά τους τουρίστες να έρθουν να τα δουν. Ίσως, τελικά, και αυτά που πάντα καμάρωναν γιατί ήτανε μοντέρνα, να ήθελαν, από την αρχή, να είναι εξωτικά.³¹

*Το κείμενο, με μικρές αλλαγές, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο συνέδριο «Έλληνες και άλλα παράξενα πουλιά – Πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις του ελληνικού εξωτισμού», που διεξήχθη στις 4-5/7/2018 στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και δημοσιεύτηκε στα τουρκικά με τον τίτλο "egzotizm ve modern yunan mimarisi" στο περιοδικό Betonart (61/2019, σσ. 12-19.)


Παραπομπές

¹ Τεχνικά Χρονικά, έτ. Β', τ. IV, τεύχ. 44, 45, 46, 15/10 – 15/11/1933, σ. 1002.

² Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1920, o Rudofsky αναγνώρισε το "πρωτόγονο" μοντέρνο στις Κυκλάδες. Βλ. Rudofsky, Bernard. Eine primitive Betonbauweise auf den südlichen Kykladen, nebst dem Versuch einer Datierung derselben (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή). Βιέννη: Technischen Hochschule, 1931. Την εποχή εκείνη, τα νησιά του Αιγαίου ήταν εξίσου εξωτικά για μια αθηναϊκή ελίτ, η οποία δεν φαντάζονταν ότι θα έκανε ποτέ διακοπές στους φτωχούς και άγονους αυτούς τόπους εξορίας πολιτικών και άλλων κρατουμένων.

³ Τσιαμπάος, Κώστας. «Για ένα μοντέρνο σπίτι» στο Β. Κιντή, Π. Τουρνικιώτης, Κ. Τσιαμπάος (επ.). Το μοντέρνο στη σκέψη και τις τέχνες του 20ού αιώνα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2013, σσ. 165-177.

⁴ Ηλιού, Ηλίας. «Κουτιών εγκώμιο». Νεοελληνικά Γράμματα, περίοδος Β΄, αρ. 33, 17/7/1937, σ. 3 και 11, αρ. 34, 24/7/1937, σ.3 και 5, αρ. 35, 31/7/1937, σ. 3 και 7, αρ. 36, 7/8/1937, σ. 3 και 10. Αναδημοσιεύτηκε στο Ηλιού, Ηλίας Φ. Κριτικά κείμενα για την τέχνη, 1925-1937. Αθήνα: Θεμέλιο, 2005, σσ. 83-123.

⁵ Ο Ηλιού υπογράφει ως «επαρχιώτης», αφού το κείμενο δημοσιεύεται στη στήλη «Τα γράμματα του επαρχιώτη». Επαρχιώτης εδώ σημαίνει πιθανότατα νησιώτης, γιατί στο κείμενο αναφέρει ότι μόλις ξεμπάρκαρε από τον Πειραιά (στο ίδιο, σ. 103). Ένας νησιώτης που αφήνει το φαινομενικά μοντέρνο σπίτι στο χωριό για την πραγματικά μοντέρνα πολυκατοικία στην Αθήνα.

⁶ Ο Ηλιού, που αναφέρεται στη «βαρειά σκλαβιά του αρχιτέκτονα της πέτρας» (Ηλιού, όπ.π., σ. 96), γράφει: «Αλήθεια, τι λόξα κι αυτή! Ό,τι ζήσαμε σε παλιότερα χρόνια, ό,τι έζησαν οι πρόγονοί μας, τα περασμένα και τα μακρυνά, ασκούν μια μαγνητική δύναμη απάνω μας» (στο ίδιο, σ. 99).

⁷ Γκανασούλης, Γεώργιος. «Η προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα» στο Αθανασίου, Αιμ., Δήμα, Λ., Καραλή, Τ. (επ.). Η επιστροφή του μοντέρνου. 25 χρόνια ελληνικό docomomo. Αθήνα: Futura, 2018, σσ. 33-43.

⁸ Από τον πρόλογο του Κenneth Frampton στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μοντέρνα αρχιτεκτονική, ιστορία και κριτική (Αθήνα: Θεμέλιο, 1987, σ. 14). Θα μπορούσε κανείς να αναδείξει και αυτό που ονομάστηκε από τον Frampton «κριτικός τοπικισμός» στην αρχιτεκτονική, ως ένα discourse το οποίο "εξωτικοποίησε", άθελά του ίσως, την ελληνική μοντέρνα αρχιτεκτονική.

⁹ Contaratos, S. και Wang, W. (επ.). Greece: 20th century architecture. Μόναχο-Λονδίνο-Νέα Υόρκη: ΕΙΑ-DAM-Prestel Verlag, 1999.

¹⁰ Aesopos, Y. and Simeoforidis, Y. (επ.). Landscapes of Modernisation. Αθήνα: Metapolis Press, 1999.

¹¹ Επιμελητές: Τάκης Κουμπής, Θανάσης Μουτσόπουλος, Richard Scoffier.

¹² Όπως ανέφεραν οι επιμελητές στο οπισθόφυλλο του καταλόγου της έκθεσης: «Αντί να παρουσιάσουμε μεμονωμένα έργα, δείχνουμε μια πόλη: την Αθήνα. Όχι την αρχαία Αθήνα, την οποία φωτογραφίζουν εκατομμύρια τουρίστες απ' όλο τον κόσμο, αλλά τη σύγχρονη Αθήνα, που εξαπλώνεται από το Φάληρο έως την Κηφισιά, από το Κερατσίνι έως τη Βουλιαγμένη· αυτή την αστικοποίηση που κανείς δεν θέλει να τη βλέπει, ούτε να τη γνωρίζει. Σε αυτή την αποσπασματική πόλη ενός αέναου εργοταξίου, αποτυπώνεται η αναζήτηση μιας ευμετάβλητης αρχιτεκτονικής, όπου κυριαρχεί η ιδέα επί της μορφής· ο μηχανισμός και η στρατηγική επί του ίχνους και της κάτοψης· το στιγμιαίο και το εφήμερο επί του συμβόλου και της κληρονομιάς. Εντέλει, μια αυθόρμητη αρχιτεκτονική, απελευθερωμένη από την πρωταρχική συνθήκη που είχε συνάψει με την εξουσία, και ικανή να προοιωνίζεται τις σύνθετες και αντιφατικές δομές της δημοκρατίας του μέλλοντος.»


¹³ Όπως έγραφε ο Νίκος Γ. Μοσχονάς στην εφημερίδα το Βήμα: «Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δημιουργών και των υποστηρικτών της έκθεσης (υπουργείο Πολιτισμού, ΣΑΔΑΣ - Πανελλήνια Ένωση Αρχιτεκτόνων) και τις εκτιμήσεις ειδικών, το διεθνές κοινό στο οποίο κατά κύριο λόγο απευθύνεται η Μπιενάλε της Βενετίας σχολίασε την ελληνική συμμετοχή ειρωνικά και υποτιμητικά. Αντίθετα, θετικά ήταν τα σχόλια του κοινού για δύο άλλα ελληνικά εκθέματα, τα προπλάσματα του νέου Μουσείου της Ακρόπολης και ιδιαίτερα του Μουσείου του Ελληνισμού, δημιουργήματος ομάδας Ελλήνων αρχιτεκτόνων, το οποίο προτείνει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και εντυπωσίασε τους επισκέπτες της έκθεσης.» Νίκος Γ. Μοσχονάς «Τα «συν και τα πλην» της 8ης Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής, Η αισθητική του αυθαιρέτου». Το Βήμα, 10 Νοεμβρίου 2002.

¹⁴ Στο ίδιο φύλλο του Βήματος ο Ανδρέας Γιακουμακάτος έγραφε: «Αντίθετα στο ελληνικό περίπτερο, το υπουργείο Πολιτισμού και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων της Αθήνας υποστήριξαν μια πρόταση εσωστρεφή, αδιέξοδη και αυτοκαταστροφική. Στο κατά τα άλλα καλοσχεδιασμένο περίπτερο τοποθετήθηκαν 12 προβολές διαφανειών της Αθήνας «όπως είναι σήμερα», με την ανάλογη ηχητική επένδυση μιας καταθλιπτικής πραγματικότητας της πόλης που σε δύο χρόνια φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο σχεδιασμός, η αρχιτεκτονική, ήταν παντού, όχι όμως εδώ. Εδώ ήταν μόνο η «ανώνυμη αρχιτεκτονική», ένας πρωτοφανής λαϊκιστικός νεολογισμός που υπονοεί την κάθε τυχούσα ασχήμια η οποία ρυθμίζει ουσιαστικά τη σημερινή εικόνα και τις λειτουργίες του αστικού μορφώματος. Γιατί η ελληνική αρχιτεκτονική –παγκόσμια πρωτοτυπία– απελευθερώνεται σιγά σιγά «από την πρωταρχική συνθήκη που είχε συνάψει με την εξουσία»! Ποιων την αυτογνωσία (των δικών μας ή των ξένων) εξυπηρέτησε αυτή η εκθεσιακή επιλογή αποτελεί ακόμη ζητούμενο. Το χειρότερο είναι ότι από καιρό επιχειρείται η θεωρητικοποίηση του απαράδεκτου, ενδεικτική απλώς του διαχειριστικού αδιέξοδου της πόλης την οποία δεν κυβερνούν ασφαλώς οι αρχιτέκτονες, οι οποίοι ωστόσο κλήθηκαν να ασκήσουν «αυτοκριτική»! Έτσι λοιπόν, οι κάθε λογής αυθαίρετοι και οι άγιοι εργολάβοι μπορούν με τις επίσημες πλέον ευλογίες και με «απόλυτο ρεαλισμό» να συνεχίσουν απρόσκοπτα το έργο τους.»

¹⁵ Woditsch, Richard. Woditsch, Richard (ed.). The Public-Private House, Modern Athens and its Polykatoikia. Zurich: Park Books, 2018.

¹⁶ Moatsοu, Olga. Polykatoikia, 1960-2000 Entrepreneurial housing, from Athens to Rethymno (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην École polytechnique fédérale de Lausanne, 2014).

¹⁷ Issaias, Platon. Beyond the Informal City: Athens and the Possibility of an Urban Common (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην αρχιτεκτονική Σχολή του ΤU Delft, 2014).

¹⁸ Theocharopoulou, Ioanna. Builders, Housewives and the Construction of Modern Athens. London: Artifice Books on Architecture, 2018.

¹⁹ Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος. Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα. Αθήνα: Θεμέλιο, 1987.

²⁰ Η έκθεση έλαβε χώρα στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο και συνδιοργανώθηκε από το Μουσείο και τον οργανισμό Sarcha / Αρχιτεκτονικοί Αγωγοί. Ομάδα μελέτης της πρότασης «Η νομιμοποίηση του υποτιμημένου» ήταν οι αρχιτέκτονες: Γιάννης Καραχάλιος, Μυρτώ Κιούρτη, Κωνσταντίνος Πανταζής, Μαριάννα Ρέντζου και Κώστας Τσιαμπάος. https://kostastsiambaos.blogspot.com/2008/07/unbuilt.html [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²¹ Όπως έγραφαν οι δύο επιμελητές της ελληνικής συμμετοχής: «Η Αθήνα του 2012 δεν θυμίζει σε τίποτα το καλοκαίρι τού 2004. Η οικονομική κρίση κτύπησε σκληρά την πόλη και ιδιαίτερα το κέντρο της. Τα φαινόμενα διάρρηξης του κοινωνικού ιστού γίνονται ολοένα και πιο έντονα και οδηγούν στην αποσύνθεση του αστικού χώρου […] Για πολλά χρόνια η πολυκατοικία αντιμετωπίζεται ως ένα αποτυχημένο μοντέλο αστικής ανάπτυξης, ως μια ατυχής ελληνική επινόηση η οποία μετατόπισε την ευθύνη της ανοικοδόμησης στα χέρια των ιδιωτών μικρο-επενδυτών της μετα-πολεμικής περιόδου. Τα τελευταία χρόνια η στάση απέναντι στην πολυκατοικία έχει μεταστραφεί. Οι νεότεροι Αθηναίοι δέχονται την πολυκατοικία ως βασικό στοιχείο ταυτότητας της πόλης τους.» Στο Δραγώνας, Π. και Σκιαδά, Α. “Made in Athens” στον ομώνυμο κατάλογο της έκθεσης του 2012, σσ. 10-11.

²² Στο πρόσφατο άρθρο για την Αθήνα με τίτλο “Behind the Accidentally Resilient Design of Athens Apartments” στη στήλη CityLab του Bloomberg ο δημοσιογράφος Feargus O'Sullivan αναφέρεται στο πώς οι πολυκατοικίες “help create a city that feels simultaneously lively and at ease, both modern and many thousands of years old”. Βλ.: https://www.bloomberg.com/news/features/2020-07-15/the-design-history-of-athens-iconic-apartments [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²³ Όπως αναφέρει η ομάδα: «Εξέχουσα θέση κατέχουν, μεταξύ των άλλων, μια σειρά μοντέρνων σχολείων της δεκαετίας του 30, οι πολυκατοικίες του μεσοπολέμου και τα Ξενία του 60. Ο Κωνσταντινίδης, ο Ζενέτος και ο Πικιώνης θεωρούνται σήμερα τα ιερά τέρατα εκείνης της εποχής, οι αρχιτέκτονες που χαρακτήρισαν με το έργο τους την ελληνική modernite. Κτίρια αυτής της εποχής διασώζονται ακόμη και σήμερα, εγκαταλελειμμένα και κακοποιημένα όμως, στους δρόμους της Αθήνας, μαρτυρώντας τα κοσμοπολίτικα οράματα της εποχής τους.»

²⁴ Tο θέμα της εγκατάλειψης των κτηρίων του κέντρου της Αθήνας και η δράση του οργανισμού Monumenta, ο οποίος έχει αναλάβει ένα μεγάλο έργο καταγραφής όλων των κτισμάτων του κέντρου εποχής 1830-1940 (το έργο υλοποιείται με αποκλειστική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος / υπεύθυνοι προγράμματος: Γ. Γκουμοπούλου, Ε. Γρατσία, Στ. Λεκάκης, Γ. Νίνος, Φ. Μπέλλιου, και Ζ. Πιττακίδης), αναδείχθηκε από την εφημερίδα Guardian στο άρθρο “Forget the Parthenon: how austerity is laying waste to Athens’ modern heritage” (The Guardian, 12 Σεπτέμβρη 2017): https://www.theguardian.com/cities/2017/sep/12/athens-modern-heritage-austerity-neoclassical-architecture-acropolis-greece [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²⁵ Σε αντίστιξη ως προς αυτή τη συνεχή ανακύκλωση των ερειπίων του "λαϊκού" αθηναϊκού μοντέρνου από τη μαζική κουλτούρα, έρχεται μια φρέσκια ματιά πάνω στις πολλαπλές ταυτότητες και μεταλλαγές ενός άλλου ερημωμένου αστικού τοπίου στα όρια της πόλης, όπως στο Σινιόσογλου, Νικήτας. Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης. Αθήνα: Κίχλη, 2019.

²⁶ Έχει ενδιαφέρον βέβαια ότι τότε άρχισε να αναδεικνύεται και η ανώνυμη μοντέρνα αρχιτεκτονική (π.χ. τα αυθαίρετα του Περάματος, η διάχυση του σκελετού μπετόν αρμέ στην Ελλάδα κ.α.) μέσα από άρθρα και βιβλία. Η βιβλιογραφία είναι μεγάλη και δεν είναι σκοπός του άρθρου να αναπτυχθεί εδώ. Ενδεικτικά αναφέρω το Υλικό για μιαν άλλη «εκ των ενόντων» αρχιτεκτονική (Θεσσαλονίκη: Ατλαντίδα, 1985) του Καθηγητή στο ΑΠΘ Γιάννη Χατζηγώγα.

²⁷ Για αυτό το ταξίδι βλ. Blencowe, C. and Levine, J. Moholy's Edit. The Avant-Garde at Sea, August 1933. Zürich: Lars Müller Publishers, 2018. Το σύντομο βίντεο του László Moholy-Nagy του 1933 είναι διαθέσιμο και εδώ: https://vimeo.com/283726259 [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²⁸ «Σου μιλάνε για την υγεία, την ομορφιά και την αμόλευτη ηθική του αγρότη, κι ας τον δέρνει η φθίση κ’ η ελονοσία, ας έχει ροζιάσει τα χέρια του και καταστρέψει το δέρμα του ο βαρύς μόχτος κάτου από ήλιο, από βροχή, από ανέμους, ας τον σπρώχνει η αμορφωσιά, συνδυασμένη με τη στέρηση, σε πλήθος παραβάσεις του ποινικού νόμου που γι’ αυτές πολύ εύγλωττα μιλούν οι στατιστικές.» Ηλιού, όπ.π., σ. 100.

²⁹ Ορλάνδος, όπ.π., σ. 1002.

³⁰ Κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο επιμένει να "αντιστέκεται" σε οποιαδήποτε σοβαρή στρατηγική και μακρόπνοη προσπάθεια ανασυγκρότησης, αλλά εξελίσσεται χαλαρά στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς του τουρισμού (Airbnb, καφέ-εστιατόρια κλπ.) ή μέσα από κεντρικές, αλλά αποσπασματικές και πρόχειρα σχεδιασμένες "λύσεις" (βλ. νέα πλατεία Ομόνοιας και "Μεγάλος Περίπατος"), τη στιγμή που στα νοτιοδυτικά προάστια αναπτύσσεται μια νέα αστικότητα (Πειραιάς, Νιάρχος, Ελληνικό, κ.α.).

³¹ Γενικότερα για το θέμα του εξωτισμού και τη σύγχρονη Ελλάδα βλ. Panagiotopoulos, Panayis, Sotiropoulos, Dimitris (eds.). Political and Cultural Aspects of Greek Exoticism. London: Palgrave Macmillan, 2020.

18 Φεβρουαρίου 2020

Η καινοτομία ως ευθύνη




Το βιβλίο εκδίδεται στο πλαίσιο της εκδήλωσης που οργανώθηκε από το αρχιτεκτονικό περιοδικό ek και το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής την 13/12/2019 στο
ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ.


Επιμέλεια έκδοσης: Αριάδνη Βοζάνη, Ηλίας Κωνσταντόπουλος


Το γραφείο μελετών Α. Ν. Τομπάζη, από το 1963 που ιδρύθηκε έως και σήμερα, έχει εδραιωθεί ως ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας μας και ένα από τα λίγα με αυτόνομη διεθνή παρουσία. Εκκινώντας από μια αφετηρία την οποία θα μπορούσε κανείς να ανάγει στην ‘επιστημονική’ οικιστική φιλοσοφία του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, η πορεία του Αλέξανδρου Τομπάζη πέρασε με αξιώσεις από τον υστερομοντέρνο Μπρουταλισμό και τον Μεταβολισμό της δεκαετίας του 1960, αλλά και από τη μεταμοντέρνα High-Tech αρχιτεκτονική των δεκαετιών του 1980 και 1990.

Αυτή η πορεία συνεχίστηκε και στις τελευταίες δεκαετίες για να φτάσει σήμερα να απαντά σε έναν νέο σχεδιαστικό-τεχνολογικό πλουραλισμό όπου οι απαιτήσεις είναι πλέον για μια αρχιτεκτονική η οποία καλείται να ισορροπεί ανάμεσα στην άρτια τεχνική επίλυση, τα πολλαπλά πλαίσια κατασκευαστικών κανονισμών και τις εμπορικές κατευθύνσεις της αγοράς. Μια αρχιτεκτονική η οποία είναι ‘αναγκασμένη’ να είναι δημιουργία και προϊόν ταυτόχρονα, σε ένα περιβάλλον με σκληρούς όρους και έντονο ανταγωνισμό. Πρόκειται για ένα απαιτητικό, και πολλές φορές άχαρο, πλαίσιο εργασίας στο οποίο ούτε όλοι μπορούν να ‘επιβιώσουν’, ούτε όλοι επιθυμούν να βρεθούν.

Έχοντας το παραπάνω κατά νου, θα υποστήριζα ότι μια εναλλακτική χαρτογράφηση της αρχιτεκτονικής παραγωγής στην Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει με αυτό το κριτήριο, δηλαδή τη σχέση του κάθε γραφείου με τις εκάστοτε πρακτικές παραγωγής του χώρου ή, πιο συγκεκριμένα, τις αποστάσεις που παίρνει ή όχι το κάθε αρχιτεκτονικό γραφείο από αυτό το οποίο αποτελεί τον κύριο μηχανισμό της παραγωγής του χώρου διεθνώς τις τελευταίες δεκαετίες και που δεν είναι άλλος από τη σύμπραξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με το δημόσιο στις διάφορες παραλλαγές της. Αν ορίζαμε δύο κάθετους μεταξύ τους άξονες, με τον έναν άξονα να είναι η κλίμακα του έργου και τον άλλον άξονα να είναι ο εργοδότης (από το αποκλειστικά δημόσιο έως το αποκλειστικά ιδιωτικό), θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε γρήγορα –και μάλλον εύκολα– όλα τα γνωστά αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας μας σε διάφορες θέσεις στα τέσσερα τεταρτημόρια. Γραφεία που δραστηριοποιούνται κυρίως σε μικρά ιδιωτικά έργα (που είναι και τα περισσότερα), γραφεία που ασχολούνται εξίσου με μικρά ιδιωτικά και μεγάλα δημόσια έργα, γραφεία που επικεντρώνονται σε μεγάλα δημόσια έργα, άλλα που στρέφονται αποκλειστικά σε μεγάλα ιδιωτικά έργα κλπ. (αναφέρομαι εδώ σε υλοποιημένα έργα και όχι σε συμμετοχές σε διαγωνισμούς που είναι μιας άλλης τάξης δραστηριότητα). Οι θέσεις των γραφείων πάνω σε αυτόν τον απλό χάρτη θα δήλωναν ίσως και το πως το κάθε γραφείο επιχειρεί να ορίσει την ταυτότητά του διεκδικώντας ταυτόχρονα και ένα κομμάτι του καταμερισμού της εργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο το γραφείο Τομπάζη θα κινούνταν και στα τέσσερα τεταρτημόρια. Από τη μικρότερη στη μεγαλύτερη κλίμακα της αρχιτεκτονικής, σε έργα ιδιωτικών ή δημόσιων φορέων ή σε συνεργασίες των δύο: κατοικίες, κτήρια γραφείων, αθλητικές εγκαταστάσεις, εκπαιδευτικά συγκροτήματα, μουσεία, τόποι λατρείας, αστικές παρεμβάσεις κ.α. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι αυτή η τόσο πληθωρική δραστηριότητα δημιουργεί μια ασάφεια ως προς την ταυτότητα της αρχιτεκτονικής ή δηλώνει μια τάση να ακολουθεί κανείς τις συγκυρίες χωρίς ξεκάθαρες κατευθύνσεις και σαφή κριτήρια. Κατά τη γνώμη μου μια τέτοια κριτική μπορεί αφενός να υποκρύπτει έναν ελιτισμό, όταν εκφέρεται από πρόσωπα ή θεσμούς που επιλέγουν να διατηρούν μια απόσταση ασφαλείας από αυτά τα οποία πιθανώς θεωρούν ‘προβληματικά’, ‘κακά’ ή ‘βρώμικα’ (τους αμόρφωτους πελάτες, τους ασύδοτους επιχειρηματίες, το στρεβλό δημόσιο κ.ο.κ.) Μια τέτοια κριτική μπορεί αφετέρου να αποφεύγει να παραδεχτεί ότι δεν αποδίδουν όλα τα γραφεία το ίδιο ικανοποιητικά σε όλα τα ζητούμενα· λίγα καταφέρνουν και διατηρούν μια παραγωγική δυναμική για την οποία απαιτούνται ιδιαίτερες αντοχές, γνώσεις και ικανότητες, τεχνικές, οργανωτικές, επικοινωνιακές και άλλες.

Με βάση αυτό το σκεπτικό το γραφείο Τομπάζη διακρίθηκε όλα αυτά τα χρόνια ακριβώς γιατί κατάφερε να κρατήσει ένα υψηλό επίπεδο αρχιτεκτονικής χωρίς να αυτοεξαιρεθεί από περιοχές και πρακτικές της σύγχρονης παραγωγής του χώρου. Χωρίς να κλειστεί μέσα στο ‘χρυσό κλουβί’ ενός ασφαλούς avantgarde αρχιτεκτονικού αισθητισμού –κάτι που θα μπορούσε να κάνει με επιτυχία– το γραφείο δούλεψε κάτω από όλες τις συνθήκες, ισορροπώντας σε δύσκολες καταστάσεις και απαντώντας σε συνεχώς νέες προκλήσεις συμβάλλοντας, στο μέτρο που του αναλογούσε, τόσο στην εξέλιξη του επαγγέλματος όσο και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Η έρευνα και η νέα τεχνογνωσία που προέκυψαν, για παράδειγμα, πάνω σε θέματα ενεργειακά, περιβαλλοντικά, κατασκευαστικά κ.α. αντικατοπτρίζουν μια διάθεση για καινοτομία και διαχρονικότητα που δεν ήταν πρόσκαιρη· μια συνειδητή στροφή προς τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα (resilience) πολύ πριν αυτές οι λέξεις γίνουν μόδα.

Το γραφείο Τομπάζη είναι όμως σημαντικό και για έναν άλλον λόγο. Ως δημιούργημα του μοντερνισμού της δεκαετίας του 1960, ακολούθησε μια πορεία που συνεχώς μας θυμίζει το βασικό διακύβευμα εκείνης της ‘ηρωικής’ εποχής: την αρχιτεκτονική ως δημιουργία μιας τεχνοκρατικής ελίτ η οποία επιδίωκε να προχωράει με σταθερά βήματα, με μέθοδο και γνώση, πραγματισμό και υπευθυνότητα, όραμα και αισιοδοξία. Στα ρευστά υπερνεωτερικά πλαίσια της σύγχρονης μεταβιομηχανικής συνθήκης, όπου η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζεται συχνά ως πρόσχημα και με ένα τρόπο επιφανειακό και κοντόφθαλμο, αν όχι και κυνικό, το γραφείο Τομπάζη διατήρησε το δικό του αξιακό πλαίσιο. Σίγουρα η δέσμευση αυτή έκανε τη διαδρομή από το 1963 έως σήμερα πιο δύσβατη, αλλά διατήρησε και κάτι από αυτό που έκανε τη μοντέρνα αρχιτεκτονική της δεκαετίας του 1960 να πιστεύει ότι εργάζεται προς όφελος των πολιτών και υπό την προοπτική μιας καλύτερης, μελλοντικής κοινωνίας.

Κώστας Τσιαμπάος

28 Οκτωβρίου 2019

Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα - το βιβλίο

ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ

Το Σεπτέμβριο του 2019 η Εταιρεία Σπουδών Ν.Π. & Γ.Π. (ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη) εξέδωσε τον συλλογικό τόμο με τίτλο «Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα». Πρόκειται για τα πρακτικά του ομώνυμου επιστημονικού συμποσίου που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2017. Οι δεκαεπτά συγγραφείς του τόμου, από τα πεδία της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας, της πολιτικής επιστήμης, της ψυχολογίας, της εκπαίδευσης, της θεατρολογίας, της επικοινωνίας, της αρχιτεκτονικής διερευνούν πτυχές της ιδιωτικής σφαίρας που οι σποραδικές προσπάθειες μελέτης τους δεν διαμόρφωσαν ως τώρα ένα συγκροτημένο πλαίσιο μέσα από το οποίο θα μπορούσαν να επιτευχθούν μεγαλύτερες θεωρητικές, ερευνητικές και διεπιστημονικές συγκλίσεις. Ο παρών τόμος επιδιώκει να συμβάλει στην κάλυψη αυτού του κενού. Παρουσιάζονται όλοι οι προβληματισμοί που αφορούν τη σύγχρονη και διαλεκτική σχέση ιδιωτικού και δημοσίου, αναζητούνται οι όροι και οι πρακτικές που συντελούν στην ανάδειξη νέων τρόπων αντίληψης του εαυτού, διερευνάται ο ρόλος των παλαιών και νέων μέσων επικοινωνίας στην αναδιάταξη της ιδιωτικής ζωής στην Ελλάδα, φωτίζονται οι διαρθρωτικές αλλαγές του νεοελληνικού διαμερίσματος και των συμβολικών ή φαντασιακών ορίων του κ.ά. Τον τόμο προλογίζει ο Γιάννης Βούλγαρης.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ: 
● Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Αρνήσεις της ιδιωτικής σφαίρας και κοινωνιολογία της ατομικότητας για τη μελέτη των μεσαίων στρωμάτων στη Μεταπολίτευση» 
● Νικόλας Σεβαστάκης, «Κακή ιδιώτευση και κριτική του ατομικισμού» 
● Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, «Mimicry. Παραλλαγή ταυτοτήτων και ιδιωτικοποίηση των δημόσιων αγαθών» 
● Θανάσης Χατζόπουλος, «Ιδιωτικό και δημόσιο. Παθολογίες του “ενδιάμεσου” χώρου» 
● Βασίλης Δημόπουλος, «Ναρκισσισμός και αυτογνωσία» 
● Γρηγόρης Πασχαλίδης, «Σέλφι. Αυτο(ανα)παράσταση στην ψηφιακή εποχή» 
● Λίλιαν Μήτρου, «To κανονιστικό κέλυφος του ιδιωτικού. Ο ιδιωτικός βίος και το δικαίωμα πληροφόρησης» 
● Σταύρος Ζουμπουλάκης, «Πόσο δημόσια και πόσο ιδιωτική μπορεί και οφείλει να είναι μια θρησκεία σήμερα;» 
● Χαράλαμπος Ν. Βέντης, «Το χριστιανικό ευαγγέλιο ως μέλι και όχι ως άλας του κόσμου. Ορισμένοι από τους τρόπους με τους οποίους ο θρησκευτικός λαϊκισμός υποσκάπτει την εξατομίκευση και τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου» 
● Βασίλης Βαμβακάς, «Φάσεις και αντιφάσεις των οικογενειακών σχέσεων στην ελληνική διαφήμιση» 
● Νίκος Σουλιώτης, «Το κοινωνικό νόημα της κατανάλωσης στον καιρό της κρίσης. Συνοπτική παρουσίαση αποτελεσμάτων έρευνας του 2013 στην Αθήνα» 
● Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη, «Από τη γωνία της βιντεολέσχης έως και το μικρό σαλόνι μας. Το ιδιωτικό βασίλειο της βιντεοκασέτας στη δεκαετία του 1980» 
● Κώστας Τσιαμπάος, «Οι περιπέτειες του ημιυπαίθριου. Χώρος και ταυτότητες ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο» 
● Γιάννης Δημητρακάκης, «Το ιδιωτικό στο έργο του Θανάση Βαλτινού. Χρονικά όρια, θεματικές περιοχές, αισθητικοί όροι» 
● Ελισάβετ Κοτζιά, «Η μεταπολιτευτική πεζογραφική καχυποψία απέναντι στις δημόσιες δράσεις. Το παράδειγμα της Αριστεράς» 
● Κώστας Καραβίδας, «Τα περιοδικά της Αριστεράς στη Μεταπολίτευση. Ανάμεσα στη δημόσια και την ιδιωτική σφαίρα» 
● Δηώ Καγγελάρη, «”Για τον καθένα χωριστά”; Συλλογικότητες και ατομικότητες στους καθρέφτες του θεάτρου»

Στοιχεία του βιβλίου

ΕΚΔΟΤΗΣ: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας (ιδρ: Σχολή Μωραΐτη)

ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: 2019

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ: Βασίλης Βαμβακάς, Χαράλαμπος Ν. Βέντης, Γιάννης Βούλγαρης, Γιάννης Δημητρακάκης, Βασίλης Δημόπουλος, Σταύρος Ζουμπουλάκης, Δηώ Καγγελάρη, Κώστας Καραβίδας, Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη, Ελισάβετ Κοτζιά, Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, Λίλιαν Μήτρου, Παναγής Παναγιωτόπουλος, Γρηγόρης Πασχαλίδης, Νικόλας Σεβαστάκης, Νίκος Σουλιώτης, Κώστας Τσιαμπάος, Θανάσης Χατζόπουλος.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Ουρανία Καϊάφα

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΣΙΑ: Γ. Αργυρόπουλος ΕΠΕ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ: Σπύρος Μαρίνης και ΣΙΑ, Σόλωνος 76, Τ.Κ. 10680

ISBN: 978-960-259-152-9 
ΣΕΛΙΔΕΣ: 304 
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ: 21Χ14 
ΤΙΜΗ: 15 ευρώ

4 Οκτωβρίου 2019

Populism as Counter-Theory in Greek Architectural Discourse






Tsiambaos, K., 2019. Populism as Counter-Theory in Greek Architectural Discourse. ARENA Journal of Architectural Research, 4(1), p.5. DOI: http://doi.org/10.5334/ajar.179
 
Abstract

While the established histories of architectural theory generally focus upon the discourse produced by eminent architects and/or famous scholars, there is another counter-discourse that has developed gradually in the background. This is a discourse against architectural theory, in an effort to undermine theory’s importance, even to eliminate its value, scope and use altogether. Yet this implicit anti-theory – which has slowly but steadily become embedded in the international architectural scene over the last decades – is usually ignored or underestimated by architectural historians.

Drawing upon the recent literature on populism (e.g. Arditi, Moffitt, Taggart, Laclau), and also taking into consideration the few, but valuable, recent texts about populism within architecture (e.g. Fausch, Fowler, Shamiyeh, Lootsma), I will argue that a populist trend against theoretical inquiry is nowadays dispersed horizontally, thereby legitimizing particular, even if diverging, research methods and design practices. The fight against intellectualism and the elites, the promoting of a new sense of architectural ‘morality’, the use of simplistic procedures, forms and slogans, are among the many symptoms of a populist mentality that traverses ideological boundaries, social contexts and conflicting political identities, linking dreams of radical communal utopias to fantasies of limitless post-capitalist markets.

This essay discusses in particular the ways in which such a counter-theoretical discourse has re-emerged in the last decades among architects in Greece. By examining the publications about twentieth-century Greek architects (notably Dimitris Pikionis and Aris Konstantinidis), as well as looking at the informal talks and interviews being spread today through the internet (such as greekarchitects.gr on the Vimeo channel), I will comment on how, in the case of Greece, a long established populist architectural rhetoric was, and still is, disguised behind various anti-theoretical façades.

https://ajar.arena-architecture.eu/articles/10.5334/ajar.179/

13 Μαρτίου 2019

Τα ΝΕΑ 8/3/2019

Να πάρει η Αθήνα ύψος;

Επιμέλεια: Έφη Φαλίδα
Απαντούν: Δημήτρης Φιλιππίδης, Λόης Παπαδόπουλος, Κώστας Τσιαμπάος, Ζήσης Κοτιώνης, Ίρις Λυκουριώτη

Η πρόσφατη επικαιρότητα γύρω από το δεκαώροφο ξενοδοχείο στο Κουκάκι που περιορίζει τη θέα της Ακρόπολης επαναφέρει ένα παλιό αίτημα προστασίας του τοπίου της Αθήνας από την οικοδόμηση ψηλών κτιρίων. Έχει σήμερα νόημα να συζητάμε την ιδιαιτερότητα του αθηναϊκού τοπίου, έτσι όπως την είχαν θέσει στις απόψεις τους στο παρελθόν ο Πικιώνης και τα μέλη της Εθνικής Κοσμητείας Τοπίου;

Από το Μουσείο Αρχαιοτήτων του Χάνσεν και το Δικαστικό Μέγαρο του Νικολούδη μέχρι το Hilton των Βουρέκα, Βασιλειάδη, Στάικου, Γεωργιάδη και το Μουσείο Ακρόπολης των Tschumi και Φωτιάδη το ζήτημα της ‘αντιπαράθεσης’ της νέας αρχιτεκτονικής με τον ‘ιερό’ βράχο ανέκαθεν ξεσήκωνε θυελλώδεις αντιδράσεις από ευρύ κοινό και ειδικούς. Οι αντιδράσεις αυτές κάποιες φορές ήταν ψύχραιμες και τεκμηριωμένες και άλλες φορές πατούσαν σε ένα έντονα συναισθηματικό-ιδεολογικό στρώμα ηθικολογίας, αν όχι φετιχισμού. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, το βασικό επιχείρημα ήταν πειστικό: αν το αττικό τοπίο, γενικότερα, και η Ακρόπολη, ειδικότερα, είναι σημαντικά για την πόλη μας τότε θα πρέπει να τα προστατεύσουμε με κάθε τρόπο.

Τα τελευταία χρόνια όμως ασκούνται πρωτοφανείς πιέσεις μέσα από τις νέες επενδύσεις σε ακίνητα, την έκρηξη του airbnb και τα νέα φιλόδοξα υπερτοπικά κέντρα σε Φάληρο και Ελληνικό. Τα δύο τελευταία είναι που βάζουν ξανά στη συζήτηση την ανάγκη(;) για περισσότερα μεγάλα ή/και ψηλά κτήρια. Το πρώτο με την αδιαμφισβήτητη επιτυχία που έχει αυτή η σύγχρονη ‘Ακρόπολη’ που αγναντεύει τον Σαρωνικό και το δεύτερο μέσα από τη ρητορική ενός φαντασιακού κοσμοπολιτισμού του νέου ευ ζην. Μια ρητορική που ακούγεται μάλλον ρηχή, ασαφής, απλοϊκή, ίσως πια ξεπερασμένη.

Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα θεωρώ ότι είναι η αμηχανία, αν όχι η απουσία, της Πολιτείας από τον σχεδιασμό μιας μακρόπνοης πολιτικής για την πόλη και το τοπίο. Πριν δηλαδή συζητήσουμε το ποια θα πρέπει να είναι η στάση μας απέναντι στο αττικό τοπίο χρειάζεται να συμφωνήσουμε στο ότι χρειάζεται, καταρχήν, να υπάρχει μια σαφής πολιτική, υπεύθυνη, συγκροτημένη και διαχρονική. Το σίγουρο είναι ότι, ναι, έχει νόημα να συζητάμε για το τοπίο της Αθήνας σήμερα ως κάτι αξιόλογο και ιδιαίτερο. Προφανώς αυτή η συζήτηση δεν θα γίνει με τους όρους του Πικιώνη και της Κοσμητείας του 1950 και 1960 αλλά με σύγχρονους όρους οι οποίοι θα θέτουν μια συνολική αναπτυξιακή στρατηγική σχεδιασμού μιας πόλης της οποίας το τοπίο είναι από τα πλέον σημαντικά στοιχεία με όρους ιστορίας, ταυτότητας, βιωσιμότητας, branding, κ.ο.κ.

Κατά τη γνώμη μου η Αθήνα δεν θα γίνει πιο ελκυστική, εξωστρεφής και ‘ανταγωνιστική’ μέσα από τα κοινότοπα ψηλά κτήρια ενός αδιάφορου real estate, αλλά μέσα από μια σύγχρονη οικιστική οικολογία η οποία θα συνδέσει καλύτερα την πόλη με την ιστορία της και το φυσικό της περιβάλλον αναβαθμίζοντας τον δημόσιο χώρο της με εύστοχες παρεμβάσεις μικρής έντασης, κλίμακας και ύψους πάνω σε έναν ευρύτερο μητροπολιτικό σχεδιασμό με προοπτική 20-30 ετών.

Μπορούμε όλοι να δεσμευτούμε σε μια τέτοια στρατηγική; Το θέλουμε; 

Κώστας Τσιαμπάος

10 Φεβρουαρίου 2019

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΧΕΣ / ARCHETYPE



Από τη διάλεξη στο ΕΙΑ στις 17/1/2019. Η πλήρης εκδοχή με τις εικόνες στο:


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΧΕΣ ΤΗΣ ΜΟΝΤΕΡΝΑΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ


Η διατήρηση (preservation) της αρχιτεκτονικής του παρελθόντος μπορεί σε κάποιους να μοιάζει ένα βαρετό ή συντηρητικό αντικείμενο. Η αλήθεια είναι όμως ότι έχει απασχολήσει μερικά από τα πιο αιχμηρά μυαλά της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Ο Rem Koolhaas, για παράδειγμα, ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για αυτό το θέμα, τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία (εικ. 1).[1] Σχολιάζοντας ξανά σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στον Vladimir Pozner την όλο και μικρότερη ηλικία των αρχιτεκτονημάτων τα οποία κηρύσσονται διατηρητέα ο Rem Koolhaas πρότεινε ένα νέο καθεστώς κατά το οποίο η αρχιτεκτονική κοινότητα, ή η κοινωνία συνολικά, θα αποφασίζουν για το πιο κτήριο θα προστατεύεται και θα διατηρείται όχι εκ των υστέρων, αλλά τη στιγμή που αυτό κτίζεται ή ακόμα και πριν αυτό κτιστεί.[2] Υποστήριξε μάλιστα ότι αυτό θα μπορούσε να είναι και ένα βασικό κριτήριο της εξέλιξης της πόλης του μέλλοντος στην οποία κάποιες περιοχές - λίγες - θα προστατεύονται και θα διατηρούνται και άλλες περιοχές - οι περισσότερες - θα είναι ‘αναλώσιμες’ και θα ανανεώνονται συνεχώς.

Η προκλητική αυτή πρόταση προέκυψε σε μεγάλο βαθμό λόγω της προστασίας όλο και περισσότερων κτηρίων του 20ού αιώνα, κατά τις τελευταίες δεκαετίες× όχι μόνο μεσοπολεμικών αλλά και μεταπολεμικών, των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Όσο προκλητικός και αν ακούγεται ο Koolhaas όμως η πρότασή του δεν απέχει τελείως από την πραγματικότητα αφού η πρακτική της άμεσης ανακήρυξης δεν είναι κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα ή δεν συνέβαινε παλαιότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Villa Savoye η οποία το 1965, με τον θάνατο του δημιουργού της, έγινε το δεύτερο έργο αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα στη Γαλλία το οποίο ανακηρύχθηκε ιστορικό μνημείο (το πρώτο ήταν το θέατρο των Champs Elysées του Auguste Perret). Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει και τη δεκαετία του 1950 στην Ελλάδα με μια σημαντική, αν και αμφιλεγόμενη, αρχιτεκτονική δημιουργία, τη διαμόρφωση του Φιλοπάππου του Δημήτρη Πικιώνη η οποία μπήκε σε καθεστώς προστασίας σχεδόν με την ολοκλήρωσή της.[3]

Τα όσα θα διαβάσετε παρακάτω τα γράφω μέσα από το πρίσμα δύο συγγενικών οπτικών: της οπτικής του ιστορικού της αρχιτεκτονικής αλλά και της οπτικής του συντονιστή της ελληνικής ομάδας του διεθνούς do.co.mo.mo., του οργανισμού ο οποίος δημιουργήθηκε πριν από 30 χρόνια με στόχο την τεκμηρίωση και προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Συγκεκριμένα το παρόν κείμενο βασίζεται στη διάλεξη που έδωσα στο πλαίσιο των διαλέξεων του ΕΙΑ στις 17 Ιανουαρίου 2019 και επεκτείνει τα όσα έγραφα στον τελευταίο τόμου της σειράς Τετράδια του Μοντέρνου του ελληνικού do.co.mo.mo[4], ένα βιβλίο (εικ. 2) το οποίο με τη σειρά του βασίστηκε στις ομιλίες της επιστημονικής συνάντησης του 2015 με θέμα «Ελληνικό do.co.mo.mo. 25 χρόνια: πεπραγμένα, προοπτικές και προκλήσεις για το μέλλον της τεκμηρίωσης και προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα».[5]

Για όσους δεν το γνωρίζουν, το do.co.mo.mo. (www.docomomo.com) είναι ένας διεθνής μη-κερδοσκοπικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 1988 από τον Hubert-Jan Henket, αρχιτέκτονα και καθηγητή, και τον Wessel de Jonge, αρχιτέκτονα και ερευνητή, στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Αϊντχόβεν, στην Ολλανδία. Δημιουργήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία σημαντικά κτήρια της μοντέρνας αρχιτεκτονικής είχαν ήδη καταστραφεί ή αλλοιωθεί έντονα, τόσο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και από την ίδια την ιστορία η οποία πάντα προχωράει μπροστά χωρίς να ρωτάει κανέναν. Αφορμή ήταν η διαφαινόμενη απειλή της κατεδάφισης του διάσημου σανατόριου Zonnestraal στο Hilversum (1926–28) των J. Duiker and B. Bijvoet.[6] Η επιτυχής και πρωτοποριακή τεχνικά αποκατάσταση αυτού του σημαντικού έργου (εικ. 3) αποτέλεσε την αρχή μιας σειρά δράσεων για την τεκμηρίωση και προστασία και άλλων σημαντικών αρχιτεκτονημάτων του 20ού αιώνα.

To πρώτο διεθνές συνέδριο του do.co.mo.mo., που πραγματοποιήθηκε στο Eindhoven το 1990, δημιούργησε μια αρχική πλατφόρμα για τη συζήτηση και την ανταλλαγή γνώσεων των σχετικών με την ιστορία, την τεκμηρίωση, την τεχνολογία και την τεχνική της αποκατάστασης της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με έμφαση στα κτήρια και τα σύνολα κτηρίων της δεκαετίας του 1920 και του 1930. Αυτή η αρχική εστίαση στον Μεσοπόλεμο ήταν αρκετά παρόμοια με αυτή της Twentieth Century Society (πρώην Thirties Society) η οποία ιδρύθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο το 1979 και συμπορεύονταν με άλλες πρωτοβουλίες για την προώθηση της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.[7] Οι πιο σημαντικές από αυτές ήταν οι δράσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1989 όπου με αφορμή την προώθηση της πολιτισμικής κληρονομίας της Βιέννης του 20ού αιώνα συζητήθηκαν ζητήματα προστασίας και διατήρησης σε δεκαπέντε ευρωπαϊκές χώρες και αναγνωρίστηκε η αξία της μεταπολεμικής κληρονομιάς ως μελλοντικό περιουσιακό στοιχείο (Συμβούλιο της Ευρώπης 1994).

Σύντομα το do.co.mo.mo. γνώρισε μια ραγδαία ανάπτυξη και εδραιώθηκε ως ο πλέον σημαντικός οργανισμός όχι μόνο στο πεδίο της διατήρησης της μοντέρνας αρχιτεκτονικής αλλά και στον ευρύτερο χώρο της αρχιτεκτονικής. Σήμερα το διεθνές do.co.mo.mo. περιλαμβάνει πάνω από 70 εθνικές ομάδες και περισσότερα από 3000 μέλη από την Ευρώπη, την Αμερική, την Ασία, την Ωκεανία και την Αφρική. Χώρες με αναγνωρισμένη μοντέρνα παράδοση όπως η Γερμανία, η Ρωσία ή η Ελβετία, αλλά και χώρες με άγνωστη μοντέρνα κληρονομιά όπως η Δομηνικανή Δημοκρατία, το Κουβέιτ και το Βιετνάμ συνυπάρχουν σε ένα διεθνές δίκτυο το οποίο ενώνεται από την αγάπη για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική.

Στην Ελλάδα η προστασία της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς άρχισε από τον αρχαιολογικό νόμο του 1932 (Ν. 5351/32) και το νόμο 1469/50 «Περί Προστασίας Ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενεστέρων του 1830». Η δεκαετία του 1980 ήταν όμως αυτή που ήρθε να αναδείξει τη μεσοπολεμική μοντέρνα αρχιτεκτονική και να χαρακτηρίσει ως διατηρητέα 79 μοντέρνα κτήρια από την εποχή του Μεσοπολέμου και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια (ΦΕΚ: 28/Δ/85, 349/Δ/85, 1040/Δ/86, 160/Δ/87, 1168/Δ/87). Και πράγματι, κατά τις τελευταίες αυτές δεκαετίες έχουν γίνει πολλά βήματα στη δύσκολη πορεία της τεκμηρίωσης και προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής της χώρας μας. Σε επιστημονικό επίπεδο έχει προχωρήσει αρκετά η έρευνα για έργα τα οποία αγνοούσαμε, ή νομίζαμε ότι γνωρίζαμε, ενώ αρκετά εμβληματικά μοντέρνα κτήρια έχουν πλέον κηρυχθεί διατηρητέα και προστατεύονται θεσμικά. Σημαντικά αρχεία αρχιτεκτόνων έχουν αναδειχθεί και μελετώνται ενώ εκθέσεις και δράσεις από συλλόγους, μουσεία και άλλους επίσημους φορείς διοργανώνονται συχνά στην Αθήνα και άλλες πόλεις.

Σήμερα, η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ασκείται από διαφορετικούς φορείς, σε πανελλήνια ή τοπική κλίμακα, όπως το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, το Υπουργείο Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής και βέβαια το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΥΠΠΟΑ). Επίσης έχουμε αποφάσεις από τα κατά τόπους περιφερειακά Συμβούλια Αρχιτεκτονικής και τα αντίστοιχα Κεντρικά Συμβούλια Αρχιτεκτονικής, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, τις οι Υπηρεσίες Νεωτέρων Μνημείων & τεχνικών έργων (Εφορείες - περιφερειακές υπηρεσίες) και τα Τοπικά συμβούλια Μνημείων.[8] Παρά τις αλληλοεπικαλύψεις αρμοδιοτήτων και τα σύνθετα πρακτικά ζητήματα που αναδύονται κάθε φορά και ανάλογα με την περίπτωση, δεν μπορούμε να πούμε ότι η Πολιτεία, θεσμικά, αδιαφορεί για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική.

Η ελληνική ομάδα εργασίας του διεθνούς do.co.mo.mo. δεν ήταν δύσκολο να πείσει για τη μοντέρνα μεσοπολεμική κληρονομιά της Χώρας της, γι’ αυτό και ήταν μία από τις πρώτες εθνικές ομάδες που δημιουργήθηκαν το 1990. Από τότε είναι ενεργή και δραστήρια, διοργανώνοντας δράσεις, συνέδρια και εκδόσεις σχετικά με την μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική όπως η γνωστή σειρά Τα Τετράδια του Μοντέρνου από τις εκδόσεις Futura. Ο τελευταίος τόμος της σειράς ο οποίος κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο έδωσε την ευκαιρία για μια γενική ανασκόπηση και επαναξιολόγηση των ζητημάτων της τεκμηρίωσης και προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής σήμερα. Παλαιά ερωτήματα τέθηκαν ξανά και νέα ερωτήματα προέκυψαν σχετικά με το τι και το πως της τεκμηρίωσης και προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς σήμερα.

Ένα από αυτά τα ερωτήματα που τέθηκαν εκ νέου είχε να κάνει με τα όρια του μοντέρνου και κατά συνέπεια τον ορισμό του. Και αυτό γιατί μία από τις παραμέτρους που καθορίζουν την στάση μας ως προς αυτήν την αρχιτεκτονική έχει να κάνει με την απάντηση στο ερώτημα: τί ακριβώς εννοούμε με τη λέξη μοντέρνα αρχιτεκτονική; Πράγματι η δουλειά του do.co.mo.mo. τα τελευταία χρόνια έχει επεκταθεί πολύ μακρύτερα από την αρχική μέριμνα για τον καταξιωμένο μεσοπολεμικό μοντερνισμό, σε μια παγκοσμιοποιημένη συνθήκη όπου αυτό που ονομάζουμε μοντέρνο διαφέρει αρκετά, ανάλογα με το που και το πότε της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Τι σημαίνει άραγε η φράση μοντέρνα αρχιτεκτονική σε χώρες όπως η Αρμενία, το Κουρακάο και η Ταϊλάνδη; Πώς μπορεί να βρεθεί ένας ορισμός του μοντέρνου ο οποίος να περιγράφει τον κοινό πυρήνα των πολλών μοντέρνων αρχιτεκτονικών που συναντάμε ανά τον κόσμο και οι οποίες ορίζουν μια δια-χρονική και δια-τοπική αρχιτεκτονική γενεαλογία;

Χωρίς να υποστηρίζω ότι εγώ έχω την σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα αναζητήσω έναν δρόμο προσέγγισης μέσα από ένα περιστατικό που συνέβη λίγο καιρό μετά από την επιστημονική συνάντηση του 2015. Πρόκειται για μια προσωπική εμπειρία η οποία σχετίζεται με τα παραπάνω και συγκεκριμένα ένα όνειρο που είδα και το οποίο ‘πρότεινε’, με τον τρόπο του, έναν ορισμό του μοντέρνου.

Το όνειρο αυτό είχε ως εξής: Είμαι στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ .Σε μια αίθουσα μια ομάδα φοιτητών παρουσιάζει την διπλωματική της εργασία. Ο χώρος είναι φανταστικός, αλλά αρκετά πρόσωπα πραγματικά και γνώριμα. Ένας από τους φοιτητές που μιλάει είναι ο Π. Η δουλειά φαίνεται να είναι πολύ καλή και τα σχόλια από όλους ενθουσιώδη. Ανάμεσα στο κοινό που παρακολουθεί, όμως, είναι και ένας καθηγητής ο οποίος δεν φαίνεται να συμφωνεί. Ο Μ κάθεται σε μια άκρη και παρακολουθεί αλλά δεν μιλάει, φαίνεται προβληματισμένος. Τον πλησιάζω, για να καταλάβω τι σκέφτεται, και σε έντονο τόνο μου λέει: «Καλά είναι όλα αυτά αλλά... ξέρεις τι είναι η μοντέρνα αρχιτεκτονική; Είναι το ρούχο που δίνει η μάνα στο παιδί της για να πάει στον πόλεμο!»

Αυτό ήταν το όνειρο για το οποίο θα επιχειρήσω να δώσω μια ερμηνεία στο τέλος του κειμένου. Προς το παρόν όμως θα σταθώ στο εξής ερώτημα: Για ποιον πόλεμο είναι φτιαγμένο αυτό το ρούχο, γιατί πολεμά η μοντέρνα αρχιτεκτονική;

Εδώ είναι που μπαίνω λοιπόν στο θέμα μου, που είναι οι τρεις μάχες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής…


ΜΑΧΗ ΠΡΩΤΗ - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Στο μανιφέστο τους με τίτλο “Nine Points on Monumentality” (1943), οι J. L. Sert, F. Leger, S. Giedion μιλούσαν για μια αλλαγή παραδείγματος η οποία θα μπορoύσε, και θα έπρεπε, να οδηγήσει σε μια νέα μνημειακή αρχιτεκτονική.[9] Εξηγώντας γιατί η μοντέρνα αρχιτεκτονική δεν είχε ενδιαφερθεί έως τώρα για τα μνημεία ανέφεραν ως βασικό λόγο την έλλειψη μιας κοινής-ενοποιητικής συνείδησης και κουλτούρας. Τα μνημειακά έργα, όπως έγραφαν, είναι εφικτά μόνο σε εποχές στις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να σχηματίζουν κοινότητες και να αναφέρονται σε κοινά σύμβολα. Αντίθετα, η μοντέρνα εποχή (αυτή του μεσοπολέμου) ήταν μια εποχή η οποία ζούσε και δημιουργούσε για το τώρα, για την κάθε στιγμή. Οι μοντέρνοι αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες ασχολήθηκαν με πιο απλά, επείγοντα και άμεσα αντικείμενα, σχεδιάζοντας κοινωνική κατοικία, νοσοκομεία και σχολεία. Αυτά τα μεσοπολεμικά κτίσματα ήταν πολύ αξιόλογα μεν έμοιαζαν μεμονωμένα και άσχετα μεταξύ τους δε. Έλειπε, κατά τους συντάκτες του κειμένου, μια ευρύτερη σύνθεση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής και πολεοδομίας με το μοντέρνο τοπίο και τη μοντέρνα τέχνη. Αυτό που θα έπρεπε να γίνει είναι να σχεδιαστούν νέα μνημειακά σύνολα, ολιστικές συμβολικές συνθέσεις μέσα σε μεγάλους ελεύθερους χώρους στις νέες πόλεις του κόσμου.

Πράγματι, η μοντέρνα μεσοπολεμική αρχιτεκτονική ελάχιστο ενδιαφέρον είχε δείξει για τη διατήρηση της αρχιτεκτονικής μνήμης. Αφενός η προηγούμενη ακαδημαϊκή, νεοκλασική ή εκλεκτιστική αρχιτεκτονική θα έπρεπε να ξεχαστεί ώστε το νέο να έρθει. Η πολεμική και απόλυτη ρητορική της μοντέρνας αρχιτεκτονική εδραιώθηκε πάνω ακριβώς στην καταστροφή της προηγούμενης συνθήκης. Αφετέρου η μοντέρνα αρχιτεκτονική δεν έπαιρνε ούτε τον εαυτό της πολύ στα σοβαρά. Η υλικότητά της ήταν αέρινη, ελαφριά, διάφανη, τελικά εύθραυστη. Συνειδητά, δεν ήταν μια αρχιτεκτονική η οποία γίνονταν για να μείνει. Δεν ήταν μια αρχιτεκτονική η οποία θα άφηνε πίσω της μνημεία αφού η μοντέρνα αρχιτεκτονική αντιστέκονταν στη μνημειοποίησή της, τόσο λόγω κατασκευής όσο και λόγω ιδιοσυγκρασίας. Σε αντίθεση με τις βαριές λιθοδομές ή πλινθοδομές οι λεπτεπίλεπτες κατασκευές από μπετόν δεν προσέβλεπαν στην αιωνιότητα. Πατούσαν ελαφριά πάνω στο έδαφος με τα λεπτά τους στοιχεία σαν να επιθυμούσαν να αποδεσμευτούν από την ίδια τη βαρύτητα. Έμοιαζαν περισσότερο με πειραματικές προγραμματικές χειρονομίες, συμβολικά ικριώματα μιας ριζοσπαστικής κοινωνίας η οποία θα ήταν συνεχώς υπό κατασκευή. Ο ρόλος τους ήταν να επιτρέψουν μια νέα μελλοντική προοπτική, σαν τη σκάλα του Wittgenstein την οποία ανεβαίνεις για να δεις τον κόσμο καλύτερα και μετά την αφήνεις να πέσει πίσω σου.[10]

Αυτή η ευπάθεια των μοντέρνων κτηρίων είναι και ο βασικός λόγος που καθιστά την αποκατάστασή τους μια δύσκολη υπόθεση. Ακόμα και αν τα κτήρια αυτά δεν είχαν σχεδιαστεί για να επιβιώσουν στους αιώνες, λίγοι ανέμεναν ότι κάποια από αυτά θα εμφάνιζαν προβλήματα μόλις μετά από είκοσι ή τριάντα χρόνια λειτουργίας. Επιπλέον, τα μαζικά προκατασκευασμένα και βιομηχανικά παραγόμενα στοιχεία και συστήματα θέτουν και κάποια φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με την ποιότητα και την αυθεντικότητα, την προσωρινότητα και την ανακατασκευή τους: έχουν αυτά τα στοιχεία την ίδια αξία και σημασία με τα μοναδικά, χειροποίητα, κατασκευαστικά και διακοσμητικά στοιχεία που συναντάμε σε παλαιότερα αρχιτεκτονικά έργα; Αξίζει να προστατευτούν με την ίδια επιμέλεια και προσοχή;

Η προστασία και αποκατάσταση αυτών των κατασκευών ήταν άρα εξαρχής, μπροστά σε ένα παράδοξο: το παράδοξο του να προσπαθεί να προσδώσει κανείς μονιμότητα σε αυτό που είχε σχεδιαστεί για να ζήσει ένα μικρό χρονικό διάστημα. Η περίπτωση του σανατορίου Zonnestraal είναι χαρακτηριστική: το σύντομο προσδόκιμο ζωής αυτού του κτηρίου ακολουθεί την αντίληψη της εποχής του ότι η φυματίωση θα μπορούσε να εξαλειφθεί σε περίπου τριάντα χρόνια, άρα μετά αυτήν την περίοδο το κτήριο δεν θα είχε λόγο ύπαρξης. Για τον λόγο αυτόν, το σανατόριο κατασκευάστηκε από απλά προκατασκευασμένα μέρη, με πλήρωση από ξηρή δόμηση πάνω σε λεπτά φέροντα στοιχεία. Η απλοποιημένη αυτή κατασκευή - που υλοποιήθηκε σύντομα και με φθηνό, μη εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό - είχε ως αποτέλεσμα ένα σημαντικά χαμηλότερο κόστος από την τυπική κατασκευή αλλά ταυτόχρονα οδήγησε σε μια κατασκευή εύθραυστη, ευπαθή στον άνεμο και το νερό. Μια ‘ασθενής’ κατασκευή σχεδιασμένη για πραγματικούς ασθενείς.

Ο Theodore Prudon, καθηγητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα αποκαταστάσεων της μεταπτυχιακής Σχολής του Πανεπιστημίου Columbia και ειδικός στις αποκαταστάσεις μοντέρνων κτηρίων μας θυμίζει ότι αποκατάσταση των μοντέρνων κτηρίων δεν είναι μια επισκευή ή ανακατασκευή 1 προς 1.[11] Η αποκατάσταση, από εννοιολογική άποψη, δεν μπορεί να ακολουθήσει μια διαδικασία όπου μεμονωμένα στοιχεία αντικαθίστανται από άλλα. Δεν μπορούμε να συμπληρώσουμε έναν πέτρινο τοίχο με νέες πέτρες ούτε να αλλάξουμε τα παλιά τούβλα με νέα. Το μοντέρνο κτήριο αποτελεί ένα σύνολο ανεξάρτητων τεχνολογικών συστημάτων τα οποία διασυνδέονται μεταξύ τους: το στατικό σύστημα, το σύστημα πλήρωσης, το ηλεκτρομηχανολογικό σύστημα κ.ο.κ. Εάν ένα σύστημα αποτύχει τότε είναι πιθανόν και άλλα να αποτύχουν μαζί του. Γενικά στη μοντέρνα κατασκευή οι αποτυχίες είναι «συστηματικές», όπως λέει ο Prudon, άρα η προσέγγιση και η παρέμβαση πρέπει να είναι πιο ολιστική. Σε αυτό το πλαίσιο χρειάζονται περισσότερο οι δεξιότητες του αρχιτέκτονα-designer από αυτές του αρχιτέκτονα-συντηρητή. Χρειάζεται δηλαδή να ασχοληθεί κάποιος ο οποίος μπορεί να κατανοεί αυτή τη θεμελιώδη «συστημική» διάσταση της μοντέρνας κατασκευής και μπορεί να προτείνει έναν συνολικό αρχιτεκτονικό ανασχεδιασμό του συνόλου.[12] Πάνω σε αυτή τη φιλοσοφία είναι που συντάχθηκαν και οι νεότερες συμβάσεις και οδηγίες από τη Σύμβαση του Eindhoven από το docomomo (1991) μέχρι τη Σύμβαση της Μαδρίτης του από το ICOMOS (2011).

Όσο για την Ελλάδα, έχουν περάσει πλέον πάνω από 100 χρόνια από τότε που τα πρώτα κτήρια από οπλισμένο σκυρόδεμα εμφανίστηκαν στην Αθήνα και άλλες πόλεις.[13] Περιέργως, τα περισσότερα από αυτά ακόμα στέκουν με κάποια να παραμένουν σε πολύ καλή κατάσταση. Τυπικά όμως έχουν απωλέσει τη στατική τους ικανότητα και η μελλοντική χρήση τους προβληματίζει, ιδιαίτερα σε μια χώρα με έντονη σεισμικότητα. Ειδικά τα δημόσια κτήρια που διατηρούν την αρχική τους λειτουργία, όπως τα σχολεία και νοσοκομεία του 1930, δεν μπορούν παρά να ενισχυθούν στατικά, αργά ή γρήγορα. Gunite, ανθρακονήματα, μεταλλικές ενισχύσεις, αντικατάσταση φερόμενων από φέροντα στοιχεία είναι οι τυπικές λύσεις. Επίσης το σύγχρονο πλαίσιο της ενεργειακής αναβάθμισης επιβάλλει παρεμβάσεις όπως αντικατάσταση των εξωτερικών κουφωμάτων, εγκατάσταση φωτοβολταϊκών μονάδων ή εξωτερική θερμομόνωση. Και αυτές οι επεμβάσεις οδηγούν σε σύνθετα ερωτήματα δεοντολογίας και αισθητικής. Αν πρέπει να αλλάξουμε όλα αυτά για να διατηρήσουμε το κτήριο σε λειτουργία τι ακριβώς είναι αυτό που διατηρούμε αν όχι το πραγματικό σώμα του κτηρίου;

Σε αυτό το πλαίσιο έχει ενδιαφέρον ότι το ΥΠΠΟΑ χαρακτηρίζει κάποια σημαντικά κτήρια της μοντέρνας αρχιτεκτονικής ως «νεώτερα μνημεία» βάσει του άρθρου 6 του Ν. 3028/2002 κάτι που βρίσκεται σε αντίθεση με τον ορισμό του μνημείου στον ίδιο νόμο όπου ως μέρος της ταυτότητας του μνημείου αναφέρεται η «διατήρηση της υλικής υπόστασης και της αυθεντικότητας του». Επιπλέον, ενώ η έννοια της ανακατασκευής δεν ισχύει στα μνημεία, αν αυτά δεν μπορούν να αναστηλωθούν με βάση με τα αυθεντικά δομικά τους υλικά, ο Ν. 4067/2012 δεν αποδίδει καθοριστική βαρύτητα στην αυθεντικότητα της ύλης, επιβάλλοντας ακόμη και την ανακατασκευή του αν χρειαστεί.[14] Είναι η λογική που εφαρμόστηκε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες μετά τις εκτεταμένες καταστροφές του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και η οποία φτάνει μέχρι και την κατασκευή μιας ρέπλικας όπως συνέβη με το ισπανικό περίπτερο της Βαρκελώνης (εικ. 4).

Σήμερα είναι κοινώς αποδεκτό ότι οι διατυπωμένες αρχές της αποκατάστασης που συντάχθηκαν με γνώμονα τα λίθινα κτήρια αδυνατούν να υποστηρίξουν επαρκώς τις επεμβάσεις των μοντέρνων κτηρίων.[15] Η διέξοδος από την ακαταλληλότητα και τη δυσκαμψία των αρχών της αναστρεψιμότητας και της αυθεντικότητας του υλικού, που διέπουν την διαχείριση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, εναπόκειται στη βέλτιστη αξιοποίηση της διεθνούς εμπειρίας από την επιστημονική και ακαδημαϊκή κοινότητα. Σίγουρα, το αίτημα κοινωνικής, τεχνικής και αισθητικής ανανέωσης, που εισηγήθηκε ο μοντερνισμός, δεν συμβαδίζει αυτονόητα με την αδρανοποίηση και μουσειακή διατήρηση των έργων του.[16] Μια τολμηρή πρόταση θα ήταν η πανομοιότυπη εκ νέου ανοικοδόμηση, όπως συμβαίνει με τους ναούς στην Ιαπωνία, δηλαδή σαν μια ανακατασκευή βασισμένη πάνω στην ερμηνεία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής ως σχεδιαστικής υπόστασης.[17] Μια εξίσου τολμηρή πρόταση θα ήταν η ‘οπορτουνιστική’ αξιοποίηση του ανεκμετάλλευτου σχεδιαστικού πλούτου της μοντέρνας αρχιτεκτονικής παράδοσης του 20ού αιώνα, άμεσα και με κάθε τρόπο.[18] Η αναβίωση μελετών που δεν υλοποιήθηκαν και μοναδικών έργων που χάθηκαν μέσα από την αντιγραφή, την υιοθέτηση οικοδομικών, κατασκευαστικών, λειτουργικών, μορφολογικών επιλύσεων των δασκάλων του μοντέρνου. Μια επιθετική αφομοίωση του παρελθόντος που θα το ξανακάνει νέο.

Η μάχη της μνήμης δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα ακόμα μνημείο αλλά στην ενεργοποίηση της ανανεωτικής δυναμικής στην οποία πίστευε η μοντέρνα αρχιτεκτονική.


ΜΑΧΗ ΔΕΥΤΕΡΗ - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Στην ταινία του Alexander Payne Nebraska (2013) ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Woody, αποφασίζει να κάνει ένα μεγάλο ταξίδι όταν λαμβάνει μία επιστολή από μια εταιρεία με έδρα τη Nebraska η οποία του ανακοινώνει ότι κέρδισε 1.000.000 δολάρια. Αυτή η ‘τρέλα’ του Woody να ξεκινήσει με τα πόδια για την Πολιτεία της Nebraska κινητοποιεί όλη του την οικογένεια και κυρίως τον ένα του γιο, τον David, ο οποίος ανησυχεί ότι ο πατέρας του τα έχει χαμένα. Τελικά, μετά από πολλά μικρά περιστατικά, και αφού ο γιος δεν μπορεί να πείσει τον πατέρα του ότι όλα είναι ένα διαφημιστικό κόλπο, αποφασίζει να τον πάρει και να ταξιδέψουν μαζί οδικώς μέχρι την Nebraska παρά το μάταιο της όλης υπόθεσης. Σε μια από τις τελευταίες σκηνές της ταινίας βλέπουμε τον Woody να είναι πλέον στο γραφείο της διαφημιστικής που θα του έδινε το 1.000.000. Ο γιος του, δίπλα του. Ο διάλογος ανάμεσα στην υπάλληλο της διαφημιστικής και τον David είναι ο εξής:

«--Έχει Alzheimer ;»

«-Όχι, απλά πιστεύει αυτά που του λένε.»

«-Α..., τι κρίμα!»

Μέσα από τέτοια μικρά περιστατικά και διαλόγους η ταινία περιγράφει τη διαφορά δύο γενεών. Στο συγκεκριμένο στιγμιότυπο η πίστη είναι αυτή που διακρίνει τον πατέρα από τον γιο, το γεγονός ότι για τον πρώτο η αλήθεια είναι, καταρχάς, μια αξία με βάση την οποία η άνθρωποι μπορούν να αποφασίζουν και να κινούνται ενώ για τον δεύτερο η αλήθεια είναι σχετική και επιφανειακή. Το γεγονός μάλιστα ότι ο πατέρας πιστεύει ακόμα στην αλήθεια ως αξία τον κάνει να μοιάζει περισσότερο ηλικιωμένος απ’ όσο είναι, τελείως ξεπερασμένος, έξω από τη σύγχρονη ζωή και τους κανόνες της, μακριά από τη νέα εποχή της μετα-αλήθειας.

Όμως στην ταινία, ο γιος είναι αυτός που ενδιαφέρθηκε τελικά να προστατέψει τον πατέρα του ακόμα και αν έβρισκε ακατανόητη την στάση του και θεωρούσε αφελή την πίστη του. Tηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι τυχαίο ότι και η προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής ήταν μια μεταμοντέρνα υπόθεση. Η εποχή η οποία επιτέθηκε στη μοντέρνα αρχιτεκτονική, αμφισβήτησε τις αξίες της και λοιδόρησε της σιγουριές της, ήταν και αυτή η οποία ενδιαφέρθηκε να την καταλάβει, να την τεκμηριώσει, να την προστατέψει, να την διατηρήσει. Ακόμα και καθαρά μοντέρνες εποχές, όπως η δεκαετία του 1950 ή του 1960, αγνοούσαν το μοντέρνο του 1930 ή το είχαν βάλει στην άκρη ως κάτι παρωχημένο. Είναι γνωστό, για παράδειγμα, ότι αυτοί που σπούδασαν στην αρχιτεκτονική του ΕΜΠ εκείνη την εποχή δεν είχαν ιδέα για τον ελληνικό μοντερνισμό του μεσοπολέμου. Όπως η ανάγκη για προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, ως ιδέα, αναπτύχθηκε την εποχή όπου η νεωτερικότητα έμοιαζε να είναι ασυγκράτητη και η βιομηχανική-τεχνολογική επανάσταση απειλούσε τις μορφές του παρελθόντος, έτσι και η ανάγκη προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς προέκυψε την εποχή που ο μεταμοντέρνος σχετικισμός έμοιαζε να ισοπεδώνει τις νεωτερικές αλήθειες, αρχές και αξίες.

Ποιές από αυτές τις αξίες της μοντέρνας αρχιτεκτονικής μπορούν να επιβιώσουν σήμερα; Ποιά πιστεύω του μοντέρνου μπορούν ακόμα να έχουν νόημα;

Η απάντηση στο παραπάνω δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη. Αν σκεφτούμε π.χ. έργα σαν αυτό του Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα θα δούμε ότι αυτά εκφράζουν μια πίστη στη συνέχεια της αρχετυπικής λαϊκής μεσογειακής αρχιτεκτονικής και υποδεικνύουν έναν δρόμο για το σήμερα. Η ανάδειξη αυτής της καταγωγικής διαχρονικής συγγένειας του μοντέρνου λεξιλογίου με τα τοπικά ιδιώματα της μεσογειακής οικοδομικής παράδοσης θα μπορούσε να αξιοποηθεί ξανά στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, επανασυνδέοντας τον μέσο πολίτη με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική από την οποία έχει απομακρυνθεί.[19] Αντίστοιχα τα μοντέρνα ερείπια των κενών, κλειστών μοντέρνων ξενοδοχείων της ελληνικής περιφέρειας εκφράζουν και σήμερα την πίστη σε μια ευαίσθητη και μετρημένη σχέση ανάμεσα στον τουρισμό, το τοπίο και την αρχιτεκτονική, και περιμένουν την ιστορία να έρθει να τα ξαναφέρει στη ζωή.[20] Αλλά και η ανάδειξη της μοντέρνας αρχιτεκτονικής των ελληνικών επαρχιακών πόλεων εκφράζει τη διάχυτη πίστη στην πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό. Μια πίστη η οποία βρίσκεται σε αντιστικτική συνέχεια με την προϋπάρχουσα αρχιτεκτονική παράδοση και μπορεί να αποκαταστήσει το μοντέρνο στη συλλογική συνείδηση των μικρών αυτών αστικών κέντρων.[21] Ακόμα και η πίστη στην ξεχασμένη κοινωνική αποστολή της μοντέρνας αρχιτεκτονικής θα μπορούσε να αναβιώσει σήμερα μέσω «διαμεσολαβητικής επιτέλεσης», η οποία θα έχει στόχο να στεγαστεί η «κοινωνική σάρκα εντός του μοντέρνου κελύφους» όχι θεσμικά, στην παράδοση του ευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας, αλλά εξωθεσμικά, ως μία ‘από τα κάτω’ οργάνωση μιας νέας συλλογικής κατοίκησης.[22]

Αυτή η πίστη στην κοινωνική δυναμική της μοντέρνας κατοικίας έρχεται σήμερα και από έναν άλλον, αναπάντεχο, δρόμο. Το ‘ανώνυμο’ μοντέρνο, το τυπικό και κοινότοπο, ‘νομιμοποιείται’, επαναξιολογείται και αναβαθμίζεται. Η αθηναϊκή πολυκατοικία αποτελεί εδώ και 10-15 χρόνια αντικείμενο έρευνας σε μερικές από τις γνωστότερες αρχιτεκτονικές Σχολές του κόσμου. Ο Richard Woditsch, στο Βερολίνο, ανέδειξε την μοναδική προσαρμοστικότητα της πολυκατοικίας η οποία πρακτικά βασίστηκε στην μαζική υιοθέτηση του maison Dom-ino.[23] Η Όλγα Μοάτσου, στη Λωζάνη, σχολίασε την πολυκατοικία ως μια ιδιαίτερη, δυναμική και ευφυή επιχειρηματική πρακτική.[24] Ο Πλάτων Ησαΐας, στο Delft, αναγνώρισε στη διάχυση αυτού του μοντέλου μια οργανωμένη από το Κράτος βιοτεχνολογία που στόχευσε στον σωφρονισμό σωμάτων και επιθυμιών.[25] Η Ιωάννα Θεοχαροπούλου, στη Νέα Υόρκη, προσέγγισε την πολυκατοικία ως το κατεξοχήν σύμβολο εκμοντερνισμού μέσα από τους ρόλους της νοικοκυράς και του εργάτη της οικοδομής.[26] Η polykatoikia έχει γίνει πλέον αποδεκτή σαν μια εναλλακτική, μοντέρνα χωρική έκφραση σε άμεση σχέση με την κοινωνία η οποία την δημιούργησε, μια δομούσα δομή, όπως θα έλεγε ο Bourdieu, η οποία έχει να μας μάθει ακόμα πολλά.[27]

Το πιο ενδιαφέρον όμως, κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι και το ευρύ κοινό, το οποίο μέχρι πολύ πρόσφατα ήταν αδιάφορο, αν όχι εχθρικό, απέναντι στην μοντέρνα αρχιτεκτονική παράδοση, έχει αρχίσει να βλέπει αυτά τα κτίρια με άλλο μάτι. Από τις πολυπληθείς ομάδες των ‘φίλων’ της μοντέρνας ελληνικής αρχιτεκτονικής στα κοινωνικά δίκτυα[28] και τις βόλτες-επισκέψεις σε γνωστά έργα του ’30 και του ’60[29] η αλλαγή του αισθητικού αρχιτεκτονικού παραδείγματος είναι εμφανής με μια ολόκληρη κοινωνία να ξαναμαθαίνει τις πόλεις της, τα κτήριά της, το παρελθόν της. Λέξεις όπως μπετόν αρμέ, έρκερ, πρόβολος, αρτιφισιέλ, πιλοτή, κ.α. επανεισάγονται ως θετικοί όροι σε ένα νέο συλλογικό λεξιλόγιο με έναν τρόπο που, ακόμα και για εμάς, τους ειδικούς, είναι αφοπλιστικός. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική έχει ξανά φανατικούς οπαδούς που πιστεύουν σε αυτήν ακόμα και αν δεν καταλαβαίνουν καλά-καλά αυτά στα οποία αυτή πιστεύει. Μια άγνοια ή παρεξήγηση η οποία συνδέει το ευρύ κοινό με μια αρχιτεκτονική την οποία, μέχρι πρόσφατα, λάτρευε να μισεί.

Οι άγνοια ή η παρεξήγηση δεν αφορά όμως μόνο το ευρύ κοινό. Αφορά και εταιρείες ή αρχιτέκτονες που έχουν, ή υποτίθεται ότι έχουν, την ικανότητα να διακρίνουν και να κατανοούν. Ένα ατυχές παράδειγμα είναι η πρόσφατη ‘ανακαίνιση’ της γνωστής πολυκατοικίας Ζήσιμου Λορεντζάτου (1935) σε μπουτίκ ξενοδοχείο (εικ. 5). Αυτό το έργο το ανέθεσε μια γνωστή ελληνική εταιρεία, με διεθνή παρουσία, υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας προϊόντα, κατασκευασμένα στην Ελλάδα. Μια εταιρεία με πολύ σαφή άποψη για τα υλικά, το περιβάλλον, το ευ ζην. Και το σχεδίασε μια ομάδα νέων αρχιτεκτόνων, με καλές σπουδές και διεθνή εμπειρία. Κι όμως, αυτή η ‘μοντέρνα’ εταιρεία και αυτοί οι ‘μοντέρνοι’ αρχιτέκτονες εξαφάνισαν ένα αυθεντικό μοντέρνο έργο γιατί, όπως φαίνεται, δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τίποτα από αυτό. Δεν μπόρεσαν να σκεφτούν ότι η διατήρηση κάποιων στοιχείων του κτηρίου (π.χ. η είσοδος ή το κεντρικό κλιμακοστάσιο ή η αρχική όψη) θα απέδιδε μια μοναδική ταυτότητα και υπεραξία στο ξενοδοχείο που θα το καθιστούσε πολύ πιο ιδιαίτερο, ενδιαφέρον και δυναμικό από αυτό το οποίο τελικά έγινε. Δεν μπόρεσαν να δουν ότι ένα τολμηρό και καλοσχεδιασμένο ρούχο 80 ετών φαίνεται πολύ πιο φρέσκο και δυναμικό από ένα μοδάτο σύγχρονο ρούχο που απλά αναμένει την σύντομη αντικατάστασή του από την νέα μόδα.

ΜΑΧΗ ΤΡΙΤΗ - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Οι επιμελήτριες του τελευταίου τόμου της σειράς Τετράδια του Μοντέρνου Αιμιλία Αθανασίου, Λίνα Δήμα και Τίνα Καραλή μας θυμίζουν μια φράση του Βιεννέζου συγγραφέα και κριτικού Hermann Bahr (1863-1934): «Η μοναδική προσταγή [...] είναι: να είσαι μοντέρνος. Όχι όμως να είσαι μοντέρνος απλά μια φορά, μα να παραμένεις πάντα μοντέρνος. Και αυτό σημαίνει [...] σε κάθε εποχή να είσαι επαναστατικός». Μα τι σόι επανάσταση είναι αυτή; Τι νόημα έχει μια επανάσταση που μπορεί να συμβαίνει σε κάθε εποχή; Ή μήπως αυτό είναι το μοναδικό της νόημα;

Στο βιβλίο Μαύρη λειτουργία ο Βρετανός πολιτικός φιλόσοφος John Gray, εξηγεί ότι η επανάσταση ως καμουφλαρισμένη αποκάλυψη, με θρησκευτικούς όρους, δεν έχει εκλείψει από τη μοντέρνα κοινωνία.[30] Η εκκοσμίκευση δεν είναι παρά μια απατηλότητα που πηγάζει από άγνοια τόσο της ιστορίας όσο και της κοινωνικής ψυχολογίας. Όσοι επιζητούν να εξορκίσουν τη θρησκεία από την πολιτική νομίζουν πως αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το να αποκλειστούν τα παραδοσιακά θρησκευτικά δόγματα από τους δημόσιους θεσμούς. Όμως και τα εκκοσμικευμένα δόγματα έχουν διαμορφωθεί με βάση θρησκευτικές έννοιες. Συνεπώς η καταστολή της θρησκείας δεν συνεπάγεται ότι η θρησκεία παύει να ελέγχει τη σκέψη και τη συμπεριφορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ρεαλιστές δεν πρέπει να απορρίπτουν τις τελεολογικές απόψεις για την ιστορία. Ο Gray τονίζει ότι η πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα οδεύει προς μια κατάσταση στην οποία δεν θα υπάρχουν πια συγκρούσεις δεν είναι μόνο απατηλή αλλά και επικίνδυνη. Όποιος βασίζεται στην υπόθεση ότι μια μυστηριώδης εξελικτική διαδικασία μεταφέρει την ανθρωπότητα σε μια γη της επαγγελίας οδηγείται σε μια νοητική κατάσταση που είναι απροετοίμαστη για τη σύγκρουση. Και όποτε, λέει ο Gray, αναζητούμε καταφύγιο σε μια φανταστική μελλοντική αρμονία, καταλήγουμε να συνδεθούμε με τις συγκρούσεις του παρελθόντος. Με τα λόγια του συγγραφέα και ψυχαναλυτή Adam Phillips: «Η αποκαλυπτική σκέψη είναι σαφώς η χειρότερη δυνατή νοσταλγία».[31]

Ας αναδιατυπώσω στο ερώτημα σε σχέση με το θέμα μου: πως μπορεί να διατηρήσει κανείς στη ζωή τη μοντέρνα αρχιτεκτονική χωρίς να καταφεύγει στον αποκαλυπτικό λόγο, χωρίς δηλαδή να περιμένει ότι αυτή η αρχιτεκτονική θα ‘αναστηθεί’ και θα συνεχίσει να προχωράει από εκεί που σταμάτησε;

Το πρώτο ερώτημα είναι αν κάτι σημαντικό μπορεί πάντα να σωθεί. Η εμπειρία μας δείχνει ότι αυτό δεν είναι πάντα εφικτό και οι ευθύνες πάντα δεν διαχέονται σε περισσότερους: από το Κράτος και τους ιδιώτες-ιδιοκτήτες, μέχρι τους αρχιτέκτονες και τους επενδυτές-επιχειρηματίες η ευθύνη για την ευτυχή ή δυστυχή έκβαση αφορά όλους μας. Όλα τα σενάρια είναι πιθανά ανάλογα με τις συνθήκες και τις περιστάσεις: κτήρια τα οποία τα κατάφεραν και επέζησαν, από τύχη ή από φροντίδα, και γερνάνε καλά εκπληρώνοντας την αρχική αποστολή τους[32] και κτήρια τα οποία στέκουν και λειτουργούν με νέα χρήση παραμένοντας σύμβολα ενός ηρωικού παρελθόντος (εικ. 6).[33] Κτήρια που ‘εξωραϊστηκαν’ αισθητικά όταν οι χρήστες τους θεώρησαν πολύ βαρετή τη μοντέρνα λευκότητά τους[34] και κτήρια που διατηρούν την αρχική χρήση, αλλά μοιάζουν άδεια, παρατημένα, απογοητευμένα (εικ. 7).[35] Κτήρια που αποκαταστάθηκαν πρόσφατα αλλά παραμένουν μετά από χρόνια κλειστά και απροσπέλαστα[36] και κτήρια που ‘μεταμορφώθηκαν’ και έγιναν κάτι άλλο, όταν οι σύγχρονοι αρχιτέκτονες θεώρησαν ότι κάτι καλύτερο θα μπορούσε να μπει στη θέση τους (εικ. 8).[37] Κτήρια που εξαφανίστηκαν, που καταστράφηκαν εξ’ ολοκλήρου, γιατί κρίθηκαν άνευ αρχιτεκτονικής αξίας, από αρχιτέκτονες και αρχιτεκτονικές επιτροπές[38] και κτήρια που κόπηκαν στη μέση και ανακατασκευάστηκαν, προσπαθώντας να επαναλάβουν το μοναδικό τους παρελθόν, σαν φάρσα και τραγωδία ταυτόχρονα (εικ. 9).[39]

Το δεύτερο ερώτημα είναι το τι ακριβώς σώζεται. Είναι απλά μια υλική παρουσία που βρίσκεται στον φυσικό χώρο ή είναι κάτι παραπάνω, ένα έργο με νόημα και περιεχόμενο; Μας ενδιαφέρει να διατηρήσουμε ένα αρχιτεκτονικό τεκμήριο που αφορά τους λίγους ειδικούς ή έναν συλλογικό τόπο ο οποίος απευθύνεται στην κοινωνία;[40] Ως προς αυτό η προσπάθεια να συγκροτηθεί ένα ανοικτό και συνεχώς ενημερωμένο αρχείο μοντέρνας αρχιτεκτονικής θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες ερμηνείες και κριτικούς συσχετισμούς.[41] Εδώ μπορούν να αποδειχθούν πολύτιμα και τα σύγχρονα μέσα τεκμηρίωσης δείχνοντας τον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια νήματα ιστορίας μπορούν να γίνουν ψηφιακά μονοπάτια και τοπία που θα χαρτογραφήσουν σχέσεις ανθρώπων, έργων και εποχών.[42]

Οι παραπάνω προσεγγίσεις αποτελούν προτάσεις που δεν στοχεύουν απλά στη διατήρηση ενός ταριχευμένου σώματος αλλά στην δημιουργική αναβίωση του σήμερα ως ζωντανού, κοινωνικού συντελεστή (Rossi). Όπως και στις σύγχρονες πρακτικές αποκατάστασης, το ζήτημα είναι η αρχιτεκτονική αυτή να ζήσει ξανά, να αναλάβει νέους ρόλους, να στηρίξει νέες προοπτικές, να συμβάλλει ξανά στη σύγχρονη, παγκοσμιοποιημένη κοινωνία των πολιτών όχι μόνο μέσω της διατήρησης μιας σχέσης με το παρελθόν αλλά και μέσω της δημιουργίας μιας καλύτερης μελλοντικής συνθήκης.

Αυτό υπονοούσαν και οι Sert, Leger και Giedion στο μανιφέστο τους για τη νέα μνημειακότητα προοικονομώντας, κατά κάποιο τρόπο, την μετανεωτερική κοινωνία: αν είναι να επιβιώσει το μοντέρνο δεν θα επιβιώσει ούτε σαν η μετενσάρκωση αυτού που ήταν, ούτε σαν ένα καλά διατηρημένο νεκρό σώμα. Ο μόνος τρόπος να επιβιώσει ξανά είναι σαν μια γνώριμη και αποδεκτή από όλους παρουσία η οποία είναι εδώ για να επιβεβαιώσει το ανανεωμένο κοινωνικό συμβόλαιο. Η επιθυμία για μνημειακότητα δεν είναι μια νοσταλγική επιθυμία μνημόνευσης του νεκρού αλλά μια εορταστική επιθυμία αναβίωσης του οικείου. Μια νέα δημιουργική μεταμόρφωση γεμάτη ενέργεια και ζωή, χαρά, περηφάνεια και ενθουσιασμό.[43]

Οι μάχη έχει πάντα νεκρούς. Η μάχη όμως έχει αίσιο τέλος όταν οι στρατιώτες επιστρέφουν από αυτήν χαρούμενοι.


META TH MAXH

Το τέλος της Ιστορίας; Η αρχή της ανοησίας.

Η Margaret Thatcher για τον Francis Fukuyama 


«Πόλεμοι. Τόσοι πόλεμοι. Πόλεμοι έξω και πόλεμοι μέσα. Πολιτισμικοί πόλεμοι, επιστημονικοί πόλεμοι και πόλεμοι κατά της τρομοκρατίας. Πόλεμοι κατά της φτώχειας και πόλεμοι κατά των φτωχών. Πόλεμοι κατά της άγνοιας και πόλεμοι από άγνοια. Η ερώτησή μου είναι απλή: Πρέπει να βρισκόμαστε σε πόλεμο και εμείς, οι ακαδημαϊκοί, οι διανοούμενοι; Είναι πραγματικά καθήκον μας να προσθέσουμε νέα ερείπια στις εκτάσεις των ερειπίων; Είναι πραγματικά το καθήκον των ανθρωπιστικών επιστημών να προσθέσουν την αποδόμηση στην καταστροφή; Περισσότερη εικονομαχία στην εικονομαχία; Τι έχει απογίνει το κριτικό πνεύμα; Έμεινε από καύσιμα;».

Αυτά έγραφε ο Bruno Latour το 2004 στην αρχή του γνωστού του κειμένου με τίτλο “Why Has Critique Run out of Steam? From Matters of Fact to Matters of Concern”.[44] Έκπληκτος, και αυτός ο ίδιος, με την διάσταση που είχε πάρει η επίθεση στην επιστημονική αλήθεια, στα αντικειμενικά δεδομένα και τα πραγματικά φαινόμενα. Αυτός, που αμφισβήτησε όσο λίγοι τη ρητορική του μοντέρνου, αυτός που δήλωνε με σιγουριά ότι «ουδέποτε υπήρξαμε μοντέρνοι»[45] έχει αρχίσει και ανησυχεί με τις διαστάσεις που έχει πάρει η κατάρρευση κάθε γνώσης, πίστης και αξίας. Μήπως ήταν υπερβολικός; Μήπως το παράκανε; Μήπως άνοιξε το κουτί της Πανδώρας και τώρα στροβιλίζεται κι αυτός στον αέρα μαζί όλα τα άλλα;

Έχοντας ως αναφορά τις θεωρίες του πολέμου, ο Latour υποστηρίζει ότι όσοι θέλουν να παραμείνουν κριτικοί πρέπει να ανανεώσουν τις στρατηγικές τους ενάντια στους νέους εχθρούς και να επεκταθούν σε νέα εδάφη. Ο Latour δεν μπορεί βέβαια να εγκαταλείψει τις αρχές του. Δεν μπορεί να γίνει ρεαλιστής, ούτε προτείνει την επιστροφή στα matters of fact, στην ψεύτικη δηλαδή σιγουριά του θετικισμού, στα ρηχά νερά του επιστημονισμού. Επιστρέφει όμως στις αρχές. Ναι, μας λέει, η νεωτερικότητα ήταν σημαντική γιατί μας προσέφερε ένα πολύ ισχυρό εργαλείο. Κατάφερε να αναπαραστήσει με σχετική ακρίβεια τα πραγματικά γεγονότα και έτσι κατάφερε να απομακρύνει πολλές στρεβλές πεποιθήσεις, νοοτροπίες, εξουσίες και ψευδαισθήσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η νεωτερικότητα βρέθηκε απροετοίμαστη όταν άρχισαν να της επιτίθενται με τα δικά της όπλα. Το ερώτημα που τίθεται, επομένως, είναι το εξής: μπορούμε να φτιάξουμε σήμερα ένα νέο ισχυρό εργαλείο που να ασχολείται αυτή τη φορά με matters of concern και του οποίου η λειτουργία δεν θα είναι πια η αμφισβήτηση και η αποδόμηση αλλά η προστασία και η φροντίδα; Είναι δυνατόν να προσδώσουμε σε μια νέα κριτική δυναμική το ήθος αυτού ο οποίος προσθέτει αλήθεια στα facts αντί να αφαιρεί; Πως μπορούμε να αντικαταστήσουμε την αποδόμηση με μια νέα κατασκευή; Τι θα σήμαινε αυτό;

Και συνεχίζει λίγα χρόνια μετά στο κείμενό του «A cautious Prometheus?»:[46] Αν είναι αλήθεια ότι η σημερινή ιστορική κατάσταση ορίζεται από την πλήρη αποσύνδεση των δύο μεγάλων εναλλακτικών αφηγήσεων - από τη μία πλευρά η αφήγηση της χειραφέτησης, της αποστασιοποίησης, του εκσυγχρονισμού, της προόδου και της κυριαρχίας και από την άλλη πλευρά η, τελείως διαφορετική, αφήγηση της επαφής, της πρόνοιας, της εξάρτησης και της φροντίδας - τότε ο σχεδιασμός (design) θα μπορούσε να προσφέρει μια πολύ σημαντική νέα αφετηρία για το σήμερα.

Αν το να ορίσουμε τον άνθρωπο και τη ζωή του σημαίνει να ορίσουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία βρίσκεται, τις σφαίρες (envelopes) μέσα στις οποίες είναι ‘ριγμένος’, τα πολλαπλά συστήματα που τον περιβάλλουν και τον διατηρούν στη ζωή, αυτό σημαίνει ότι ο ορισμός αυτός αφορά τα πολλαπλά επίπεδα και είδη σχεδιασμού. Είμαι σε ένα δωμάτιο; Σε ένα κλιματιζόμενο αμφιθέατρο; Στον εξωτερικό χώρο; Τι είδους πηγές και παροχές ενέργειας με διατηρούν; Τι ατμόσφαιρες, κελύφη, τεχνολογίες, περιβλήματα και προστασίες; Όπως δεν υφίσταται αστροναύτης χωρίς στολή, έτσι και δεν υφίσταται άνθρωπος χωρίς κάποια προστασία (χωρίς κάποιο ‘ρούχο’ θα προσέθετα εγώ).

Αυτά τα ρούχα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι που επιτρέπουν τη μέγιστη ελευθερία ακριβώς επειδή προσφέρουν τη μέγιστη προστασία. Το επαναστατικό ή το ριζοσπαστικό πλαισιώνεται πάντα από την πρόνοια και τη φροντίδα. Αντίστοιχα η γνώση, η ενημέρωση και ο έλεγχος επιτρέπουν την διακινδύνευση, το πείραμα, την ρήξη. Ενώ οι μοντερνιστικές ή αντιμοντερνιστικές φιλοσοφίες της ιστορίας εξετάζουν πάντοτε μόνο μία αφήγηση (αυτή της προόδου ή αυτή της αποτυχίας της προόδου), ο Latour, ακολουθώντας τον Sloterdijk μας λέει ότι οι ιστορίες τόσο της χειραφέτησης όσο και της συντήρησης αποτελούν, τελικά, μία, ενιαία ιστορία. Τα matters of facts έχουν νόημα μόνο ως matters of concern.

Τελικά η απάντηση του Latour στην κρίση της κριτικής είναι ότι χρειάζεται περισσότερη κριτική. Αλλά η νέα κριτική, δεν μπορεί πια να είναι εκείνη που ισοπεδώνει, καταστρέφει και χτίζει ξανά σε κενό χώρο, αλλά εκείνη που επεκτείνει, συμπληρώνει, ανακατασκευάζει και ανασυνθέτει (o Latour χρησιμοποιεί τον όρο compositionism). Η νέα κριτική, όπως και ο σχεδιασμός, δεν μπορεί να είναι απόλυτη, όπως το αυτόνομο μοντέρνο κτίσμα σε ένα άδειο οικόπεδο, αλλά δίνει έμφαση στις λεπτομέρειες, μεταφράζει και ερμηνεύει, προσθέτει και προσδίδει νόημα στα πράγματα. Για να το θέσω πιο προκλητικά, λέει ο Latour, θα υποστήριζα ότι ο σχεδιασμός είναι ο όρος ο οποίος έχει αντικαταστήσει σήμερα τη λέξη επανάσταση!

Ας θυμίσω ξανά στον ορισμό του ονείρου:

«Η μοντέρνα αρχιτεκτονική είναι το ρούχο που δίνει η μάνα στο παιδί της για να πάει στον πόλεμο».

Η μοντέρνα αρχιτεκτονική είναι ένα ρούχο. Είναι δηλαδή κάτι πρακτικό-χρηστικό, κάτι που έρχεται σε επαφή με το σώμα, ένα δεύτερο δέρμα, ένα στοιχειώδες κέλυφος που καλύπτει, ζεσταίνει, προστατεύει. Είναι ένα ρούχο το οποίο δίνει η μητέρα στο παιδί. Είναι δηλαδή και μια προσφορά, μια μητρική φροντίδα, μια απαραίτητη πρόνοια, κάτι που φυλάσσεται και περνάει σαν κληρονομιά από γενιά σε γενιά. Είναι ένα ρούχο, τέλος, το οποίο χρησιμεύει στον πόλεμο. Είναι άρα κάτι πρακτικό, κάτι κοινό, τυπικό και επαναλαμβανόμενο που φορούν όλοι ανεξαρτήτως, μια κοινωνική σταθερά.

Αυτό το ρούχο έρχεται λοιπόν, στο όνειρο, ως ένα μοντέρνο το οποίο κάνει κριτική στο σύγχρονο. Ένα μοντέρνο το οποίο είναι διαχρονικό επειδή υπερβαίνει τα στενά πλαίσια της άρτιας αρχιτεκτονικής, της τολμηρής κατασκευής, της ευφυούς σύνθεσης, της δυναμικής μορφής. Είναι ένα μοντέρνο το οποίο είναι πολεμικό επειδή, πολύ πέρα από μια ρηχή αισθητική ταυτότητα, αποτελεί την υπενθύμιση ενός αξιακού προτύπου της αρχιτεκτονικής. Ένα μοντέρνο το οποίο ακούει και υποστηρίζει το σύγχρονο αλλά μπορεί και είναι κριτικό σε αυτό ακριβώς επειδή είναι αναστοχαστικό το ίδιο.

Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, να μελετάμε, να προστατεύουμε και να αναδεικνύουμε αυτά τα ‘ρούχα’. Ακόμα και αν κάποια από αυτά είναι άδεια, ακόμα και αν αυτοί που τα ‘φορούσαν’ έχουν χαθεί εδώ και χρόνια, νικητές ή ηττημένοι στις διαδοχικές μάχες της ιστορίας. Ας τα διαφυλάξουμε για τις επόμενες γενιές, ας τα ‘μεταποιήσουμε’ και ας τα χρησιμοποιήσουμε ξανά. Όχι σαν ένδοξα κειμήλια-φετίχ ενός νεκρού παρελθόντος, αλλά σαν σύγχρονες συνθέσεις, σαν φροντισμένες ανα-κατασκευές οι οποίες μπορούν να είναι ξανά λειτουργικές στη νέα εποχή και τους επόμενους αρχιτεκτονικούς πολέμους της.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Το ενδιαφέρον αυτό εκφράστηκε τόσο από εκδόσεις όπως η Preservation is Overtaking us σε συνεργασία με τον Jorge Otero-Pailos (Νέα Υόρκη: Columbia Books on Architecture and the City, 2014) όσο και από εκθέσεις όπως η Cronocaos στη Biennale του 2010 (https://oma.eu/projects/venice-biennale-2010-cronocaos [τελευταία πρόσβαση 1/2/2019]).

[2] https://strelkamag.com/en/article/rem-koolhaas-vladimir-pozner [τελευταία πρόσβαση 31/1/2019].

[3] Όπως αναφέρεται στην απόφαση 2034/2015 του ΣτΕ οι λόφοι της Πνύκας και του Φιλοπάππου είχαν κηρυχθεί αρχαιολογικοί χώροι, με την 12535/5591/26.11.1956 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ενώ ο λόφος των Νυμφών περιελήφθη το 1967 στον κατάλογο των «χαρακτηρισθέντων ως ιστορικών διατηρητέων μνημείων και τόπων παρουσιαζόντων ιδιαίτερο φυσικό κάλλος ή ενδιαφερόντων από αρχιτεκτονικής ή ιστορικής άποψης» της απόφασης 24946/26.8.1967 (ΦΕΚ Β’ 606/3.10.1967) του Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως, ενοποιήθηκαν με την ΥΠΠΕ/ΑΡΧ/Φ01/12970/503/25.2.1983 (ΦΕΚ Β’ 387/5.7.1983) απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, στο πλαίσιο της συμπλήρωσης και ενοποίησης των αρχαιολογικών χώρων γύρω από την Ακρόπολη.

[4] Βλ. τον πρόλογό μου στο Αθανασίου, Α., Δήμα, Λ., Καραλή, Τ. (επιμ.). Η Επιστροφή του μοντέρνου: 25 χρόνια ελληνικό do.co.mo.mo. Αθήνα: Futura, 2018. Επίσης το κείμενό μου στον ίδιο τόμο με τίτλο «Ο ορισμός του μοντέρνου: αυτό που βλέπουμε, αυτό που κρατάμε» (σ. 43-54).

[5] Η συνάντηση έλαβε χώρα στην Αίθουσα «Λύσανδρος Καυταντζόγλου» του ΕΜΠ, στις 27 Νοεμβρίου 2015. Βλ. και http://docomomo-gr2015.tumblr.com/ [τελευταία πρόσβαση 1/2/2019].

[6] Paul Meurs και Marie-Thérèse van Thoor (επιμ.), Zonnestraal Sanatorium: The History and Restoration of a Modern Monument, Ρότερνταμ: ΝΑi Publishers, 2011.

[7] https://c20society.org.uk/ [τελευταία πρόσβαση 1/2/2019].

[8] Γεώργιος Γκανασούλης, «Η προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 33-42.

[9] Σχετικά με τις καταγωγές αυτού του κλασικού κειμένου βλ.: Ákos Moravánszky, “Peter Meyer and the Swiss Discourse on Monumentality”, Future Anterior, Vol. 8, No. 1 (2011), σ. 1-20.

[10] Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην γνωστή πρόταση 6.54 του Tractatus: «Οι προτάσεις μου αποτελούν διευκρινίσεις κατά το ότι, όποιος με καταλαβαίνει, τελικά τις αναγνωρίζει ως ανόητες, όταν με τη βοήθειά τους –πατώντας πάνω τους– προχωράει πέρα από αυτές. (Πρέπει, θα λέγαμε, να πετάξει μακριά τη σκάλα, αφού πρώτα την ανεβεί). Πρέπει να υπερβεί τις προτάσεις αυτές και τότε θα δει τον κόσμο σωστά.»

[11] Theodore Prudon, “Preservation, design and modern architecture: the challenges ahead, Journal of Architectural Conservation, 23:1-2 (2017), σ. 27-35, DOI: 10.1080/13556207.2017.1327193

[12] Στο ίδιο.

[13] Μια πολύτιμη συμβολή σε αυτήν την, σχετικά άγνωστη, ιστορία αποτέλεσε η πρόσφατη έκδοση: Γιάννης Λ. Λαμπρου, Ο πολιτικός μηχανικός Ανδρέας Κ. Δρακόπουλος, Αθήνα: Monumenta, 2018.

[14] Γκανασούλης, όπ.π.

[15] Ελένη Μαΐστρου, «Προβλήματα και προοπτικές για το μέλλον της προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 27-32.

[16] Παναγιώτης Τουρνικιώτης, «Η μοντέρνα αρχιτεκτονική ως νεωτερικότητα και ως κληρονομιά» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 21-26.

[17] Ρίβα Λάββα και Νίκος Αγγελής «Ουδέν νεώτερο από το Ξενία της Σάμου: Από τη γηράσκουσα ύλη στην αγέραστη ιδέα του Μοντέρνου» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 151-160.

[18] Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος, «Μοντερνισμού παράδοση: Η τεκμηρίωση ως προστασία ή η χρησιμοθηρική έρευνα» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 69-82.

[19] Σοφία Τσιράκη, «Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας: Στο διδακτικό δρόμο ενός μεσογειακού μοντερνισμού» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 161-178.

[20] Βασίλης Κολώνας, «Από τα σχολεία του ’30 στα ξενοδοχεία του ’60 και τον ’70. Η κακοποίηση τον μοντέρνου στην Ελλάδα και η κατά περίπτωση αντιμετώπισή της» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 121-128.

[21] Παναγιώτης Τσακόπουλος, «Το μοντέρνο και η καθημερινή εμπειρία της πόλης» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 129-140.

[22] Ζήσης Κοτιώνης και Γιάννα Μπαρκούτα, «Από τη μοντέρνα αρχιτεκτονική του Κράτους Πρόνοιας στην επιτελεστικότητα των Νέων Μητροπολιτικών Διαμονών: Το Παράδειγμα του City Plaza» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 141-150.

[23] Richard Wodirsch (επιμ.), The Public Private House: Modern Athens and its Polykatoikia, Ζυρίχη: Park Books, 2018. Η σχετική διδακτορική έρευνα του Woditsch με τίτλο PLURAL - Private and Public Spaces of the Polykatoikia in Athens είχε γίνει στο TU Βerlin και παρουσιάστηκε το 2009.

[24] Olga Moatsοu, Polykatoikia, 1960-2000 Entrepreneurial housing, from Athens to Rethymno (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην École polytechnique fédérale de Lausanne, 2014).

[25] Platon Issaias, Beyond the Informal City: Athens and the Possibility of an Urban Common (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΤU Delft, 2014).

[26] Ioanna Theocharopoulou, Builders, Housewives and the Construction of Modern Athens, Λονδίνο: Artifice Books on Architecture, 2018 (βασισμένο στην διδακτορική διατριβή της συγγραφέως στο πανεπιστήμιο Columbia).

[27] Γιώργος Αγγελής και Μπίλυ Γιαννούτσου, «Μια περιήγηση στο ελληνικό μοντέρνο τον '30 και ένα μάθημα αρχιτεκτονικής σύνθεσης» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 179-191.

[28] Π.χ. η σελίδα Αθηναϊκός Μοντερνισμός/Athenian Modernism του facebook.

[29] Όπως οι βόλτες που διοργανώνει η Big Olive (bigolive.org/).

[30] John Gray, Μαύρη λειτουργία: Η αποκαλυπτική θρησκεία και ο θάνατος της ουτοπίας, Αθήνα: Οκτώ, 2009.

[31] Στο ίδιο, σ. 247.

[32] Όπως συνέβη με την οικία Ξύδη.

[33] Όπως συνέβη με την οικία-εργαστήριο Σπητέρη.

[34] Όπως συνέβη με το σχολείο στη Γούβα.

[35] Όπως συμβαίνει με το κτήριο της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ.

[36] Όπως συμβαίνει με την οικία Φρόσως Ευθυμιάδου.

[37] Όπως συνέβη με την Εθνική Τράπεζα στην πλατεία Τριών Συμμάχων, στην Πάτρα.

[38] Όπως συνέβη με την προσωπική κατοικία, την αίθουσα συμποσίων, το θέατρο και τον ναΐσκο του Δοξιάδη στο Απολλώνιο.

[39] Όπως συνέβη με το FIX.

[40] Λίνα Δήμα, «Από την “αρχιτεκτονική του μπουντουάρ” στη μοντέρνα αρχιτεκτονική ως κοινό πνευματικό αγαθό» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 83-98.

[41] Αιμιλία Αθανασίου, «Για ένα ανοικτό αρχείο της ελληνικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 99-106.

[42] Πέτρος Φωκαΐδης και Παναγιώτα Πύλα, «Κριτική Ιστοριογραφία και Ψηφιακά Εργαλεία Τεκμηρίωσης: Προοπτικές Ενίσχυσης της Έρευνας στη Μοντέρνα Αρχιτεκτονική» στο Αθανασίου, Δήμα, Καραλή, όπ.π., σ. 107-120.

[43] Όπως ανέφεραν στο σημείο νο. 7: “They want their aspiration for monumentality, joy, pride and excitement to be satisfied.”
 
[44] Bruno Latour, “Why Has Critique Run out of Steam? From Matters of Fact to Matters of Concern”, Critical Inquiry, 30 (2004), σ. 225.

[45] Bruno Latour, Ουδέποτε υπήρξαμε μοντέρνοι : Δοκίμιο συμμετρικής ανθρωπολογίας, Αθήνα: Σύναλμα, 2000.

[46] Bruno Latour, “A Cautious Prometheus? A Few Steps Toward a Philosophy of Design (with Special Attention to Peter Sloterdijk)”. Διάλεξη στο πλαίσιο της επιστημονικής συνάντησης Networks of Design της Design History Society (Falmouth, Κορνουάλη, 3 Σεπτέμβρη 2008).