18 Δεκεμβρίου 2018

The Future as a Project - the book



Amygdalou K., Tsiambaos, K., Kritikos, C. G. (eds.). The Future as a Project: Doxiadis in Skopje. Athens: Hellenic Institute of Architecture, 2018.

Contents

7
Address by the Project Manager of ‘Athens 2018 World Book Capital’

8
Foreword

The earthquake

11
The days after: Skopje’s first steps towards reconstruction
Christos-Georgios Kritikos

The Skopje Urban Plan Project and Doxiadis Associates

40
The protagonists of Skopje’s reconstruction
Ines Tolic

50
Designing on a moving terrain: Doxiadis Associates and the reconstruction of Skopje
Kostas Tsiambaos

The City Center and Post-earthquake Architecture

90
The City That Could Have Been
Vlatko P. Korobar

100
The architecture of the post-earth quake renewal of Skopje
Ana Ivanovska Deskova, Jovan Ivanovski, Vladimir Deskov

128
Between utopia and pragmatism: A synoptic overview of architectural modernism in socialist Yugoslavia
Maroje Mrduljaš

142
The white swan: the foundations of the Museum of Contemporary Art
Zoran Petrovski

The Legacy and Adventures of Skopje’s Modern Heritage

151
‘Skopje 2014’ and the Return of History
Kalliopi Amygdalou

169
Biographical notes

9 Δεκεμβρίου 2018

The Future as a Project I Doxiadis in Skopje

Τη Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2018 στις 20.00 εγκαινιάζεται η έκθεση
ΜΕΛΛΟΝ ΥΠΟ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ | Ο ΔΟΞΙΑΔΗΣ ΣΤΑ ΣΚΟΠΙΑ
Στο πλαίσιο της διοργάνωσης ‘Αθήνα 2018 Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου’ του δήμου Αθηναίων

Πενήντα πέντε χρόνια μετά το σεισμό του 1963 που κατεδάφισε το 80% της πόλης των Σκοπίων, η συνεισφορά του Κωνσταντίνου A. Δοξιάδη στον επανασχεδιασμό της πόλης είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό άγνωστη. Αντίστοιχα στο περιθώριο παραμένει η ιστορία των κτηρίων που τελικώς σχημάτισαν το νέο αστικό τοπίο των Σκοπίων, μετά από την ανάθεση του σχεδιασμού του κέντρου της πόλης στο γραφείο του Ιάπωνα αρχιτέκτονα Kenzo Tange. Σήμερα, εξαιρετικά δείγματα των ρευμάτων του μεταβολισμού και του μπρουταλισμού υποφέρουν από δεκαετίες εγκατάλειψης και απαξίωσης.

Η έκθεση Μέλλον υπό Κατασκευή | Ο Δοξιάδης στα Σκόπια η οποία εγκαινιάζεται τη Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου στις 20.00 στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138 παρουσιάζει για πρώτη φορά το εντυπωσιακό έργο του Δοξιάδη στα Σκόπια, το οποίο περιλαμβάνει λεπτομερείς καταγραφές των ζημιών από το σεισμό, σχεδιαστικές στρατηγικές και ένα νέο πολεοδομικό σχέδιο για την πόλη. Ταυτόχρονα, παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό το έργο του Kenzo Tange για το κέντρο των Σκοπίων, καθώς και μία σειρά από κτήρια σημαντικών Γιουγκοσλάβων αρχιτεκτόνων που στέκονται ακόμα και σήμερα στο κέντρο της πόλης.

Στο πλαίσιο της έκθεσης θα πραγματοποιηθεί στο Μουσείο Μπενάκη / Πειραιώς 138 την ημέρα των εγκαινίων σχετική ημερίδα (15.00 - 19.30, στα αγγλικά) με διεθνείς προσκεκλημένους επιστήμονες και ελεύθερη είσοδο για το κοινό. Την Τρίτη 18 Δεκεμβρίου στις 18.00 θα πραγματοποιηθεί στρογγυλή τράπεζα και παρουσίαση του καταλόγου της έκθεσης (στα ελληνικά, απαιτείται κράτηση). Θα προηγηθούν δύο δωρεάν ξεναγήσεις από την ομάδα επιμέλειας στην έκθεση (17.00-18.00 / απαιτείται κράτηση).

Επιμελητές: Καλλιόπη Αμυγδάλου, Ana Ivanovska Deskova, Jovan Ivanovski, Vladimir Deskov, Κώστας Τσιαμπάος
Βοηθός Επιμελητής: Χρήστος Κρητικός

Διάρκεια έκθεσης: 20 Δεκεμβρίου 2018 – 17 Φεβρουαρίου 2019

Η έκθεση και οι σχετικές εκδηλώσεις συνδιοργανώνονται από το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, το Museum of the City of Skopje και το Μουσείο Μπενάκη / The Benaki Museum σε συνεργασία και με τη στήριξη της διοργάνωσης «Αθήνα 2018-Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου» του δήμου Αθηναίων, μέγας δωρητής της οποίας είναι το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, και πραγματοποιούνται και με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Το υλικό της έκθεσης προέρχεται κυρίως από το Αρχείο του Κωνσταντίνου Α. Δοξιάδη του Ιδρύματος Κωνσταντίνου και Εμμάς Δοξιάδη και την ιδιωτική συλλογή των Jovan Ivanovski, Ana Ivanovska Deskova και Vladimir Deskov.

______________________________

The exhibition
THE FUTURE AS A PROJECT | DOXIADIS IN SKOPJE
opens on Monday, December 17th at 20.00
within the framework of Athens 2018 World Book Capital – City of Athens

Fifty-five years after the 1963 earthquake that demolished 80% of the city of Skopje, the contribution of Constantinos A. Doxiadis in the redesign of the city is still largely unknown. Meanwhile, the history of the modernist buildings that dotted the new cityscape, after Kenzo Tange’s office took on the task of redesigning the city centre, remains unappreciated. Many excellent examples of metabolism and brutalism have been suffering from decades of neglect.

The Future as a Project | Doxiadis in Skopje, opening on Monday 17 December at 20.00 at The Benaki Museum / Pireos 138, presents for the first time Doxiadis’s work in Skopje, which includes a detailed survey of the affected areas, strategic plans for the city and a new outline for the master plan. In addition, it introduces to the Greek public the work of Kenzo Tange for Skopje’s city centre, and showcases a series of modernist buildings authored by leading Yugoslavian architects that still stand in the city today.

Within the framework of the exhibition a 1-day international conference will take place at the Benaki Museum / Pireos 138 on the opening day (15.00-19.30, in English, free entrance). On Tuesday 18 December, a roundtable will take place at 18.00 (RSVP required), in Greek, and will include a presentation of the catalogue. Two free guided tours of the exhibition will also be carried out by the curatorial team right before the discussion (17.00-18.00, RSVP required).

Curators: Kalliopi Amygdalou, Ana Ivanovska Deskova, Jovan Ivanovski, Vladimir Deskov, Kostas Tsiambaos
Assistant Curator: Christos Kritikos

Exhibition Duration: 20 December 2018 – 17 February 2019

The exhibition and its accompanying events are organised by the Hellenic Institute of Architecture, the Museum of the city of Skopje and the Benaki Museum, co-organized and supported by ‘Athens 2018 - World Book Capital’ by the City of Athens (of which major donor is Stavros Niarchos Foundation), with the financial support of the Ministry of Culture and Sports. The exhibition material has been contributed mainly by the C. A. Doxiadis Archives of the Constantinos and Emma Doxiadis Foundation and the personal collection of Jovan Ivanovski, Ana Ivanovska Deskova and Vladimir Deskov.


7 Δεκεμβρίου 2018

Ekistics/Οικιστική. Η οικιστική κληρονομιά: αποτυπώματα και προοπτικές.

Έχει περάσει μισός αιώνας από την έκδοση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Δοξιάδη Οικιστική, η επιστήμη των οικισμών και αντίστοιχο διάστημα συνεχούς έκδοσης του διεθνούς επιστημονικού περιοδικού Ekistics/Οικιστική που ίδρυσε ο ίδιος, και του οποίου αρχισυντάκτης και επιμελητής ήταν για περισσότερα από τριάντα χρόνια ο Παναγής Ψωμόπουλος. Οι ιδέες που διατυπώθηκαν από τον Δοξιάδη και το Ekistics είναι οργανικό μέρος της επιστήμης και της παιδείας του σχεδιασμού του κτισμένου χώρου, από την κλίμακα της αρχιτεκτονικής της γειτονιάς μέχρι την κλίμακα μητρόπολης, της μεγαλούπολης ή των περιφερειακών δικτύων και υποδομών που υποστηρίζουν την ανάπτυξη ευρύτερων οικιστικών και πολεοδομικών συστημάτων. Η συζήτηση για την οικιστική αναπτύχθηκε με ένα οικουμενικό προσανατολισμό, αφομοιώνοντας ιδέες που γεννήθηκαν στο πλαίσιο διαφορετικών χωρών και παραδόσεων σκέψης ή επαγγελματικής πρακτικής. Είναι ωστόσο αναμφίβολο ότι αυτή η συζήτηση είχε ταυτόχρονα βαθιές ρίζες στην Αθήνα και τη διαχρονική ελληνική εμπειρία των πόλεων· ως οργάνωσης του χώρου, ως πολιτισμού, ως κοινωνικής σχέσης και κοινωνικής δυναμικής.

Η εκδήλωση θα δώσει την ευκαιρία να αποτιμηθεί η κληρονομιά που άφησαν στην ελληνική και διεθνή επιστημονική κοινότητα οι Κωσταντίνος Δοξιάδης, Παναγής Ψωμόπουλος, Γιάννης Παπαϊωάννου και όλοι όσοι σφράγισαν την ελληνική συνεισφορά στον διάλογο για την οικιστική. Θα δώσει παράλληλα την ευκαιρία να αποτιμηθεί η κληρονομιά του περιοδικού Οικιστική, που λειτούργησε ως σταθερό πεδίο αναφοράς για αυτό το διάλογο. Στόχος είναι να αναζητηθούν οι μελλοντικές προοπτικές της οικιστικής, από την σκοπιά των νεότερων γενεών Ελλήνων αρχιτεκτόνων που καταπιάνονται με αυτά τα ζητήματα. Με αυτόν το τρόπο θυμόμαστε και τιμούμε τον Παναγή Ψωμόπουλο που χάσαμε πρόσφατα, το 2017, αλλά και τον Κωνσταντίνο Δοξιάδη που έφυγε το 1975.

2 Δεκεμβρίου 2018

Ο κάναβος και ο λαβύρινθος


Τσιαμπάος, Κώστας. "Ο κάναβος και ο λαβύρινθος". Κείμενο στον κατάλογο της 9ης Μπιενάλε νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων του ΕΙΑ, 2018, σ. 20-21.

Το 1998 η 2η Biennale νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων είχε ως θέμα της τη σχέση αρχιτεκτονικής και πόλης και επιχειρούσε να περιγράψει, ή και να προβλέψει, τη νέα αστική συνθήκη στη μετάβαση από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τα έργα που παρουσιάστηκαν ανήκαν σαφώς σε μια εποχή η οποία ήθελε να ξεπεράσει τη μεταμοντέρνα κλασικιστική ή νέο-παραδοσιακή εικονογραφία των δεκαετιών του ’80 του ’90 και να υιοθετήσει μια αφαιρετική, ‘ψυχρή’, πραγματιστική έκφραση.[1] Κατασκευές μικρής ή μεγάλης κλίμακας, έδιναν έμφαση στις καθαρά προγραμματικές τους ιδιότητες σε μια προσπάθεια να ανταποκριθούν στις σύνθετες δυναμικές μιας παγκοσμιοποίησης τόσο ελκυστικής όσο και επιθετικής.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά, όλα μοιάζουν να είναι αλλιώς. Τα χρόνια που μεσολάβησαν (τα μισά σχεδόν σε συνθήκες κρίσης) κάνουν τη συζήτηση του 1998 να μοιάζει άτοπη. Όχι επειδή τα όσα απασχολούσαν τους τότε επιμελητές ή συμμετέχοντες δεν είναι και σήμερα πραγματικά, επίκαιρα ή έγκυρα. Αλλά γιατί η τότε προτεινόμενη στρατηγική και η τότε διαφαινόμενη δυναμική έχουν σήμερα ακυρωθεί. Αν η έμφαση των αρχιτεκτόνων του 1998 σε μια προγραμματική, επιτελεστική (performative) διάσταση της αρχιτεκτονικής υπονοούσε την ανασύνταξη της πολιτικής μετά το «τέλος της ιστορίας», στη στάση των αρχιτεκτόνων του 2018 είναι εμφανής η αμηχανία ή η αδιαφορία τους να προτείνουν ακριβείς τακτικές και κατευθύνσεις.[2]

Θα μπορούσα να πω σχηματικά ότι στη θέση του κανάβου - εκείνης δηλαδή της μετασχεδιαστικής αρχιτεκτονικής ‘σκακιέρας’ πάνω στην οποία αναπτύσσονταν η επιτελική «κίνηση του ιππότη» (Tafuri)[3] - τοποθετήθηκε ένας λαβύρινθος χωρίς εμφανή έξοδο. Για την ακρίβεια, είναι οι ίδιες οι γραμμές του κανάβου που έχουν τώρα μπλεχτεί μεταξύ τους από τις διαδοχικές, σπασμωδικές κινήσεις του «ιππότη» οι οποίες μοιάζουν πια άσκοπες.

Σε αυτό το πλαίσιο οι συμμετοχές της 9ης Biennale τις οποίες ξεχώρισα δεν έχουν εκείνη την συνάφεια και ομοιογένεια που μπορεί να είχαν κάποτε. Και αυτό δεν συνέβη μόνο επειδή απουσίαζε η δέσμευση πάνω σε μια σαφή θεματική αλλά επειδή οι σημερινές συνθήκες είναι, ούτως ή άλλως, διαφορετικές. Το μαξιμαλιστικό φουτουριστικό ‘πάρκο’ των Tsolakis Architects στη Γκάνα και το μινιμαλιστικό πρωτόγονο ‘καλύβι’ της Εύας Σοπέογλου στη Χαλκιδική περιγράφουν, ίσως, τους δύο αντιδιαμετρικούς πόλους της σημερινής κατάστασης. Ένας τρίτος πόλος θα μπορούσε να είναι η ευφάνταστη δουλειά του γραφείου 314 Architecture Studio από το οποίο όμως θα περιμένουμε να ολοκληρώσει κι άλλα χτισμένα έργα πριν βγουν πιο στέρεα συμπεράσματα.

Σίγουρα οι περισσότερες από τις συμμετοχές αφορούν προτάσεις οι οποίες έχουν σαφείς σχεδιαστικές ή/και κατασκευαστικές αρετές και υιοθετούν σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας χωρίς να έχουν ιδιαίτερες φιλοδοξίες κριτικής στάσης, θεωρητικής οπτικής ή σχεδιαστικής καινοτομίας. Πρόκειται για μελέτες τις οποίες χαρακτηρίζει η συνθετική καθαρότητα ή η εκφραστικότητα της κεντρικής ιδέας, η εύστοχη ανάλυση των δεδομένων ή η μελετημένη ένταξη στο περιβάλλον, η συνομιλία με τις διεθνείς αρχιτεκτονικές τάσεις ή η συνέχιση μιας σχεδιαστικής παράδοσης. Έργα, υλοποιημένα ή μη, τα οποία ακολουθούν μια στέρεη, καλά δουλεμένη ρητορική, ικανή να σταθεί με αξιώσεις σε διεθνές επίπεδο όπως φαίνεται και από τις διακρίσεις σε διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και την αναγνώριση από διεθνή αρχιτεκτονικά websites.

Ως δύο περιπτώσεις αναφοράς, με κλασικούς αρχιτεκτονικούς όρους, θα ξεχώριζα τις συμμετοχές των Vois Architects και των Tense Architecture Network. Πατώντας, με διαφορετικό τρόπο η κάθε ομάδα, πάνω σε μια φαινομενολογική παράδοση η οποία ξεκινά από το “genius loci” του Norberg-Schulz[4] και φτάνει στο “attunement” του ύστερου Pérez-Gómez[5] πείθουν απόλυτα για τη αρτιότητα, την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητά τους, από την αρχική ιδέα μέχρι την κατασκευαστική λεπτομέρεια. Οι Tense προχωρούν σαφώς ένα βήμα παραπάνω συνθέτοντας την τολμηρή όσο και σίγουρη εξπρεσιονιστική γραφή τους με έναν λόγο στοχαστικό ο οποίος ενδυναμώνει τη σχεδιαστική αυτονομία.

Σημαντική θεωρώ και τη δραστηριότητα των αρχιτεκτόνων στα δημόσια έργα σε μια εποχή όπου οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες και όχι μόνο για λόγους οικονομικούς. H πλατεία Νίκης στην Κοζάνη των 406 Architects, η πλατεία Εμπορίου στις Σέρρες των PANK ή το δημοτικό ωδείο της Γλυφάδας των Καραλή - Μπαμπανέλου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ενδιαφέρον έχουν όμως και ιδιωτικά έργα τα οποία διαχέουν πρότυπα ‘υψηλής’ αρχιτεκτονικής σε γεωγραφικές περιοχές οι οποίες μοιάζουν ‘περιφερειακές’. Η κατοικία στο Καματερό των LKMK ή η κατοικία στην Κατερίνη της Μανιάτη προβάλλουν μια προ κρίσης αρχιτεκτονική εικόνα, την οποία μάλλον είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε αλλού, και την εδραιώνουν ως επιθυμητό σύμβολο σύγχρονης κατοίκησης για ένα νέο κοινό.

Θα αναφέρω, τέλος, δύο γραφεία που ξεχώρισα γιατί ήταν από τα ελάχιστα, αν όχι τα μόνα, που προσπάθησαν να αρθρώσουν έναν θεωρητικό λόγο ο οποίος να πλαισιώνει και να υποστηρίζει τον σχεδιασμό. Από τη μία η ομάδα Παπαλαμπρόπουλος - Συριοπούλου ακολουθεί μια εσωτερική - ‘ησυχαστική’ προσέγγιση: στη μελέτη τους Συμβίωσις δεν κρύβουν την πρόθεσή τους να σχολιάσουν ένα τυπικό θεσμικό και χωρικό μοντέλο μέσα από την αναθεώρησή του σε μια εναλλακτική, σχεδόν ουτοπική, σχέση κτηριακού συγκροτήματος και πόλης. Εδώ οι post-digital αναπαραστάσεις δεν περιορίζονται σε μια ρηχή, αυτάρεσκη εικονολογία αλλά καλλιεργούν την απαραίτητη κριτική απόσταση βαδίζοντας στην παράδοση των Superstudio και των Archizoom. Από την άλλη η Κιούρτη υιοθετεί μια ακτιβιστική - διδακτική στάση: το κατάστημα ρούχων της Πάτρας αποδομείται (κυριολεκτικά και μεταφορικά) για να ξαναφτιαχτεί από τα ‘ερείπιά’ του ενώ το ξενοδοχείο στον Όθο της Καρπάθου ‘σπάει’ σε κομματάκια, ‘ρέει’ και ‘αποκρύπτεται’ μέσα στον οικισμό. Δύο λιτά, αιχμηρά μανιφέστα που μας μιλούν αφενός για τη σχέση αρχιτεκτονικής και οικονομικής κρίσης και αφετέρου για τη βιώσιμη, τουριστική ανάπτυξη ως συμφιλίωση με τον τόπο και την ιστορία.

Τα παραπάνω αναστοχαστικά έργα δηλώνουν και μια σαφή πρόθεση να αναβαθμιστεί ξανά η θεωρία ως προγραμματική βάση του σχεδιασμού έτσι ώστε να περιοριστεί η άσκοπη κίνηση μέσα στον λαβύρινθο και το μπέρδεμα του μίτου της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Γιατί ένα τέτοιο μπέρδεμα φανερώνουν, κατά τη γνώμη μου, οι δεκάδες νέες κατοικίες στα νησιά του Αιγαίου τις οποίες κληθήκαμε να αξιολογήσουμε: λευκά αρχέτυπα που θέλουν να φαίνονται ‘αθώα’ χωρίς όμως να είναι× ευαίσθητες ‘χειρονομίες’ ελεύθερου χρόνου που όμως ‘τραυματίζουν’, άθελά τους, το τοπίο× λιτές δημιουργίες ευ ζην που όμως αντλούν την αξία τους από ένα περιβάλλον που καλύτερα θα ήταν να παραμείνει άκτιστο…

Μια επιχείρηση ανακατασκευής του κανάβου σήμερα δεν θα ήταν μια απλή υπόθεση. Δυο άξονες οι οποίοι τέμνονται κάθετα δεν είναι πλέον κάτι το αυτονόητο.

Αναμένουμε από τον «ιππότη» της σκακιέρας να ανασυντάξει τις δυνάμεις του.[6]

_____________________________

[1] Για μια γενική επισκόπηση του πραγματισμού ως ένα μεταθεωρητικό ρεύμα και τη σχέση του με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική βλ. Joan Ockman (επιμ.). The Pragmatist Imagination: Thinking about “Things in the Making”. New York: Princeton Architectural Press, 2001 και William S. Saunders (επιμ.). The New Architectural Pragmatism: Α Harvard design magazine reader. Minneapolis: University of Minnesota Press, 2007.
[2] Αντίστοιχα, η ανάδειξη του «νομαδισμού» των Deleuze και Guattari από την 3η Biennale του 2001 στην κύρια θεωρητική αναφορά μοιάζει σήμερα εξίσου παράδοξη και μακρινή, υπερβολικά ιστορικά προσδιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά διακρίνει κανείς καθαρά σε αυτήν την ‘εμμονή’ την προσδοκία να υιοθετηθεί μια εναλλακτική επιχειρησιακή- σχεδιαστική τακτική.
[3] Manfredo Tafuri. The Sphere and the Labyrinth: Avant-Gardes and Architecture from Piranesi to the 1970s. Cambridge, Mass.: The MIT Press, 1987 [1980], σ. 8 και 16. Ο Tafuri αναφέρεται σε μια μεταφορά του Ρώσου κριτικού Viktor Shklovsky (1893-1984) σε σχέση με την αντίδραση της μοντέρνας πρωτοπορίας απέναντι στο πραγματικό.
[4] Christian Norberg-Schulz. Genius Loci, Το πνεύμα του τόπου: Για μια φαινομενολογία της αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, 2009 [1979].
[5] Alberto Pérez-Gómez. Attunement: Architectural Meaning After the Crisis of Modern Science. Cambridge, Mass.: The MIT Press, 2016.
[6] “The parameters proper to a history of the laws that permit the existence of any architecture must thus be called upon - like the threads of Ariadne - to unravel the intricate and labyrinthine paths traveled by Utopia, in order to project, on a rectilinear grid, the “knight's move” institutionalized by poetic language”. Tafuri, όπ.π., σ. 16.

8 Νοεμβρίου 2018

Pikionis' unattainable wish / www.engramma.it


Pikionis’ unattainable wish

The dream-thoughts we can understand without further trouble the moment we have ascertained them. The dream-content is, as it were, presented in hieroglyphics, whose symbols must be translated, one by one, into the language of the dream-thoughts.
Sigmund Freud, The Interpretation of Dreams

Any effort to approach Dimitris Pikionis is tantamount to the effort to decipher a myth. The theoretical engagement with his texts soon leaves multiple questions unanswered as the myth surrounding him creates a distance that discourages research and hinders access (Kotionis 1998). Respectively, his work is as original and unique as it is distant and personal and cannot be easily categorized into stylistic genres or historical movements running the risk of remaining virtually unknown as to its sources, its philosophical background, the theory that generates it. However, if Pikionis seems ‘exotic’, obscure or distant, this is because he is usually disconnected from his natural space, his historical context and the broader intellectual pursuits of his time (Condaratos 1989).

A rough collection of Pikionis’ diverse citations, as found in his texts, would surprise us: Plato, Saint John Climacus, Coleridge, Ruskin, Goethe, Nietzsche, Bergson, Schelling, Schiller, Guadet, Cezanne, Rodin, Klee, Spengler, Chestov, De Chirico (Santoro 2008, Santoro 2018), Tagore, Sikelianos (Tsiambaos 2018b), Pascal, Montaigne, Rousseau, Voltaire, Jung, Shakespeare, Dickens, Tennyson, Blake, Chateaubriand... These figures, along with many others, coexist in Pikionis’ talks (Philippides 2009) and manuscripts, communicate with each other and cross paths unexpectedly, forming a vast body of multivalent influences. On the other hand, the fact that Pikionis often appears to express himself through various Platonic, Nietzschean or Bergsonian terms and concepts does not mean that he was necessarily interested in these philosophies themselves. What attracted him was the ability to move through all these intellectual schemes, in order to become familiar with them, to appropriate them, so that he can ultimately formulate a personal discourse, his own ‘viewpoint’.

As a resident in Munich and Paris in the early twentieth century, Pikionis circulated in an environment where the afore-mentioned ideas were diffused. It was in Germany where Pikionis visited Hans von Marées, Fiedler’s close friend and follower. Through this acquaintance, Pikionis appropriated the concept of intuition in which he recognized a form of Aristotelian catharsis, where the dramatic spectacle, through vision, ‘touches’ and ‘purifies’ the soul of the viewer. It was within this cultural landscape that Pikionis, like many other architects and artists of his generation, moved and collected pieces from different sources. Neoplatonism, romanticism, existentialism, vitalism, anthroposophism, mysticism etc. were contained retrospectively in his own worldview; a worldview that could intellectually link Plato to Nietzsche, Indian philosophy to Einstein's theories, sacred geometry to biology, the human body to the movement of the planets, the physical world to the evolution of civilization, History to Utopia, the past to the future (Tsiambaos 2018a).

In the landscaping of the area around Philopappos Hill (1954-58) - “the most important, the most original and at the same time the most Greek monument created by our era” according to Pikionis’ much-loved student Constantinos Doxiadis (Doxiadis 1968) - we can see the most advanced use of optics as a design tool. In this, the most famous of Pikionis’ works, a well-balanced system of optical alignments based on the system ‘discovered’ in 1936 by Doxiadis (Tsiambaos 2018a) links the old and new buildings with Nature (the rocks, the trees, the sea, the mountains) and History (the Pnyx, the Odeon of Herodes Atticus, the Acropolis). On a continuous path, vantage points are carefully chosen from where all the above are organized within the visual field. Before one enters the church courtyard, they pass beneath a wooden ‘Japanese’ gate which aims to highlight the transition from one world to another, an entrance to a space of symbolic images, hidden messages and secret meanings. In front of the gate, the floor is organized according to a fine-tuned system of optical alignments and attracts one’s gaze towards the different structures in the space through optical-geometric relationships (Papageorgiou-Venetas 2010).

Around the church of St. Demetrius, the number of symbolic images increases and the visual impressions become richer and denser. The old church was extended, clothed entirely in a new symbolic ‘garment’ on which disparate forms of a single continuous tradition come together. It was not only the pieces of ruined neoclassical houses, the stone and ceramic fragments of the Attic land, that were embedded in the floors and walls: the wall becomes a field where objects, elements, and figures from Ancient, Christian and Modern Greek history and mythology coexist: urns, Kouroi, horses, ancient Greek deities, Christian saints, wooden boats, archaic gates, eagles, deer, rosettes, spirals, coils, meanders, warriors of antiquity and heroes of the Greek Revolution of 1821, medusas, trees, fish, flowers and plants, lions, and ancient temple façades… As long as one can decipher what they see the walls of the church ‘speak’, narrating mythical incidents and activating the historical memory.

If one passes by the church on foot, they will find a wide footpath ahead of them (Ferlenga 2014). This footpath will lead them up a slight uphill slope to the top of the hill. The route culminates in a broad plateau, a belvedere. Up there one sees a few marble benches and small stone structures freely positioned. Scattered in the belvedere and distanced from one another, all the benches face in the same direction, as if a distant magnet is drawing them to it. It is clear that this magnet is the Acropolis where all the benches are directed towards, ‘viewing’ it. All the benches position the visitor at points from where the view of the Acropolis is the best possible, points from where the image is the ideal. With the exemption of the two above-mentioned areas, the rest of the route around the hill was not designed according to Doxiadis’ theory and the system of optical alignments, but according to Pikionis’ “principle of subordination to nature”. Of course, the original and detailed construction of the paved streets required a “careful visual inspection” and for the work to take its final form a “creative improvisation of the human eye” was needed. In this case, we have an improvised composition onsite. The structural composition and harmony of this complex mosaic of stones, marble and ceramic spolia and concrete pieces was inspected visually. Here, too, thorough supervision, careful and continuous participation of the eye at each stage of the works, was essential. Therefore, vision did not only pre-exist as a synthetic tool in order to define the general design guidelines, but also reappeared on the worksite to confirm and evaluate or approve the construction details. In any case, the architect’s gaze was not passive but followed the creative process from the beginning to the end, from the general layout to the smallest detail. The gaze was ‘spread’ far away but also narrowly focused; it could reach the open horizon but also ‘caress’ the small stones (Pikionis 1999, 75):

But on this particular day what pleases me most is to concentrate on the spectacle of the ground bathed in calm, wintry light [...] I stoop and pick up a stone. I caress it with my eyes, with my fingers.

The ground as a spectacle and the touching of the stone with the fingers and the eyes express both an aesthetic and at the same time moral inclination towards nature and the world. The aesthetic and the moral were, of course, connected, since according to Pikionis: “Kant's teaching that our inclination towards the beautiful has roots which lie close to all our moral inclinations” (Pikionis 1994, vol VII, 130). This Kantian perspective establishes an interesting framework for reading the relationship between Pikionis’ architecture and nature and metaphysics as part of an idealization process. In each one of Pikionis’ projects there was always a constant reference to an ideal image, from the very first sketches to the supervision of the final construction. The design always referred to an ideal, platonic image that pre-existed and is ‘re-discovered’ each time, again and again. This constant and repeated quest for the ideal image was the result of idealization because without this constant ideal reference nothing could be created (Pollock 2006).

In the construction of St. Demetrius, for example, the covering of the original façade with a new one representing the ideal form, is indicative of the above thought. The new ‘clothing’ of the building attained the ideal and its new form was nothing if not an expression of this ideal. This idealization certainly became particularly violent once the new façade clashed with the existing building. The original medieval church was not preserved in its original state but it expanded (tripled in size) and has been covered with a new façade. The original St. Demetrius, or whatever was left over the centuries as an authentic historical body of archaeological value, ‘disappeared’. It is clear that Pikionis was not interested in the actual structure itself, the conservation of an objective historicity, the living physical evidence of the past. Even if the original Byzantine church still existed under this new façade, it was transformed and revived as something else. It became a new St. Demetrius, in fact, an ideal St. Demetrius. This idealization was reflected in this violent renovation-revival, in the mandatory conformity of the church with its ideal image, in the final redesign of the new church as a meta-historical built representation of the ideal.

Additionally, the polar optical alignments of Doxiadis’ theory used by Pikionis were nothing but invisible visual threads ‘enchaining’ the buildings to each other; threads that visually shackled the buildings to their surrounding environment, stabilizing and immobilizing them in space. Here again, the intention was for space, time and architecture to ‘freeze’ in a stable condition, an ideal condition. Similarly, the observer should remain stationary and motionless if they are to capture the perfect visual image and see the ineffable harmony, in turn connecting the real with the ideal. Both this motionless mathematical order of space and the stillness of the observer themselves are essential in order for everything to be exactly where it should be. The polar alignments link structures in space, freeze time and stabilize the spectator in a certain fixed spot, the ideal spot, the spot of idealization.

But what is this ideal? With what is it related and what does it represent? Does it refer to a specific era? Is it related to a certain place?

Most scholars agree that the forms designed or constructed by Pikionis concerned something that originated in antiquity and lived on in different places and times, running through various aspects of Greek civilization. For this reason, when Dimitris Philippides described the above, he used the term “trans-Hellenic”, while Panayis Psomopoulos used the similar term “dia-Hellenic”. Similarly, Kenneth Frampton described Pikionis’ work as simultaneously “Greek” and “anti-Greek” (Frampton 1989, 6). What Frampton probably meant was that in the work of Pikionis one could find heterogeneous references; forms which were sometimes limited to the Modern Greek tradition or referred to an archaic period and, at other times, were entirely removed from Greek culture, referencing, for example, the traditional architecture of Japan:

Anti-Greek in that much of its inspiration lay elsewhere, remote in space and time, in other far-flung islands, in Honshu and in the archaic pre-Hellenic Aegean under a timeless sun.

It is a fact that, for Pikionis, ‘Greekness’ had value only as one of the multiple expressions of universality (Philippides 1984, 295-304). In any case, Pikionis never talked about an exclusively Greek Architecture. He was always seeking the one, common architecture which would draw elements from all known cultural traditions, unifying the West and the East, antiquity and modernity (Tzonis and Rodi 2013, 189-193). This perception of the European interwar period which explored and identified the common roots of world civilization, connecting, for example, the German Volksgeist to Ancient Greece or India, was indeed commonplace at the time Pikionis was becoming established as an architect. Thus, through his work, Pikionis sought that which timelessly forms a “true” Architecture. And that was not just one thing but a combination of many, diverse images and models (Theocharopoulou 2010, 111-131).

What Pikionis represented, both in his drawings and on the completed surfaces of his constructions, has often been described as a modern collage of stones, or a bricolage of symbolic forms of an ancient universal tradition (Kotionis 1998). According to Dimitris Antonakakis, this collage, derived from the ruins of the past, served as “a mirror inviting us to look at ourselves, and at what the previous generations had left us” (Antonakakis 1989, 15). Consequently, this collage is both a mirror and at the same time a specular reflection which brings the past (that bequeathed to us by previous generations) to the present and prompts us to look within ourselves; a transcendent specular reflection which speaks about us exactly because it speaks about our history, revealing the ultimate truth (alétheia) of things.

It seems that for Pikionis, as for Heidegger, the creation of an artwork was associated with a kind of “happening of truth” (Papayeorgiou 1982). Nevertheless, leaving aside the unresolved theoretical issues that a link between Pikionis and Heidegger would raise, we could say that the “thingness” sought by Pikionis was not merely an abstract ontological manifestation. Things did not just symbolically reference antiquity but constituted actual pieces of antiquity themselves. For Pikionis the spolia of the past that he used were, in practice, dismembered limbs-fetishes of a precious lost object. Thus, the active gaze of the observer was aiming at the aesthetic reconstruction of this object, at the visual ‘sacrament’ of the ‘body and blood’ of this primitive, trans-historical architectural tradition. When Pikionis used to say that he wanted, through his work, to “swim like the trout against the stream”, what he meant was that he wanted to be able to return to this primitive origin, back to this primary cultural source (Pikionis 1994 vol I, 15). This movement of return to the starting point was a movement towards the past, namely a reversal of time, and at the same time a movement towards an ancient matrix. And, if considering the ground plan as the “birthplace” of architectural form speaks to us about the earth as a matrix of forms and shapes, then this movement of return to the past is identified with an initial desire of return to an ancient “chora” (Kristeva 1982), the primitive Mother-Earth.

Once the above idealization was shaped through idealized images, I would say that we are getting very close to what Freud described as a “dream process” in his Interpretation of Dreams (Freud 1953). The composition of the images in space, as an organization of a narrative, the emergence of fragmented figures and their matching in symbolic signifiers, and the concern for the representative effect of forms, constituted quintessential elements of this process. The basic functions of the Freudian dream-work (condensation - displacement - representability) seem also as pre-eminent notions found in Pikionis’ projects. Condensation: heterogenous, forms, themes, figures, images and ideas combined into symbols. Displacement: a number of latent elements represented by a single manifest visual content. Representability: the reshaping of the primary material into specific images which are presentable and readable.

Pikionis’ project was a dream project. For this reason, whatever Pikionis drew was always specific and exact. In Pikionis’ sketches the forms are never presented as abstract shapes but as specific, crystal-clear, and recognizable images (Ferlenga 1999). Like hieroglyphics, which may refer to something else just because they are specific and recognizable, Pikionis’ shapes are not merely representative, but hide a latent content, “mysterious and ineffable”, which they reveal through a composition of “ideograms”, according to his words. Architecture as an ideographic language and the composition of symbolic images as hieroglyphic-pictographic writing, was ultimately conveyed to the spectator as a film shot. The well-known phrase of Pikionis, “I desired the unattainable”, clearly tells us that his architecture was nothing but a representational screen of his desire for the unattainable. For this reason, the ideal images designed and constructed by Pikionis were nothing but symbolic representations of this unadmitted wish. Similarly to what Lacan called “objet petit-a” or what Winnicot called “transitional object”, this unattainable desire of Pikionis was converted into an architectural image, as a wish it is likewise objectified in a dream and represented as a visible scene.

What Pikionis accomplished in his work was ultimately to present his ‘dream’ to us, through built three-dimensional representations; to show us through architectural images what cannot be said in words; to lead us through symbols to what is to be found prior to the symbolic. The architecture of Pikionis speaks to us about that which cannot be lexically articulated (Pikionis 1994 vol. VII, 131). For the ineffable, the invisible, the Corbusian indicible; that which is impossible to express in words, but which the eyes can see (Psomopoulos 2010). And the eye is able to see that which language cannot express precisely because the gaze is more ‘ancient’ than language: since it antedates speech, since the eye is able to go back in time, to an antiquity that language cannot approach. For this reason, if we wish to see that which is not visible, we must first speak of that which cannot be said. If Pikionis “could see everywhere in the world that which we cannot”, to quote Zisimos Lorentzatos, then our own interpretation can be valid only as an attempt to analyse Pikionis’ ineffable.

Bibliography 

Antonakakis 1989
D. Antonakakis, Dimitris Pikionis: Elaboration and Improvisation, in P. Johnston (ed.), Dimitris Pikionis, Architect 1886-1968, A Sentimental Topography, London 1989, pp. 10-17. 

Centanni 2017
M. Centanni, Frammenti di città, Ravenna 2017. 

Condaratos 1989
S. Condaratos, Dimitris Pikionis in Context, in P. Johnston (ed.), Dimitris Pikionis, Architect 1886-1968, A Sentimental Topography, London 1989, pp. 18-33. 

Doxiadis 1968
C. Doxiadis, Dimitris Pikionis: A Great Teacher, “Το Vima”, 1 September 1968. 

Ferlenga 1999
A. Ferlenga, Pikionis 1887-1968, Milano 1999 (with translations of Pikionis’ texts by M. Centanni). 

Ferlenga 2014
A. Ferlenga, Le strade di Pikionis, Siracusa 2014. 

Frampton 1989
K. Frampton, For Dimitris Pikionis, in P. Johnston (ed.), Dimitris Pikionis, Architect 1886-1968, A Sentimental Topography, London 1989, pp. 6-9. 

Freud [1900] 1953
S. Freud, The Interpretation of Dreams, London 1953. 

Kotionis 1998
Z. Kotionis, Tο ερώτημα της καταγωγής στο έργο του Δημήτρη Πικιώνη, Athens 1998. 

Kristeva 1982
J. Kristeva, Desire in Language. A Semiotic Approach to Literature and Art, New York 1982. 

Papageorgiou-Venetas 2010
A. Papageorgiou-Venetas, Ethos and Charisma. Dimitris Pikionis the Teacher, “Domes”, nn. 09-10 (2010), pp. 104-115. 

Papayeorgiou 1982
A. Papayeorgiou, Pikionis and his work, (Thesis submitted to the Rhode Island School of Architecture), New York 1982. 

Pikionis 1994
A. Pikionis, Agni (ed.). Dimitris Pikionis. Architectural Work, Athens 1994. 

Philippides 1984
D. Philippides, Nεοελληνική αρχιτεκτονική, Athens 1984. 

Philippides 2009
D. Philippides (ed.), Δημήτρης Πικιώνης: Οι ομιλίες του '65, Athens 2009. 

Pollock 2006
G. Pollock (ed.), Psychoanalysis and the image: transdisciplinary perspectives, Oxford 2006. 

Psomopoulos 2010
P. Psomopoulos, Dimitris Pikionis: An Indelible Presence in Modern Greece, “Domes”, nn. 09-10 (2010), pp. 116-133. 

Santoro 2008
M. Santoro, Lettera di Giorgio de Chirico a Dimitris Pikionis, 1912, “Metafisica. Quaderni della Fondazione Giorgio e Ida de Chirico”, nn. 7-8, Roma 2008. 

Santoro 2010
M. Santoro, Il mito nietzscheano di Arianna nella pittura di Giorgio De Chirico, “La Rivista di Engramma” n. 78 (2010). 

Theocharopoulou 2010
I. Theocharopoulou, Nature and the People, The Vernacular and the Search for a True Greek Architecture, in J. F. Lejeune, M. Sabatino (eds.), Modern Architecture and the Mediterranean, Vernacular Dialogues and Contested Identities, London 2010, pp. 111-131. 

Tsiambaos 2018a
K. Tsiambaos, From Doxiadis’ theory to Pikionis’ work: reflections of antiquity in modern architecture, London 2018. 

Tsiambaos 2018b
K. Tsiambaos, L’Utopie delphique, in L. Farnoux-Arnoux, P. Kosmadaki (eds.), Paris-Athènes 1919-1939: Le double voyage, Athens 2018, pp. 89-104. 

Tzonis and Rodi 2013
A. Tzonis, A. Rodi, Greece: Modern Architectures in History, London 2013.

23 Σεπτεμβρίου 2018

Robert Venturi (1925-2018) / Archetype.gr




Το μάθημα για τον Robert Venturi ήταν, και είναι, ένα από τα ‘standards’ των μαθημάτων Ιστορίας & Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ. Τόσο τα πιο προσωπικά έργα και βιβλία του Venturi (κατοικία της Vanna Venturi, Complexity and Contradiction in Architecture) όσο και οι σημαντικές δουλειές του με την Scott-Brown (Learning from Las Vegas, Sainsbury Wing της National Gallery του Λονδίνου) διδάσκονται ως απαραίτητα κεφάλαια της αρχιτεκτονικής της σύγχρονης εποχής.* Κι όμως, ο Robert Venturi μοιάζει να είναι ακόμα ένας ‘παρεξηγημένος’ δημιουργός: Τι άλλο ήταν αυτός ο αρχιτέκτονας παρά ένας εικονοκλάστης, λαϊκιστής, κυνικός, αφελής; Ποιά είναι η αξία του και η σοβαρότητά του όταν αμφισβητούσε κάθε αξία και ειρωνευόταν κάθε σοβαρότητα; Γιατί να μας αρέσει ένα έργο που μοιάζει επιφανειακό, φτηνό, πρόσκαιρο, αύθαδες; Συνήθεις αξιολογικές κρίσεις οι οποίες εκφέρονται από φοιτητές και αρχιτέκτονες, ακόμα και πανεπιστημιακούς δασκάλους της αρχιτεκτονικής.

Αν όμως αυτός που κατηγορεί με ευκολία δεν έμενε στην επιφάνεια - την οποία υποτίθεται ότι απορρίπτει - αλλά πήγαινε πίσω από αυτήν, θα έβλεπε κάτι παραπάνω. Θα εκτιμούσε π.χ. την απλότητα της κατοικίας της Vanna Venturi ή την διακριτικότητα της επέκτασης της National Gallery και θα αναγνώριζε την ευφυία του μουσείου σύγχρονης τέχνης του San Diego ή την ποιητική της ξύλινης κατοικίας Lieb. Αλλά και αυτός που δεν θα έβρισκε τίποτα που να τον συγκινεί σε αυτήν την αρχιτεκτονική (δικαίωμά του) δεν θα μπορούσε παρά να εκτιμήσει την ριζοσπαστική θεωρητική ματιά του Venturi στην αρχιτεκτονική και την ιστορία της ή την πρωτότυπη ανθρωπολογική, σημειολογική εργασία του πάνω στις αστικές δομές του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού.

Γιατί τελικά το "less is a bore" δεν ήταν ένα μανιφέστο κατά της απλότητας ή της αφαίρεσης. Το "more" που ήθελε ο Venturi ήταν ένα αίτημα για περισσότερη έρευνα, περισσότερη θεωρία, περισσότερη κριτική. Μια υπόμνηση ότι το Άστυ εμπεριέχει πολλαπλές αστικότητες, η Ιστορία πολλαπλές ιστορίες, ο Αρχιτέκτονας πολλαπλές πλευρές. Ο Venturi δεν μας ζητούσε να γίνουμε πολύπλοκοι και αντιφατικοί⋅ ζητούσε να μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε την αντίφαση και πολυπλοκότητα της σύγχρονης (και όχι μόνο) πόλης και αρχιτεκτονικής ώστε να καταφέρουμε να υπερβούμε τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούσε μια απλοϊκή σκέψη-επιθυμία σύμφωνα με την οποία ο (μοντέρνος) σχεδιασμός θα μπορούσε να δώσει τις σωστές απαντήσεις σε όλα τα προβλήματα. Μόνο μια τέτοια, καταρχάς, συνειδητοποίηση των ορίων μιας διαχειριστικής-γραφειοκρατικής στάσης θα οδηγούσε στην ανασυγκρότηση της αρχιτεκτονικής και του αρχιτέκτονα απέναντι σε νέα φαινόμενα και δεδομένα. Μόνο η αναγνώριση της σύνθετης μετανεωτερικής συνθήκης θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την ανάπτυξη νέων μεθόδων και εργαλείων ανάλυσης και σύνθεσης.

Η παραπάνω, πολιτική τελικά, πρόταση για έναν εκ νέου στοχασμό της συνθετότητας είναι ίσως και η μεγαλύτερη κληρονομιά της σκέψης του Venturi. Ιδίως σήμερα όπου ο κίνδυνος, ξανά, βρίσκεται στο να νομίσουμε ότι οι απαντήσεις στα όσα μεγάλα και δύσκολα μας απασχολούν μπορούν να είναι απλές και προφανείς και οι λύσεις μπορούν να είναι οι γνωστές και δοκιμασμένες. Άλλωστε αυτή η εξιδανίκευση της απλότητας, της καθαρότητας και της σαφήνειας μπορεί, πολύ εύκολα, να συγκαλύπτει πολυπλοκότητες και αντιφάσεις που δεν έχουν 'αναλυθεί' ποτέ. 



17 Σεπτεμβρίου 2018



Το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του για την ανάπτυξη της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής, διοργανώνει την 9η Biennale Νέων Ελλήνων Αρχιτεκτόνων, τον Σεπτέμβριο 2018, στο Μουσείο Μπενάκη.

Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018 (Διάρκεια έκθεσης: 27 Σεπτεμβρίου - 25 Νοεμβρίου 2018).

Η θεσμοθέτηση της Biennale Νέων Ελλήνων Αρχιτεκτόνων ήταν μία από τις πρώτες δραστηριότητες του νεοσυσταθέντος Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής το 1995. Στην πορεία του, από την 1η μέχρι την 8η Biennale, έχουν συμμετάσχει εκατοντάδες αρχιτέκτονες με διαφορά μεταξύ τους, μεγαλύτερη από μία γενιά. Η 9η Biennale θα αναδείξει τα πρόσωπο της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής στην περίοδο της κρίσης και για αυτό τον λόγο θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Μία Biennale αποτελεί ένα είδος περιοδικής απογραφής, η οποία στοχεύει στην ανθολόγηση της καλύτερης τρέχουσας παραγωγής των νέων δημιουργών. Μία Biennale όμως δεν καταγράφει μόνον τα πεπραγμένα μιας εποχής, αλλά προβάλλει ορισμένα έργα από ένα ευρύτερο σύνολο ως τα πλέον σημαντικά, αποτυπώνοντας το «στίγμα» της διετίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η Biennale αποτελεί την έκφραση ενός σύγχρονου αρχιτεκτονικού «ύφους», από μία συγκεκριμένη οπτική γωνία.

Στη φετινή 9η Biennale, το Ε.Ι.Α. αποφάσισε, όπως είχε πράξει και παλαιότερα, να αναβαθμίσει τον ρόλο της επιτροπής επιλογής, προσκαλώντας τα μέλη της να προβληματιστούν πάνω στο υλικό που θα υποβληθεί και να επιλέξουν, ο καθένας ξεχωριστά, τα έργα που θεωρεί ως τα πλέον αξιόλογα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο επισκέπτης της έκθεσης θα μπορεί να ‘αναγνώσει’ αφενός τις επιλογές των κριτών και αφετέρου τα αιτιολογικά τους κείμενα.

Η πενταμελής επιτροπή αποτελείται από τον Πρόεδρο του Ε.Ι.Α., Ηλία Κωνσταντόπουλο και τους αρχιτέκτονες, Κωνσταντίνα Κάλφα, Θεώνη Ξάνθη, Πάνο Τσακόπουλο και Κώστα Τσιαμπάο. 
 
 

2 Ιουλίου 2018

Έλληνες και άλλα παράξενα πουλιά

Έλληνες και άλλα παράξενα πουλιά: Πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις του ελληνικού εξωτισμού

Τετάρτη 4 και Πέμπτη 5 Ιουλίου 2018 / Ελληνοαμερικανική Ένωση, Μασσαλίας 22, 106 80 Αθήνα

ΤΕΤΑΡΤΗ 4 ΙΟΥΛΙΟΥ 

1η συνεδρία: Φιλελληνισμοί - Οριενταλισμοί, παλιοί και νέοι

17:15
1.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Αλέξης Πολίτης

Βίκυ Καραφουλίδου 
Οι ευρωπαϊκές οφειλές της Μεγάλης Ιδέας
Δέσποινα Σεβαστή 
Κόπιες και επιτελέσεις ενός σώματος που δεν υπήρξε ποτέ
Δημήτρης Μουταφίδης 
Δύση, Ανατολή και Ελλάδα. Ο οικείος λόγος του Ε. Σαΐντ 

18:15
1.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Νίκος Ε. Καραπιδάκης

Γιάννης Παπαθεοδώρου 
Zorba the Greek: από το συρτάκι στο Eurogroup. Ιδεολογικές και πολιτισμικές χρήσεις ενός “εξωτικού” στερεότυπου
Τζένη Λαλιούτη 
Η άλλη διάσωση. Η Ελλάδα με τα μάτια των Αμερικανών διπλωματών 1946-1962
Δημήτρης Αντωνίου 
Αρχαίοι και σύμμαχοι. Επισκέψεις ξένων ηγετών στο «λίκνο της δημοκρατίας» 1959-2017

19:15 ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

2η συνεδρία: Τα κάτοπτρα: η Ελλάδα στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα

19:35
2.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Νίκος Δεμερτζής

Τάσος Τέλογλου 
Ζωγραφίζοντας την ελληνική κρίση με γερμανικά χρώματα, Η πρόσληψη της Ελλάδας από τη γερμανική δημόσια σφαίρα
Γιώργος Τζογόπουλος 
H νέα δημοσιογραφία στην ελληνική κρίση
Παναγιώτης Μένεγος 
No media? Νo exotica. Από τη live χρεοκοπία του CNN, στο πακέτο διακοπών της Guardian 

20:35
2.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Θεόδωρος Τσέκος

Λαμπρινή Ρόρη - Σοφία Παπαστάμκου 
Διεθνείς προσλήψεις του ελληνικού δημοψηφίσματος 2015: η περίπτωση του Τουίτερ
Αθηνά Σκουλαρίκη 
Η Ελλάδα στο στόχαστρο. Συνωμοσιολογικές θεωρίες και εθνική αυτοεικόνα τη δεκαετία του 2010
Κώστας Καραβίδας 
Μυθοπλαστικοί ήρωες και ποπ είδωλα στη διεθνή σκηνή της κρίσης. Ο Γιάνης Βαρουφάκης ως αντεστραμμένος Ζορμπάς
Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης 
Κακομαθημένοι τεμπέληδες ή αντικαπιταλιστές πρωτοπόροι; Τουρκικές απόψεις της ελληνικής κρίσης 

22:00 ΠΕΡΑΣ ΠΡΩΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

ΠΕΜΠΤΗ 05 ΙΟΥΛΙΟΥ 

3η συνεδρία: Πολιτικές του ελληνικού εξωτισμού

17:00
3.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος

Κώστας Κανελλόπουλος 
Διεθνική αλληλεγγύη στην Ελλάδα της οικονομικής καταστροφής
Γιώργος Ρακκάς 
«Κοιτίδα της φιλοξενίας και της αλληλεγγύης»: Εξωτιστικές παραμορφώσεις της ελληνικής προσφυγικής κρίσης
Νίκος Τζήμος 
Και νεόπτωχοι και πειραματόζωα: οι Έλληνες μέσα από τα μάτια της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας 

17:50
3.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Μάρω Παντελίδου-Μαλούτα

Δημήτρης Τζιόβας 
Ανακαλύπτοντας την Ελλάδα: Εξωτισμός και αποικιακό βλέμμα
Παναγής Παναγιωτόπουλος 
Demodernize Greece: Ελλάδα μετα-εθνική και προ-κοινωνική
Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος 
Ιστορικά μοτίβα του ελληνικού εξωτισμού 

18:45 ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

4η συνεδρία: Ιδεολογία και εικονολογία των «ερειπίων»

19:10
4.α. Συντονισμός, σχολιασμός: Παναγιώτης Τουρνικιώτης

Βασίλης Βαμβακάς 
Αθήνα εναλλακτική πόλη: γκράφιτι και ριζοσπαστικός τουρισμός
Παναγιώτης Βλάχος 
Βραχυχρόνιες μισθώσεις και οικονομία του διαμοιρασμού στην Ελλάδα. Μια νεοτουριστική ουτοπία
Κώστας Τσιαμπάος 
Εξωτισμός και αθηναϊκός μοντερνισμός 

20:00
4.β. Συντονισμός, σχολιασμός: Δημήτρης Τζιόβας

Μαρία Τοπάλη 
Βελανίδια, άλλοτε και τώρα. Τα δύο ημισφαίρια της μετα-αποικιακής συνθήκης
Αφροδίτη Νικολαΐδου 
Οι Έλληνες και το παράξενο: αφηγήσεις αυτο-εξωτισμού στο ελληνικό κινηματογραφικό Νέο Κύμα
Δημήτρης Δουλγερίδης 
Ο Γιαν Φαμπρ χαμένος στην ελληνική μετάφραση 

20:50
4.γ. Συντονισμός, σχολιασμός: Γιώργος Τζιρτζιλάκης

Κωστής Σταφυλάκης 
Ευεργετικός εξωτισμός: μεσογειακοί πειρατές, παγανιστές γεωργοί και μεξικανοί σατανιστές
Θεόφιλος Τραμπούλης 
Θλιμμένη Μεσόγειος. Η Αθήνα πεδίο της σύγχρονης τέχνης
Ηλιάνα Φωκιανάκη 
Ξασπρίζοντας τα μάρμαρα. Αναδιανομές του αρχαίου ιδεώδους μέσω σύγχρονης τέχνης
Κατερίνα Κοσκινά ΕΜΣΤ 
documenta 14, περί ουσίας

22:00 ΠΕΡΑΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ

Εργαστήριο Ελληνικής Πολιτικής / Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ Δι-Ιδρυματικό ΠΜΣ Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα / Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – ΤΕΙ Πελοποννήσου / Greek Politics Specialist Group / Political Studies Association και τα περιοδικά: Νέα Εστία, Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης, Επιστήμη & Kοινωνία, Books’ Journal, Πλάνη-περιοδικό κριτικής παρέμβασης.
Mε τη συνεργασία της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης / Ηellenic American Union.

21 Ιουνίου 2018

Η επιστροφή του μοντέρνου



Τα τετράδια του μοντέρνου 6 / Η επιστροφή του μοντέρνου. 25 χρόνια ελληνικό docomomo · επιμέλεια: Αιμιλία Αθανασίου, Λίνα Δήμα, Τίνα Καραλή. Αθήνα: Futura, 2018.

Ο έκτος τόμος των Τετραδίων του Μοντέρνου είναι αφιερωμένος στην επέτειο των 25 χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού docomomo. Περιλαμβάνει μια σειρά δοκιμίων που αναδεικνύουν κτίρια του ελληνικού μοντερνισμού που έτυχαν καλύτερης ή χειρότερης μοίρας στο πέρασμα του χρόνου και μια σειρά θεωρητικών προσεγγίσεων για το ρόλο και το αντικείμενο της τεκμηρίωσης και της προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Περιλαμβάνει επίσης τρεις χαρακτηριστικές υλοποιημένες μελέτες μετασκευής κτιρίων του μεσοπολεμικού και του μεταπολεμικού μοντερνισμού, τα οποία παρουσιάζονται από τους αρχιτέκτονες της αποκατάστασής τους.

Περιλαμβάνονται τα κείμενα:

– Πρόλογος
– Αιμιλία Αθανασίου, Λίνα Δήμα, Τίνα Καραλή / 25 χρόνια ελληνικό docomomo: The Waste Land ή Make it New;

Ι. ΘΕΣΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
– Παναγιώτης Τουρνικιώτης / Η μοντέρνα αρχιτεκτονική ως νεωτερικότητα και ως κληρονομιά
– Ελένη Μαΐστρου / Προβλήματα και προοπτικές για το μέλλον της προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα
– Γεώργιος Γκανασούλης / Η προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα

ΙΙ. ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ
– Κώστας Τσιαμπάος / Ο ορισμός του μοντέρνου: αυτό που βλέπουμε, αυτό που κρατάμε
– Τίνα Καραλή / Το “Επίσημο” και το “Δημόσιο” Μοντέρνο: Σημειακές τομές στις σχέσεις τύπου και μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα
– Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος / Μοντερνισμού παράδοση: Η τεκμηρίωση ως προστασία ή η χρησιμοθηρική έρευνα
– Λίνα Δήμα / Από την “αρχιτεκτονική του μπουντουάρ” στη μοντέρνα αρχιτεκτονική ως κοινό πνευματικό αγαθό

ΙΙΙ. ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΑΡΧΕΙΟ
– Αιμιλία Αθανασίου / Για ένα ανοικτό αρχείο της ελληνικής μοντέρνας αρχιτεκτονικής
– Πέτρος Φωκαΐδης, Παναγιώτα Πύλα / Κριτική ιστοριογραφία και ψηφιακά εργαλεία τεκμηρίωσης: προοπτικές ενίσχυσης της έρευνας στη μοντέρνα αρχιτεκτονική

ΙV. ΚΕΛΥΦΗ ΚΑΙ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ
– Βασίλης Κολώνας / Από τα σχολεία του ’30, στα ξενοδοχεία του ’60 και του ’70. Η κακοποίηση του μοντέρνου στην Ελλάδα και η κατά περίπτωση αντιμετώπισή της
– Παναγιώτης Τσακόπουλος / Το μοντέρνο είναι η καθημερινή εμπειρία της πόλης
– Ζήσης Κοτιώνης, Γιάννα Μπαρκούτα / Από τη μοντέρνα αρχιτεκτονική του κράτους πρόνοιας, στην επιτελεστικότητα των νέων μητροπολιτικών διαμονών: Το παράδειγμα του City Plaza
– Ρίβα Λάββα, Νίκος Αγγελής / Ουδέν νεώτερο από το Ξενία της Σάμου: Από τη γηράσκουσα ύλη στην αγέραστη ιδέα του Μοντέρνου

V. ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
– Σοφία Τσιράκη / Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας: Στο διδακτικό δρόμο ενός “μεσογειακού” μοντερνισμού
– Γιώργος Αγγελής, Μπίλυ Γιαννούτσου / Μια περιήγηση στο ελληνικό μοντέρνο του ’30 και ένα μάθημα αρχιτεκτονικής σύνθεσης

VI. ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΤΡΙΑ ΕΡΓΑ
– Διονύσης Σοτοβίκης / Χτίζοντας στο χρόνο
– Divercity / Μετασκευή κτηρίου Γραφείων Δοξιάδη – ΑΤΙ σε κτήριο κατοικιών (One Athens)
– Γιάννης Κίζης / Από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού στο Citylink και από το Σιλό του ΟΛΠ στο Μουσείο Εναλίων Αρχαιοτήτων


ISBN: 978-960-9489-81-2
224 σελ. / 15 x 24 εκ. / α/μ και έγχρωμες φωτογραφίες


16 Ιουνίου 2018

Le double voyage: Paris-Athènes (1919-1939)



Sous la direction de Lucile Arnoux-Farnoux et Polina Kosmadaki

Format : 18,5 x 24 cm, 488 pages
Prix : 45 €
Parution: mai 2018
© École française d’Athènes - ISBN 978-2-86958-296-5

Quand la Grèce rejoignit l’Europe après plus de trois siècles de domination ottomane, il lui fallut se construire une culture moderne en rapport avec l’héritage plusieurs fois millénaire dont elle restait la dépositaire. Le néohellénisme a trouvé dans l’architecture un mode d’expression privilégié, où se croisaient les attentes d’une élite internationale en mal de références classiques et la tradition toujours vivante du monde byzantin, ciment de l’identité nationale. De l’ajustement de ces ambitions dans un contexte économique et politique difficile est née une production originale, tirant de sa confrontation avec l’Occident une forme d’authenticité d’autant plus significative qu’elle était soumise à la pression constante des pays dominants. Entre identité et modernité, c’est un double projet qu’elle a poursuivi tout au cours du XIXe siècle pour se situer au sein d’un univers en pleine mutation.

When Greece rejoined Europe after more than three centuries of Ottoman rule, the country needed to forge a modern culture that also connected with the thousands of years of patrimony of which it was the custodian. Neo-Hellenism found in architecture a privileged mode of expression, one which brought the expectations of an international elite lacking in classical references into contact with the still living tradition of the Byzantine world, the cement of national identity. The readjustment of these ambitions in a difficult economic and political context gave birth to a highly original output, which drew out of its confrontation with the West a form of authenticity that was all the more meaningful for having been subjected to the constant pressures of dominating countries. Between identity and modernity, this dual project was pursued throughout the nineteenth century and enabled Greece to situate itself at the heart of a world in a state of constant flux.

Table des matières

Introduction, par Lucile Arnoux-Farnoux

Relations franco-helléniques dans l’entre-deux-guerres

Grèce-France entre les deux guerres: aliénation politique et attrait culturel, par Christos Hadziiossif

Le développement institutionnel des relations culturelles franco-grecques durant l’entre-deux-guerres, par Nicolas Manitakis

Architectes entre antiquité et modernité

Le voyage des anciens au pays des modernes, par Panayiotis Tournikiotis

La formation et la culture des architectes grecs durant l’entre-deux-guerres, par François
Loyer

Ernest Hébrard et Joseph Pleyber: acteurs institutionnels et contributions individuelles à la modernisation de la ville dans l’entre-deux-guerres, par Alexandra Yerolympos

L’Utopie delphique, par Kostas Tsiambaos

L’art moderne et la Grèce: échanges et réceptions

«Lettres de Paris»: la réception de l’art contemporain dans le champ de la critique d’art à Athènes dans l’entre-deux-guerres, par Evgénios D. Matthiopoulos

Rapports de l’ancien et du moderne à travers un récit iconographique: les Cahiers d’art et les revues artistiques de l’entre-deux-guerres, par Polina Kosmadaki

Tête de Grec: la revue Minotaure et la recherche d’un nouvel homme universel, par Effie Rentzou

«Il n’y a pas d’Antiquité»: les modèles grecs et l’invention de la sculpture moderne
, par Paul-Louis Rinuy

Les limites annoncées d’une rencontre: le Paris des peintres de l’entre-deux-guerres grec, par Annie Malama

Les Voyages en Grèce du photographe Eli Lotar, par Damarice Amao

Constructions de l’image de la Grèce: expositions et conférences

Les arts décoratifs: la participation grecque à l’Exposition de 1925 à Paris, par Hélène Guéné

Modernité byzantine: l’Exposition internationale d’art byzantin de 1931 à Paris, par Rémi Labrusse

La Conférence d’Athènes sur la conservation des monuments d’art et d’histoire (1931) et l’élaboration croisée de la notion de patrimoine de l’humanité, par Michela Passini

Théâtre, musique et transferts musicaux

Les relations musicales franco-helléniques de 1919 à 1939, par Christophe Corbier

La musique dans le projet delphique, fille infidèle d’une tradition séculaire, par Benjamin Capellari

Théâtre en plein air et le Groupe de théâtre antique de la Sorbonne: Les Perses à Épidaure, par Platon Mavromoustakos

Voyages réels et imaginaires: écrivains et poètes

La Grèce romanesque de l’entre-deux-guerres, par Sophie Basch

Référence française et interférences anglaises dans le roman néo-hellénique de l’entre-deux-
guerres
, par Jean-Luc Chiappone

La Grèce silencieuse de Raymond Queneau, par Philippe Büttgen et Dinah Ribard

Deux poètes à Paris: Georges Séféris et Andréas Embirikos, par Christina Dounia

Traduction, réception et figures médiatrices

La réception de Bergson en Grèce pendant l’entre-deux-guerres, par Servanne Jollivet

Traduction et diplomatie culturelle dans l’entre-deux-guerres: le cas du poète Costis Palamas (1859-1943), par Lucile Arnoux-Farnoux

Valéry à Athènes : ambitions croisées de ses premiers traducteurs grecs, par Maria Tsoutsoura

Le voyage dans l’Antiquité: la traduction des auteurs grecs antiques en France (1919-1939), par Sylvie Humbert-Mougin

Bibliographie générale

Indices

Résumés des contributions

Liste des auteurs

Table des matières

CONTACTS
École française d’Athènes - 6, rue Didotou - 106 80 Athènes - + 30 210 36 79 922 - marina.leclercq@efa.gr / Dépositaire: De Boccard Édition-Diffusion - 11, rue de Médicis - F-75006 - Paris - www.deboccard.fr

28 Απριλίου 2018

Η Τίνα Καραλή για την 'Αμφίθυμη Νεωτερικότητα'


Αμφίθυμη νεωτερικότητα
Τίνα Καραλή - 25/04/2018 ΚΡΙΤΙΚΗ
Κώστας Τσιαμπάος, 9 + 1 κείμενα για τη μοντέρνα αρχιτεκτονική στην Ελλάδα, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2017



«Η συλλογή αυτή μπορεί να λειτουργήσει και ως μια εναλλακτική συνοπτική ιστορία της αρχιτεκτονικής αφού πραγματεύεται διαχρονικά συμπτώματα της αρχιτεκτονικής θεωρίας και πρακτικής στην Ελλάδα του 20ου αιώνα». Με αυτά τα λόγια ο συγγραφέας συνοψίζει χωρίς περιστροφές τη βαθύτερη προσδοκία από το έργο του, που δεν είναι άλλη από τη συγγραφή μιας αλλιώτικης ιστορίας της (μοντέρνας) αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Ξεφυλλίζοντας ωστόσο τον ελάχιστα εικονογραφημένο τόμο, με τους αινιγματικούς τίτλους και τις υποβλητικές φωτογραφίες, δεν αργεί κανείς να αντιληφθεί, πως το βιβλίο ουδόλως θυμίζει εγχειρίδιο ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Αντί για μια επιλεκτική περιπτωσιολογία της εγχώριας παραγωγής του 20ου αιώνα, ο τόμος αυτός αποτελεί μάλλον μια συγκομιδή των πιο ανθεκτικών εμμονών της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής σκέψης και κριτικής μέσα από εννέα – διαφορετικά σε έκταση, ύφος και προδιαγραφές – κείμενα και μια απομαγνητοφωνημένη συνομιλία. Πρόκειται για άρθρα που ωρίμασαν την τελευταία δεκαετία και τα οποία αποτελούν κριτικές σπουδές πάνω στο περιεχόμενο της κατηγορίας «μοντέρνα αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», που χειρίζονται με επίγνωση και τιμιότητα τα ιερά και τα όσια της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς. Ζητήματα πολιτισμικής αποικιοκρατίας, τεχνολογικού προοδευτισμού, πολιτικής ιδεολογίας και αισθητικού σχετικισμού αναδύονται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, προσκαλώντας μας να κατανοήσουμε την αρχιτεκτονική, όχι απλώς ως περίπτωση σχεδιασμού κτιρίων ή πόλεων, αλλά μάλλον ως θεσμό, μυθολογία, ή θρησκεία που υπόκειται σε όλες τις ρυθμίσεις της νεο-ελληνικής κοινωνίας και κράτους.

Για τον Τσιαμπάο, ο οποίος έλκεται από την ερμηνευτική προσέγγιση του Richard McKay Rorty (1931-2007) στην παράδοση των κριτικών ρεαλιστών [Wilfrid Stalker Sellars (1912-1989), Willard Van Orman Quine (1908-2000)], προαπαιτούμενο της ιστορικής γνώσης είναι η κατανόηση της κοινωνικής δικαιολόγησης των πεποιθήσεων μας . Με αυτή την κοινωνική και ιστορική διάσταση της αρχιτεκτονικής κριτικής άλλωστε σπεύδει να αναμετρηθεί ευθύς εξαρχής: μέσα από μια μετάθεση του όρου κρίση- κριτική στην εισαγωγή του βιβλίου (σσ. 11-30) –το κείμενο γράφτηκε εν μέσω ελληνικής οικονομικής κρίσης (2013)– ο Τσιαμπάος αναποδογυρίζει την ιστορία της ελληνικής αρχιτεκτονικής κρατώντας σημειώσεις πάνω στις πιο επίμονες όψεις της, από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας.

Γέννημα θρέμμα εξάλλου και ο ίδιος του Μετσόβιου Πολυτεχνείου και της μοντέρνας παράδοσης του μπετόν, προτού εγκαταλείψει προσωρινά τη χώρα του με τα καραβάνια εκείνα των μεταπτυχιακών φοιτητών αρχιτεκτονικής που ταξίδεψαν στα μεγάλα Πανεπιστήμια της Δύσης (εδώ Columbia University) φρόντισε να εξοπλιστεί με ό,τι μπορούσε να προσπορίσει ο συγχρωτισμός του με Δασκάλους όπως ο Τάσος Μπίρης, ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης, ο Δημήτρης Φιλιππίδης, ο Χαράλαμπος Μπούρας, ο Ανδρέας Κούρκουλας, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος κ.α. Επιστρέφοντας από τα πνευματικά εργοτάξια πέραν του Ατλαντικού, με την ιδιότητα πλέον του επίκουρου καθηγητή της ιστορίας στο ΕΜΠ, η έρευνά του για την ελληνική αρχιτεκτονική σκέψη και πρακτική, άρχισε να αποκτά μεγαλύτερο βαθμό συνειδητότητας και να στρέφεται στις δυνατότητες της γνωσιακής προσπέλασης, ως μιας διαδικασίας αυτογνωσίας που ακολουθεί την ψυχαναλυτική μέθοδο. Ο ίδιος ο Τσιαμπάος άλλωστε, γνωρίζει καλά πως αποτελεί τέκνο της εγχώριας ιστοριογραφικής παράδοσης, που μετά τη δεκαετία του 60 επιχείρησε να τηρήσει μια απόσταση νηφαλιότητας από τις ιδεολογικές συνδηλώσεις της «ακατανόητης ελληνικότητας» [1]. Χαρακτηριστικό δείγμα ώριμης συγγραφικής δραστηριότητας του αρχιτέκτονα, αποτελεί το πρόσφατο βιβλίο From Doxiadis Theory to Pikionis Work: Reflections of antiquity in Modern Architecture, που κυκλοφόρησε υπό την αιγίδα του έγκυρου εκδοτικού οίκου Routledge [3]. Στο βιβλίο αυτό, όπως και στη συλλογή Αμφίθυμη Νεωτερικότητα, το αίτημα διατύπωσης μιας εθνικής αρχιτεκτονικής εξετάζεται ως ιστορικό φαινόμενο, οι ρίζες του οποίου ανιχνεύονται στη ρητή προσπάθεια μιας ολόκληρης γενιάς αρχιτεκτόνων, ποιητών, καλλιτεχνών, διανοούμενων, ανθρώπων της πολιτικής και του πνεύματος, να κατασκευάσουν έναν ελληνικό κοσμοπολιτισμό, με φόντο την ευρωπαϊκή στροφή του διαφωτισμού προς την αρχαιότητα (η αντιστοιχία είναι αναπόφευκτη).

Μολονότι η σχέση μοντερνισμού-ελληνικής αρχαιότητας αποτελεί τον κορμό δύο κεφαλαίων [«Μετά τη συντριβή. Από την Ελευσίνα στους Δελφούς» (σσ. 31-44) και «Η Δελφική ουτοπία. Μια αρχαία κοινότητα στη μοντέρνα εποχή», (σσ.45-106)], το ζήτημα της επινοημένης κληρονομιάς [4] μέσα από το τριμερές σχήμα «μοντέρνα αρχιτεκτονική/ ελληνικότητα/αρχαιότητα», διατρέχει το σύνολο του βιβλίου ως ένα επίμονο basso continuo. Για τον συγγραφέα η «ανακάλυψη» της κλασικής αρχαιότητας το μεσοπόλεμο (και εδώ τα ονόματα δεν είναι κυρίως ελληνικά), αποτελεί έναν από τους κυρίαρχους τρόπους με τους οποίους οι Έλληνες αρχιτέκτονες ξεκίνησαν να αποκτούν πρόσβαση στην κληρονομιά της πρωτοπορίας, με σκοπό να στοιχειοθετήσουν μια συνεκτική αφήγηση για την εξέλιξη του μοντερνισμού στην χώρα. Αρχιτέκτονες όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης ή ο Αριστομένης Προβελέγγιος, και κυρίως ο Δημήτρης Πικιώνης ή ο Κωνσταντίνος Δοξιάδης οι οποίοι τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης στις σελίδες του βιβλίου [Κεφάλαια: «Τόπος, λαός και κτίσμα» (σσ.205-220), «Κατοικία Σπητέρη. Μια ‘παρεξήγηση’ 60 χρόνων» (σσ.189-204), «Η Αρχιτεκτονική Επιστήμη. Η επιστημονική τάση στα Τεχνικά Χρονικά» (σσ.161-180) και «Ναυάγια του μοντέρνου. Ένα άγνωστο περιστατικό της ζωής του Δημήτρη Πικιώνη» (σσ.221-236)], ανέλαβαν μεταπολεμικά την περαιτέρω επεξεργασία των όρων με τους οποίους η Ελλάδα αντιλήφθηκε την εθνική αρχιτεκτονική της.

Παρά τη συγγραφική ωριμότητα και την πρωτοτυπία των παραπάνω κειμένων ως παραδειγμάτων ανανέωσης της ιστορικής φόρμας μέσα από την λογοτεχνία και την τέχνη (αναφέρομαι ειδικά στο κείμενο «Ναυάγια του μοντέρνου»[5]), το πιο αιχμηρό δείγμα της ερευνητικής δεινότητας του Τσιαμπάου, είναι το κείμενο «Σχεδιασμός και λογικός θετικισμός. Isotype διαγράμματα από τον Neurath στον Δοξιάδη» (σσ.107-160). Κεντρικό πρόσωπο της έρευνας αποτελεί ο σχετικά άγνωστος στην ελληνική βιβλιογραφία Αυστριακός Otto Neurath (1882-1945), ένας προικισμένος φιλόσοφος, οικονομολόγος και μέλος του κύκλου της Βιέννης, ο οποίος πριν αποβιβαστεί στην Αθήνα με το IV CIAM το 1933, επεξεργάστηκε ένα σύστημα εξορθολογισμού και εξαντικειμενικοποίησης της αρχιτεκτονικής και πολεοδομικής απεικόνισης, το οποίο αργότερα θα οδηγούσε στη διατύπωση της Χάρτας των Αθηνών [6]. Στο άρθρο αυτό, μέσα από μια συστηματική δουλειά αρχείου, η οποία τροφοδοτήθηκε από την κατάλληλη φιλοσοφική σκευή, ο συγγραφέας μας θυμίζει πως η μοντέρνα αρχιτεκτονική ξεκίνησε από την πίστη πως ο σχεδιασμός - δηλαδή το οπτικό εγχείρημα εξαντικειμενισμού και παραμετροποίησης του χωρικού εξοπλισμού των σύγχρονων πόλεων - μπορούσε να δώσει απάντηση στα πολυειδή οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδα του 20ου αιώνα. Μεταφέροντας μέσω του έργου του Κ. Δοξιάδη το στίγμα της αμφιθυμίας απέναντι στη μοντέρνα συνθήκη στην Ελλάδα και τον κόσμο του 20ου αιώνα, εμπρός στα μάτια του αναγνώστη, ξεδιπλώνεται έτσι η βαθύτερη πρόθεση του βιβλίου, που δεν είναι άλλη από μια «ελλειπτική συνοπτική ιστορία της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής».

Τα δύο τελευταία κείμενα του βιβλίου [«Αντί επιλόγου: Η ιστορία ως θεωρία» (σσ.237-246) και «Παράρτημα: Mια συζήτηση για την Ιστορία της θεωρίας της αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα» (σσ.247-272), ανάμεσα στον ίδιο, τον Παναγιώτη Τουρνικιώτη, τον Σάββα Κονταράτο και τον Δημήτρη Φιλιππίδη], εκπέμπουν σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος από τα προηγούμενα. Αποδέκτης τους μοιάζει να είναι ο πανεπιστημιακός κόσμος –το υποκείμενο του habitus της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης με τα λόγια του Pierre Bourdieu– για τον οποίο ο συγγραφέας εύχεται μια περισσότερο αναστοχαστική σπουδή, βασισμένη στο συμπληρωματικό ρόλο της ιστορίας και του σχεδιαστηρίου. Απ’ τη σκοπιά αυτή, η διδασκαλία της ιστορίας, όπως την εύχεται ο Τσιαμπάος, θυμίζει κάτι από το έργο των ιστοριογράφων του μοντερνισμού: αν οι τελευταίοι κατασκεύασαν τις ιστορίες τους ως περισσότερο ή λιγότερο εμφανή προγράμματα για τη θεωρία και την πρακτική του σχεδιασμού στο σύγχρονο περιβάλλον τους, το επιχείρημα των δύο αυτών κειμένων δομείται γύρω από την κατασκευή ενός προγράμματος για την διδασκαλία της αρχιτεκτονικής, όπου η τελευταία θα εδραιώνεται στη συνειδητή σύζευξη της σπουδής του σχεδιαστηρίου και της αρχιτεκτονικής ιστορίας και θεωρίας. Την εξέλιξη αυτού του εγχειρήματος αναμένουμε με ενδιαφέρον.

της Τίνας Καραλή

Παραπομπές
[1]. Για μια εις βάθος κατανόηση της παράδοσης των αναλυτικών φιλοσόφων στις ΗΠΑ βλ. την Εισαγωγή του Richard Rorty στο βιβλίο του Wilfrid Sellars, Ο εμπειρισμός και η φιλοσοφία του νου, Εστία, Αθήνα 2005.
[2]. Στρατηγικής σημασίας για την θεμελίωση των όρων με τους οποίους συνδέθηκε ο μοντερνισμός με την ελληνικότητα στην σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία στάθηκε η διατριβή του François Loyer, Architecture de la Grèce contemporaine 1834-1966 στη Faculté des Lettres et Sciences Humaines, Université de Paris, Παρίσι 1966. Η μελέτη αυτή - που ουδόλως συμπωματικά προήλθε από έναν Γάλλο ιστορικό αρχιτεκτονικής - καλλιέργησε το θεωρητικό υπέδαφος πάνω στο οποίο κινήθηκαν πολλές μείζονες μελέτες έκτοτε, όπως η Νεοελληνική Αρχιτεκτονική του Δημήτρη Φιλιππίδη (Μέλισσα, Αθήνα 1984).
[3]. Kostas Tsiambaos, From Doxiadis Theory to Pikionis Work: Reflections of antiquity in Modern Architecture, Routledge, Λονδίνο και Νέα Υόρκη 2018.
[4]. Η βιβλιογραφία πάνω στο θέμα της (εθνικής) παράδοσης ως κατασκευασμένης κληρονομιάς έχει γνωρίσει σημαντική άνθηση τα τελευταία χρόνια. Ορόσημο για την ιστορική μελέτη του εθνικισμού στάθηκε το βιβλίο του Benedict Anderson, Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού, Νεφέλη, Αθήνα 1997. Ειδικά για την περίπτωση του ελληνικού εθνικισμού βλ. μεταξύ άλλων το κλασικό πλέον βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα, Οι μεταμορφώσεις του εθνισμού και το ιδεολόγημα της ελληνικότητας στο μεσοπόλεμο, Οδυσσέας, Αθήνα 2006. [5]. Πρβ. Ivan Jablonka, Η ιστορία είναι μια σύγχρονη λογοτεχνία. Μανιφέστο για τις κοινωνικές επιστήμες, Πόλις, Αθήνα 2017. Στο βιβλίο αυτό ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η ιστορία – όπως και οι κοινωνικές επιστήμες εν γένει – χωρίς να παραιτούνται από τις μεθοδολογικές δεσμεύσεις της ιστορικής έρευνας, μπορούν να συμβαδίσουν με την λογοτεχνία, ευνοώντας μια βαθύτερη και πιο αναστοχαστική γνώση του παρελθόντος. Η ιστορική αντικειμενικότητα αποδεσμεύεται έτσι από την ακρίβεια της αναπαράστασης (καθρέφτης της φύσης) και επινοεί νέες μορφές λόγου, κείμενα, ενσωματώνοντας τον συλλογισμό και τη διαδικασία της έρευνας. Το επιχείρημα του Jablonka βρίσκει εφαρμογή στην παρουσίαση ενός λογοτεχνικού κειμένου/ επιστολής, που ανασύρθηκε από το αρχείο της Αγνής Πικιώνη και η οποία αναπαράγεται και σχολιάζεται από τον Τσιαμπάο στο κεφάλαιο «Ναυάγια του μοντέρνου. Ένα άγνωστο περιστατικό της ζωής του Δημήτρη Πικιώνη» (σσ.221-236 ). Περιγράφει ένα (πραγματικό;) δυστύχημα που έλαβε χώρα το 1928 κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του Δημήτρη Πικιώνη, όταν το παραδοσιακό σκαρί στο οποίο μετέβαινε, εμβολίστηκε από ένα τεχνολογικά σύγχρονο (μοντέρνο) πλοίο ανοιχτά του Ξυλόκαστρου. Η ευρηματική μυθιστορηματική πλοκή του ναυαγίου, στην ερμηνεία του συγγραφέα, ενσωματώνει τις συνδηλώσεις του τραύματος ως εργαλείου ερμηνείας του διπόλου παράδοσης-νεωτερικότητας στην αρχιτεκτονική.
[6]. Σχετικά με την παράδοση της φιλοσοφίας της γλώσσας και τη σύνδεσή της με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική βλ. Peter Galison, «Aufbau/ Bauhaus: Logical Positivism and Architectural Modernism», Critical Inquiry, τχ. 4/1990. Το φιλοσοφικό έργο του Neurath επικεντρώθηκε στην προσπάθεια συμφιλίωσης του εμπειρισμού (θεμελίωση της γνώσης στην άμεση εμπειρία) με την αυστηρή αντικειμενικότητα της επιστήμης (λογικός θετικισμός). Βλ. και το έργο του Otto Neurath, Empiricim and Sociology, Reidel, Dordrecht 1973. 

Τίνα Καραλή

Η Τίνα Καραλή είναι αρχιτέκτονας ΕΜΠ. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι (DEA Université Paris – Belleville /Paris VIII) και στην Αθήνα (ΔΠΜΣ Σχεδιασμός/Χώρος/Πολιτισμός, ΕΜΠ) και ολοκλήρωσε τη διατριβή της στο ΕΜΠ (2017). Έχει διδάξει ως Βοηθός Καθηγητή στον Τομέα των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων στο ΕΜΠ και ως λέκτορας 407/80 στον Τομέα των Αρχιτεκτονικών Συνθέσεων στο ΔΠΘ. Έχει δημοσιεύσει έρευνες και άρθρα ενώ παράλληλα εργάζεται ως αρχιτέκτων.

25 Απριλίου 2018

adff / workplace



Αυτό το Σάββατο 28/4 στις 18.30 θα προβληθεί στο Μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς η ταινία Workplace στο πλαίσιο του architecture & design film festival που γίνεται, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα.

WORKPLACE

Έτος: 2017
Διάρκεια: 77 λεπτά
Χώρα: Ιταλία
Σκηνοθεσία: Gary Hustwit

To «Workplace» είναι ένα ντοκιμαντέρ για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον του γραφείου. Εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπων ξοδεύουν δισεκατομμύρια ώρες σε γραφεία καθημερινά. Πώς μπορούμε να κάνουμε καλύτερους χώρους γραφείων για να δουλέψουν και να συνεργαστούν; Ποιο είναι το επόμενο κύμα ψηφιακών εργαλείων για τη σύνδεση του γραφείου, της πόλης και του πλανήτη; 
Πώς έχει εξελιχθεί το εργασιακό περιβάλλον τα τελευταία 100 χρόνια; Χρειαζόμαστε στ΄ αλήθεια ακόμη γραφεία; 
Ο δημιουργός Gary Hustwit (Helvetica, Objectified, Urbanized) ακολουθεί το σχεδιασμό και την κατασκευή της έδρας της R / GA στη Νέα Υόρκη, όπου η εταιρεία και οι Αρχιτέκτονες Foster+Partners, διερευνούν τη διασταύρωση του ψηφιακού και του φυσικού χώρου. Το «Workplace» είναι μια ματιά στη σκέψη και τον πειραματισμό που εμπλέκονται στην προσπάθεια να δημιουργηθεί η επόμενη εξέλιξη αυτού που θα μπορεί να θεωρηθεί ως γραφείο.

Μετά το τέλος της ταινίας θα συζητήσουμε με την Όλγα Βενετσιάνου για τους νέους χώρους εργασίας και τις προκλήσεις του μέλλοντος στον σχεδιασμό χώρων δουλειάς.





12 Απριλίου 2018

Some rhetorical aspects of the Delos Symposia / the video



The first workshop took place at the University of Birmingham on March 17, 2018. The videos of four out of eight presentations – of Dimitris Philippidis, Mantha Zarmakoupi, Kostas Tsiambaos and Petros Phokaides – can be viewed at our YouTube Channel. In order to watch them follow the links of each presentation in the program of the workshop below.

https://delosnetwork.com/workshop-1-delos-ideals/