6 Αυγούστου 2020

Εξωτισμός και Αθηναϊκός Μοντερνισμός

Το άρθρο πλήρες, με τις εικόνες του εδώ:


Το εξωτικό ως μοντέρνο

Το 1933, το 4ο διεθνές συνέδριο μοντέρνας αρχιτεκτονικής (C.I.A.M.) έγινε στην Αθήνα και έφερε δεκάδες γνωστούς αρχιτέκτονες από όλον τον κόσμο να συζητούν για τη νέα (μοντέρνα) πόλη της εποχής τους. Αυτό το συνέδριο αποτέλεσε και ένα σημείο τομής για τη μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική, αφού έδωσε μια μοναδική ευκαιρία ορισμού τής ταυτότητάς της σε σχέση με τη διεθνή πρωτοπορία. Το πώς θα μιλούσε κανείς για την αξία τού μοντέρνου στην Αθήνα του 1933 –όπου σχεδόν τίποτα δεν έμοιαζε μοντέρνο– αποτέλεσε την κύρια πρόκληση για Έλληνες και ξένους αρχιτέκτονες. Η προβολή τής πίστης των Ελλήνων αρχιτεκτόνων στη μοντέρνα αρχιτεκτονική έγινε μέσα από δύο κυρίως τρόπους. Ο πρώτος τρόπος ήταν άμεσος, και βασίστηκε στην επίσκεψη στα λίγα, αλλά σημαντικά, μοντέρνα κτήρια της Αθήνας (σχολεία, πολυκατοικίες, εργοστάσια, τεχνικά έργα), τα οποία μόλις τότε είχαν ολοκληρωθεί. Ο δεύτερος τρόπος ήταν έμμεσος, και αφορούσε τη σύνδεση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής με την παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική, η οποία τότε έμοιαζε για όλους εξωτική.

Σε μια από τις πιο γνωστές προγραμματικές ομιλίες του συνεδρίου, ο τότε Κοσμήτορας της Σχολής Αρχιτεκτόνων, Αναστάσιος Ορλάνδος, κάλεσε τους συνέδρους να μην αμφιβάλουν στιγμή για το πόσο μοντέρνοι ήταν οι Έλληνες αρχιτέκτονες.¹ Για την ακρίβεια, οι Έλληνες αρχιτέκτονες θα αποδεικνύονταν πιο μοντέρνοι από τους (άλλους) μοντέρνους, αφού ήταν φορείς μιας παράδοσης η οποία ήταν ήδη "μοντέρνα" πολύ πριν το μοντέρνο. Επιβεβαιώνοντας την, ήδη διάχυτη σε μια πνευματική ελίτ του εξωτερικού, άποψη ότι η παραδοσιακή ελληνική αρχιτεκτονική εικονολογία (κυρίως αυτή των νησιών των Κυκλάδων) είχε χαρακτηριστικά μοντερνισμού (οι απλές δομές, οι αφαιρετικές μορφές, η έλλειψη διακόσμησης, η έμφαση στη λειτουργία κ.α.), ο Ορλάνδος έθεσε εξαρχής το εξωτικό ως προνομιακό "συνομιλητή", αν όχι καταγωγικό θεμέλιο του μοντέρνου.² Με άλλα λόγια, ο Ορλάνδος, αξιοποιώντας τον ήδη καλλιεργημένο εξωτισμό γύρω από την ελληνική παράδοση, μετέτρεψε το μειονέκτημα σε πλεονέκτημα: το ελληνικό εξωτικό ήταν η προφανής απόδειξη ότι οι Έλληνες ήταν πάντοτε μοντέρνοι.

Αν αυτή η ανάδειξη του εξωτικού ως μοντέρνου μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα πειστικό αφήγημα για το κοινό μιας διεθνούς ελίτ αρχιτεκτόνων, καλλιτεχνών και πνευματικών ανθρώπων, δεν ήταν εξίσου κατανοητή από τον μέσο πολίτη της Αθήνας, ο οποίος ονειρευόταν να μείνει σε ένα μοντέρνο διαμέρισμα.³ Αλλά και για τους χιλιάδες εσωτερικούς μετανάστες, οι οποίοι εγκατέλειπαν τη ζωή της αγροτικής υπαίθρου, η διάκριση ανάμεσα στο εξωτικό και το μοντέρνο ήταν ξεκάθαρη. Όπως εξηγούσε ο Ηλίας Ηλιού στο γνωστό κείμενό του «Κουτιών εγκώμιο», το μοντέρνο "κουτί" της πολυκατοικίας αποτελούσε πλέον το νέο πρότυπο, όχι επειδή έμοιαζε με τα άλλα, παραδοσιακά "κουτιά" των νησιών, αλλά επειδή ήταν ένα "κουτί" το οποίο είχε ιδιότητες, ανέσεις και εξυπηρετήσεις, που εκείνα τα "κουτιά" δεν είχαν (στέρεη κατασκευή από μπετόν αρμέ, παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, κεντρική θέρμανση, εσωτερικό λουτρό, ανελκυστήρα κλπ.)⁴. Στη λογική του Ηλιού⁵, το μοντέρνο είχε αξία ακριβώς επειδή ήταν κάτι νέο και της εποχής του, επειδή ήταν το απολύτως άλλο του εξωτικού.⁶

Εξωτισμός, αυτοεξωτισμός και μοντέρνα αρχιτεκτονική

Παρά τη διαφορετική ερμηνεία ακαδημαϊκών και κοινωνίας για τη σχέση μοντέρνου και εξωτικού, η κοινή πεποίθηση ότι η μοντέρνα αρχιτεκτονική ταυτίζεται με την πρόοδο και την ευημερία και ανοίγει τον δρόμο προς ένα καλύτερο μέλλον, βοήθησε ώστε ο μοντερνισμός να κατακτήσει την Αθήνα και τις άλλες ελληνικές πόλεις. Αν και από τη δεκαετία του ’50 ο νόμος προέβλεπε την προστασία «οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενεστέρων του 1830» (Ν. 1469/1950), η συστηματική ανακήρυξη μοντέρνων κτηρίων ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80.⁷ Γνωστά έργα της δεκαετίας του ’30 άρχισαν τότε να προστατεύονται, σε μια μεταμοντέρνα εποχή που το αισθητικό πρότυπο ήταν το «νεοκλασικό» ως σύμβολο της χαμένης αίγλης της παλιάς Αθήνας, τη στιγμή που η μοντέρνα αρχιτεκτονική, που τόσο είχε αγαπηθεί, έμοιαζε τώρα αλλόκοτη, και η μοντέρνα Αθήνα, η οποία δομήθηκε συλλογικά για δεκαετίες, κατακρινόταν τώρα ως αβίωτη «τσιμεντούπολη». Ως αντίδραση σε αυτόν τον "εκφυλισμό" του μοντέρνου, μια νέα συζήτηση για τον ελληνικό μοντερνισμό άρχισε να διεξάγεται όλο και πιο συχνά σε ακαδημαϊκό επίπεδο, με ξεχασμένους αρχιτέκτονες να μελετώνται και παραγνωρισμένα έργα να επαναξιολογούνται. Το 1990 μάλιστα, η Ελλάδα ήταν από τις πρώτες χώρες που συμμετείχαν στον νεοσύστατο διεθνή οργανισμό για την προστασία και τεκμηρίωση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής (do.co.mo.mo.), δηλώνοντας τη δυναμική παρουσία του ελληνικού μοντέρνου. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χαρακτηρισμός από τον Kenneth Frampton της Αθήνας ως «η κατ’ εξοχήν μοντέρνα πόλη», ήταν απρόσμενος, αλλά καλοδεχούμενος.⁸

Έτσι, στο τέλος της δεκαετίας του 1990, ο ελληνικός μοντερνισμός είχε κερδίσει μια σημαντική θέση στην επίσημη αρχιτεκτονική ιστορία της πόλης, με έργα του Κωνσταντινίδη, του Βαλσαμάκη ή του Ζενέτου να στέκουν ισάξια δίπλα σε έργα του Hansen, του Ziller ή του Καυταντζόγλου. Εκείνη την εποχή, η μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική προβαλλόταν στο εξωτερικό ως το αισιόδοξο, εξωστρεφές και δυναμικό εκείνο έργο που παράχθηκε σε περιόδους ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού, όπως ήταν οι δεκαετίες του ’30 και του ’60. Μεγάλες εκθέσεις για την ελληνική αρχιτεκτονική, όπως η Ελληνική αρχιτεκτονική στον 20ό αιώνα⁹ ή τα Τοπία εκμοντερνισμού¹⁰, ταξίδεψαν σε ευρωπαϊκές πόλεις κάνοντας γνωστή μία υψηλής ποιότητας αρχιτεκτονική παραγωγή, αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης στρατηγικής από Κράτος και ιδιώτες. Μια αρχιτεκτονική της ελίτ, η οποία έδινε το σωστό παράδειγμα, λαμπερή και αισιόδοξη για το μέλλον τής μοντέρνας κοινωνίας.

Μια άλλη, διαφορετική ματιά θα εμφανιστεί όμως λίγα χρόνια αργότερα. Το 2002, η συμμετοχή της Ελλάδας στην Biennale της Βενετίας έχει τίτλο Athens 2002: absolute realism.¹¹ Ο αθηναϊκός μοντερνισμός είναι και πάλι στο επίκεντρο, αλλά όχι πια μέσα από το "επίσημο" μοντέρνο. Εδώ δεν παρουσιάζεται η Αθήνα «την οποία φωτογραφίζουν εκατομμύρια τουρίστες απ' όλο τον κόσμο», αλλά το ανώνυμο, το πρόχειρο, το περιθωριακό, το ά-σχημο, μια πόλη «απελευθερωμένη από την πρωταρχική συνθήκη που είχε συνάψει με την εξουσία.»¹² Ήταν μια τολμηρή –και όπως θα φανεί προφητική– πρόταση, η οποία δέχθηκε έντονη κριτική και αντιμετώπισε πολλές αντιδράσεις από ειδικούς και ευρύ κοινό: μα, έτσι είναι η πόλη μας; Γιατί πρέπει να τα δείχνουμε όλα αυτά; Τι αξία έχουν;¹³ Δύο χρόνια πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, η μοντέρνα Αθήνα δεν μπορούσε να είναι αυτή, αλλά κάτι άλλο, πολύ καλύτερο.¹⁴

Φαίνεται όμως ότι οι επιμελητές της έκθεσης του 2002 δεν ήταν οι μόνοι που ενδιαφέρονταν για αυτόν τον παράδοξο "ρεαλισμό" που απέκλινε από το δυτικό υπόδειγμα. Πανευρωπαϊκά η έρευνα άρχισε να αντιμετωπίζει διαφορετικά το "ανώνυμο" μοντέρνο της Αθήνας. Διδακτορικές διατριβές και ερευνητικά προγράμματα σε σημαντικά Ιδρύματα της Ευρώπης και της Αμερικής (Richard Woditsch¹⁵, Όλγα Μοάτσου¹⁶, Πλάτων Ησαΐας¹⁷, Ιωάννα Θεοχαροπούλου¹⁸ κ.α.), συζητούσαν πλέον την κοινή, τυπική, αθηναϊκή πολυκατοικία με όρους ενός εναλλακτικού, "οριακού" μοντέρνου, το οποίο απέκλινε από την εμπειρία του αναπτυγμένου κόσμου. Η συνθήκη, με άλλα λόγια, την οποία συγκρότησε σταδιακά ο κατακερματισμός της γης, η διασπορά της ιδιοκτησίας και η γνωστή «πολυσθένεια»¹⁹ της ελληνικής οικογένειας, μαζί με το οικονομικό-αναπτυξιακό μοντέλο της αντιπαροχής και την ελαστική θεσμική διευθέτηση (νομιμότητας και αυθαιρεσίας) από το ελληνικό κράτος, φάνηκε ότι παρήγαγε και έναν συγκεκριμένο τύπο κτηρίου –αν όχι πόλης– τον οποίο άξιζε να μελετήσουμε περισσότερο.

Αλλά και στην Ελλάδα οι αρχιτέκτονες έσπευσαν να αναθεωρήσουν. Το 2008, η υποτιμημένη πολυκατοικία "νομιμοποιήθηκε" στο πλαίσιο της έκθεσης Un-built, ως ένα icon το οποίο μπορούσε να γίνει ξανά δημιουργικό και εξωστρεφές σύμβολο μιας νέας προστιθέμενης αξίας.²⁰ Η μπανάλ κατασκευή με τις διαδοχικές υποχωρήσεις-ρετιρέ έγινε αφίσα του ΕΟΤ, carte-postale, γραμματόσημο. Λίγα χρόνια αργότερα, η ελληνική συμμετοχή στην Biennale αρχιτεκτονικής της Βενετίας, με τίτλο Made in Athens, θα προχωρούσε ένα βήμα παραπάνω συνδέοντας την αθηναϊκή πολυκατοικία με την Αθήνα της κρίσης.²¹ Η μαζική πολυκατοικία ως αρχιτεκτονική ταυτότητα του ελληνικού εξαιρετισμού χαρακτήριζε πλέον την πόλη, με τον ίδιο τρόπο που την χαρακτήριζαν οι μαζικές διαδηλώσεις, οι μετανάστες, η ακροδεξιά, τα γκραφίτι, οι "μπαχαλάκηδες", οι καταστροφές. Μέσα από μια νέα κοινωνική ανανοηματοδότηση, το μοντέρνο έπαψε να συμβολίζει το θετικό βλέμμα προς το μέλλον, και έγινε κι αυτό κομμάτι της κρίσης δηλώνοντας την υπόσχεση που διαψεύστηκε, την προοπτική που κατέρρευσε, το κοινωνικό συμβόλαιο που ακυρώθηκε.

Κατά την τελευταία δεκαετία, εκατοντάδες προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές αρχιτεκτονικής από διάσημες Σχολές του εξωτερικού επισκέπτονται την Αθήνα για να καταλάβουν αυτό το "άλλο" παράδειγμα μοντέρνας πόλης, το οποίο δεν μοιάζει με όσα γνωρίζουν. Παρά τις έντονες και φιλότιμες προσπάθειες της μοντέρνας ελληνικής αρχιτεκτονικής να σταθεί με ίσους όρους δίπλα στα πρότυπα του ευρωπαϊκού "κέντρου", ξαφνικά το ελληνικό μοντέρνο έγινε εξωτικό, με την έννοια του πρωτόγονου, του αυτόχθονου, του πρόχειρου, του καταρχάς ακατανόητου, αυτού που έχει αναπτυχθεί συλλογικά και "από τα κάτω", φυσικά ή οργανικά όπως οι παραδοσιακοί οικισμοί των Κυκλάδων.²² Εδώ, το ειλικρινές ενδιαφέρον και η συγκαταβατική αναγνώριση μπλέκονται πολλαπλά με ένα νέο-αποικιοκρατικό τουριστικό βλέμμα, που μαθαίνει απολαμβάνοντας την εμπειρία μιας εξιδανικευμένης εθνικής ιδιαιτερότητας που φλερτάρει με την εξωτική από-ανάπτυξη.

Σήμερα, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η αθηναϊκή μοντέρνα αρχιτεκτονική είναι διφυής και αμφίθυμος. Το γνωστό group του Facebook «Αθηναϊκός Μοντερνισμός» –το οποίο απαριθμεί πάνω από 20.000 μέλη– δημιουργήθηκε με στόχο να αναδείξει τη σημαντική μοντέρνα αθηναϊκή παράδοση και να ευαισθητοποιήσει για την αξία της.²³ Μια ματιά στα καθημερινά post αρκεί, όμως, για να διαπιστώσει κανείς ότι η συζήτηση δεν αφορά κατά κανόνα διάσημους αρχιτέκτονες και εμβληματικές κατασκευές. Ακόμα κι αν δεν λείπει ο θαυμασμός για το «αριστούργημα» και το «εξαιρετικό», αυτό που κυριαρχεί είναι το μικρό, το άγνωστο, το δευτερεύον. Κάθε ορθογωνισμένη προεξοχή, κάθε κυκλικός φεγγίτης, κάθε μπετονένια πέργκολα, κάθε σφυρήλατη σιδεριά, κάθε στρογγυλή κολόνα, κάθε κατακόρυφο άνοιγμα αναδεικνύεται ως ιδιαίτερο και σημαντικό, άξιο σχολιασμού και καταγραφής, σχεδόν με όρους φετιχισμού. Οτιδήποτε μπορεί να θυμίζει το μοντέρνο, αυτό που «μοιάζει σαν», εκείνο που μιμείται, όλα αυτά τα οποία ήταν απαξιωμένα ως "κακά" παραδείγματα μπαίνουν στο μικροσκόπιο σαν αρχαιολογικά τεκμήρια τα οποία αξίζουν την προσοχή μας. Ο αθηναϊκός μοντερνισμός ταυτίζεται πανηγυρικά με τη μεγάλη μάζα, και τα χιλιάδες αδιάφορα κομματάκια μιας αρχιτεκτονικής την οποία όλοι καταδίκαζαν ως μέτρια, φτηνή, εμπορική κλπ., έρχονται να βρουν τη θέση τους σε ένα εναλλακτικό ψηφιακό αρχείο, το οποίο δεν έχει ανάγκη από ιεραρχίες και αξιολογήσεις.²⁴ Σε μια εορταστική εκδήλωση αυτοεξωτισμού, το ανώνυμο πλήθος των μοντέρνων κτηρίων της Αθήνας σχετικοποιεί τις αξίες, αποδέχεται τη μετριότητα, και χαμογελώντας με χαλασμένα δόντια σπρώχνει για μια θέση μπροστά στην κάμερα.²⁵

Το μοντέρνο ως εξωτικό

Τα όσα επιχείρησα να περιγράψω παραπάνω ορίζουν μια αργή και σταδιακή διαδικασία μεταστροφής. Επιγραμματικά: τις δεκαετίες του 1930 και του 1960 η μοντέρνα αρχιτεκτονική εξέφραζε σαφώς τα οράματα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού μέσα από την επιστήμη και την τεχνολογία και με μοχλό μια πολιτική, τεχνοκρατική και κοινωνική ελίτ. Παρά την επικρατούσα ανάδειξη της εξωτικής παράδοσης σε "πρόγονο" του μοντέρνου (με όρους αισθητικής), η διάκριση ανάμεσα στο μοντέρνο και το εξωτικό ήταν σαφής. Κατά τη μεταπολίτευση άρχισε και θεσμικά να αναδεικνύεται η μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική²⁶, ενώ στη δεκαετία του 1990 το μοντέρνο προβλήθηκε εκ νέου ως αποδεικτικό στοιχείο αριστείας μιας ελληνικής κοινωνίας η οποία επιθυμούσε να ξεπεράσει τον εαυτό της. Στις αρχές του 21ου αιώνα αναδύθηκε όμως μια αντίρροπη τάση που μετέστρεψε τη σχέση εξωτικού-μοντέρνου, με κεντρικό παράδειγμα την Αθήνα. Ως αντίδραση στα υπερτιμημένα Ολυμπιακά έργα, αλλά και ως μια κριτική στην Ελλάδα της "πλαστής" ευμάρειας, μια άλλη μοντέρνα αθηναϊκή αρχιτεκτονική, λιγότερο ποιοτική και αξιόλογη, αλλά πιο άμεση, καθημερινή και "πραγματική", διεκδίκησε την παρουσία της. Αλλά και μετά το 2004 (κατά την φάση της μεταολυμπιακής "κατάθλιψης"), η τυπική πολυκατοικία αντιμετωπίστηκε ως σημαίνον, ταυτότητα και κύτταρο μιας πόλης η οποία μπορεί και να μας άρεσε έτσι όπως ήταν. Τελικά, μέσα στα χρόνια της κρίσης η συνειδητοποίηση της αποτυχίας οδήγησε στην υιοθέτηση αυτής της αποτυχίας ως πολιτισμική διάκριση και εθνική "αξιοπρέπεια" από ντόπιους και ξένους μαζί. Αυτή τη φορά το νέο αφήγημα υιοθετήθηκε από την κοινωνία και ο αθηναϊκός μοντερνισμός εμφανίστηκε με τα σημάδια μιας υπερήφανης ήττας: τις τρύπες από τις σφαίρες των Δεκεμβριανών πάνω στις μεσοπολεμικές πολυκατοικίες, τα γκραφίτι στις αφαιρετικές όψεις της νέας αστικότητας, τα αγριόχορτα και τις σκουριές στους σκελετούς των κενών εργοστασίων. Μπορεί να αποτύχαμε να γίνουμε οι μοντέρνοι που κάποτε θέλαμε, αλλά μας αρκεί που είμαστε οι υπερήφανοι 'άλλοι". Όλα είναι πάλι όμορφα γιατί είναι εξωτικά.

Οι ξένοι επισκέπτες του 4ου C.I.A.M. του ’33 δεν έμειναν να συζητούν μέσα στο κτήριο του Πολυτεχνείου, αλλά θέλησαν να γνωρίσουν και την εξωτική Ελλάδα, να μπουν σε καράβια και να πάνε στις Κυκλάδες.²⁷ Τα όσα είδαν, όμως, δεν τα κατάλαβαν και τόσο καλά. Δεν προσπάθησαν να τα καταλάβουν άλλωστε. Δεν ήθελαν να δουν τη φτώχεια, την ανέχεια, τη βία, τη σκληρότητα ή την εγκατάλειψη²⁸, αλλά «την τελείαν απλότητα», «την λογικήν της διατάξεως» και «την αγνότητα των γραμμών» που περιέγραφε και ο Ορλάνδος.²⁹ Σήμερα, ένα ανάλογο ταξίδι γίνεται προς την Αθήνα.³⁰ Ίσως, πάλι οι ταξιδιώτες να μην ενδιαφέρονται για το τι πραγματικά συμβαίνει σε αυτήν την πόλη. Ίσως όμως τώρα να μην ενδιαφερόμαστε ούτε εμείς. Μοιάζουμε να έχουμε δεχθεί τον ρόλο του διαφορετικού, περίεργου και εξωτικού όπως τον έχουν δεχθεί και οι πολυκατοικίες της Αθήνας, οι οποίες κάποτε ήθελαν να είναι μοντέρνες. Τώρα, αυτά τα γερασμένα κτήρια, βαμμένα με πρόχειρα tags και πολύχρωμα γκραφίτι, μαυρισμένα από δακρυγόνα και μολότοφ, "διακοσμημένα" με άστεγους και σκουπίδια, περιμένουν καρτερικά τους τουρίστες να έρθουν να τα δουν. Ίσως, τελικά, και αυτά που πάντα καμάρωναν γιατί ήτανε μοντέρνα, να ήθελαν, από την αρχή, να είναι εξωτικά.³¹

*Το κείμενο, με μικρές αλλαγές, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο συνέδριο «Έλληνες και άλλα παράξενα πουλιά – Πολιτικές και πολιτισμικές διαστάσεις του ελληνικού εξωτισμού», που διεξήχθη στις 4-5/7/2018 στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση και δημοσιεύτηκε στα τουρκικά με τον τίτλο "egzotizm ve modern yunan mimarisi" στο περιοδικό Betonart (61/2019, σσ. 12-19.)


Παραπομπές

¹ Τεχνικά Χρονικά, έτ. Β', τ. IV, τεύχ. 44, 45, 46, 15/10 – 15/11/1933, σ. 1002.

² Ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1920, o Rudofsky αναγνώρισε το "πρωτόγονο" μοντέρνο στις Κυκλάδες. Βλ. Rudofsky, Bernard. Eine primitive Betonbauweise auf den südlichen Kykladen, nebst dem Versuch einer Datierung derselben (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή). Βιέννη: Technischen Hochschule, 1931. Την εποχή εκείνη, τα νησιά του Αιγαίου ήταν εξίσου εξωτικά για μια αθηναϊκή ελίτ, η οποία δεν φαντάζονταν ότι θα έκανε ποτέ διακοπές στους φτωχούς και άγονους αυτούς τόπους εξορίας πολιτικών και άλλων κρατουμένων.

³ Τσιαμπάος, Κώστας. «Για ένα μοντέρνο σπίτι» στο Β. Κιντή, Π. Τουρνικιώτης, Κ. Τσιαμπάος (επ.). Το μοντέρνο στη σκέψη και τις τέχνες του 20ού αιώνα. Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 2013, σσ. 165-177.

⁴ Ηλιού, Ηλίας. «Κουτιών εγκώμιο». Νεοελληνικά Γράμματα, περίοδος Β΄, αρ. 33, 17/7/1937, σ. 3 και 11, αρ. 34, 24/7/1937, σ.3 και 5, αρ. 35, 31/7/1937, σ. 3 και 7, αρ. 36, 7/8/1937, σ. 3 και 10. Αναδημοσιεύτηκε στο Ηλιού, Ηλίας Φ. Κριτικά κείμενα για την τέχνη, 1925-1937. Αθήνα: Θεμέλιο, 2005, σσ. 83-123.

⁵ Ο Ηλιού υπογράφει ως «επαρχιώτης», αφού το κείμενο δημοσιεύεται στη στήλη «Τα γράμματα του επαρχιώτη». Επαρχιώτης εδώ σημαίνει πιθανότατα νησιώτης, γιατί στο κείμενο αναφέρει ότι μόλις ξεμπάρκαρε από τον Πειραιά (στο ίδιο, σ. 103). Ένας νησιώτης που αφήνει το φαινομενικά μοντέρνο σπίτι στο χωριό για την πραγματικά μοντέρνα πολυκατοικία στην Αθήνα.

⁶ Ο Ηλιού, που αναφέρεται στη «βαρειά σκλαβιά του αρχιτέκτονα της πέτρας» (Ηλιού, όπ.π., σ. 96), γράφει: «Αλήθεια, τι λόξα κι αυτή! Ό,τι ζήσαμε σε παλιότερα χρόνια, ό,τι έζησαν οι πρόγονοί μας, τα περασμένα και τα μακρυνά, ασκούν μια μαγνητική δύναμη απάνω μας» (στο ίδιο, σ. 99).

⁷ Γκανασούλης, Γεώργιος. «Η προστασία της μοντέρνας αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα» στο Αθανασίου, Αιμ., Δήμα, Λ., Καραλή, Τ. (επ.). Η επιστροφή του μοντέρνου. 25 χρόνια ελληνικό docomomo. Αθήνα: Futura, 2018, σσ. 33-43.

⁸ Από τον πρόλογο του Κenneth Frampton στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Μοντέρνα αρχιτεκτονική, ιστορία και κριτική (Αθήνα: Θεμέλιο, 1987, σ. 14). Θα μπορούσε κανείς να αναδείξει και αυτό που ονομάστηκε από τον Frampton «κριτικός τοπικισμός» στην αρχιτεκτονική, ως ένα discourse το οποίο "εξωτικοποίησε", άθελά του ίσως, την ελληνική μοντέρνα αρχιτεκτονική.

⁹ Contaratos, S. και Wang, W. (επ.). Greece: 20th century architecture. Μόναχο-Λονδίνο-Νέα Υόρκη: ΕΙΑ-DAM-Prestel Verlag, 1999.

¹⁰ Aesopos, Y. and Simeoforidis, Y. (επ.). Landscapes of Modernisation. Αθήνα: Metapolis Press, 1999.

¹¹ Επιμελητές: Τάκης Κουμπής, Θανάσης Μουτσόπουλος, Richard Scoffier.

¹² Όπως ανέφεραν οι επιμελητές στο οπισθόφυλλο του καταλόγου της έκθεσης: «Αντί να παρουσιάσουμε μεμονωμένα έργα, δείχνουμε μια πόλη: την Αθήνα. Όχι την αρχαία Αθήνα, την οποία φωτογραφίζουν εκατομμύρια τουρίστες απ' όλο τον κόσμο, αλλά τη σύγχρονη Αθήνα, που εξαπλώνεται από το Φάληρο έως την Κηφισιά, από το Κερατσίνι έως τη Βουλιαγμένη· αυτή την αστικοποίηση που κανείς δεν θέλει να τη βλέπει, ούτε να τη γνωρίζει. Σε αυτή την αποσπασματική πόλη ενός αέναου εργοταξίου, αποτυπώνεται η αναζήτηση μιας ευμετάβλητης αρχιτεκτονικής, όπου κυριαρχεί η ιδέα επί της μορφής· ο μηχανισμός και η στρατηγική επί του ίχνους και της κάτοψης· το στιγμιαίο και το εφήμερο επί του συμβόλου και της κληρονομιάς. Εντέλει, μια αυθόρμητη αρχιτεκτονική, απελευθερωμένη από την πρωταρχική συνθήκη που είχε συνάψει με την εξουσία, και ικανή να προοιωνίζεται τις σύνθετες και αντιφατικές δομές της δημοκρατίας του μέλλοντος.»


¹³ Όπως έγραφε ο Νίκος Γ. Μοσχονάς στην εφημερίδα το Βήμα: «Ανεξάρτητα από τις προθέσεις των δημιουργών και των υποστηρικτών της έκθεσης (υπουργείο Πολιτισμού, ΣΑΔΑΣ - Πανελλήνια Ένωση Αρχιτεκτόνων) και τις εκτιμήσεις ειδικών, το διεθνές κοινό στο οποίο κατά κύριο λόγο απευθύνεται η Μπιενάλε της Βενετίας σχολίασε την ελληνική συμμετοχή ειρωνικά και υποτιμητικά. Αντίθετα, θετικά ήταν τα σχόλια του κοινού για δύο άλλα ελληνικά εκθέματα, τα προπλάσματα του νέου Μουσείου της Ακρόπολης και ιδιαίτερα του Μουσείου του Ελληνισμού, δημιουργήματος ομάδας Ελλήνων αρχιτεκτόνων, το οποίο προτείνει το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και εντυπωσίασε τους επισκέπτες της έκθεσης.» Νίκος Γ. Μοσχονάς «Τα «συν και τα πλην» της 8ης Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής, Η αισθητική του αυθαιρέτου». Το Βήμα, 10 Νοεμβρίου 2002.

¹⁴ Στο ίδιο φύλλο του Βήματος ο Ανδρέας Γιακουμακάτος έγραφε: «Αντίθετα στο ελληνικό περίπτερο, το υπουργείο Πολιτισμού και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων της Αθήνας υποστήριξαν μια πρόταση εσωστρεφή, αδιέξοδη και αυτοκαταστροφική. Στο κατά τα άλλα καλοσχεδιασμένο περίπτερο τοποθετήθηκαν 12 προβολές διαφανειών της Αθήνας «όπως είναι σήμερα», με την ανάλογη ηχητική επένδυση μιας καταθλιπτικής πραγματικότητας της πόλης που σε δύο χρόνια φιλοξενεί τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο σχεδιασμός, η αρχιτεκτονική, ήταν παντού, όχι όμως εδώ. Εδώ ήταν μόνο η «ανώνυμη αρχιτεκτονική», ένας πρωτοφανής λαϊκιστικός νεολογισμός που υπονοεί την κάθε τυχούσα ασχήμια η οποία ρυθμίζει ουσιαστικά τη σημερινή εικόνα και τις λειτουργίες του αστικού μορφώματος. Γιατί η ελληνική αρχιτεκτονική –παγκόσμια πρωτοτυπία– απελευθερώνεται σιγά σιγά «από την πρωταρχική συνθήκη που είχε συνάψει με την εξουσία»! Ποιων την αυτογνωσία (των δικών μας ή των ξένων) εξυπηρέτησε αυτή η εκθεσιακή επιλογή αποτελεί ακόμη ζητούμενο. Το χειρότερο είναι ότι από καιρό επιχειρείται η θεωρητικοποίηση του απαράδεκτου, ενδεικτική απλώς του διαχειριστικού αδιέξοδου της πόλης την οποία δεν κυβερνούν ασφαλώς οι αρχιτέκτονες, οι οποίοι ωστόσο κλήθηκαν να ασκήσουν «αυτοκριτική»! Έτσι λοιπόν, οι κάθε λογής αυθαίρετοι και οι άγιοι εργολάβοι μπορούν με τις επίσημες πλέον ευλογίες και με «απόλυτο ρεαλισμό» να συνεχίσουν απρόσκοπτα το έργο τους.»

¹⁵ Woditsch, Richard. Woditsch, Richard (ed.). The Public-Private House, Modern Athens and its Polykatoikia. Zurich: Park Books, 2018.

¹⁶ Moatsοu, Olga. Polykatoikia, 1960-2000 Entrepreneurial housing, from Athens to Rethymno (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην École polytechnique fédérale de Lausanne, 2014).

¹⁷ Issaias, Platon. Beyond the Informal City: Athens and the Possibility of an Urban Common (αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή στην αρχιτεκτονική Σχολή του ΤU Delft, 2014).

¹⁸ Theocharopoulou, Ioanna. Builders, Housewives and the Construction of Modern Athens. London: Artifice Books on Architecture, 2018.

¹⁹ Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος. Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα. Αθήνα: Θεμέλιο, 1987.

²⁰ Η έκθεση έλαβε χώρα στο Βυζαντινό & Χριστιανικό Μουσείο και συνδιοργανώθηκε από το Μουσείο και τον οργανισμό Sarcha / Αρχιτεκτονικοί Αγωγοί. Ομάδα μελέτης της πρότασης «Η νομιμοποίηση του υποτιμημένου» ήταν οι αρχιτέκτονες: Γιάννης Καραχάλιος, Μυρτώ Κιούρτη, Κωνσταντίνος Πανταζής, Μαριάννα Ρέντζου και Κώστας Τσιαμπάος. https://kostastsiambaos.blogspot.com/2008/07/unbuilt.html [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²¹ Όπως έγραφαν οι δύο επιμελητές της ελληνικής συμμετοχής: «Η Αθήνα του 2012 δεν θυμίζει σε τίποτα το καλοκαίρι τού 2004. Η οικονομική κρίση κτύπησε σκληρά την πόλη και ιδιαίτερα το κέντρο της. Τα φαινόμενα διάρρηξης του κοινωνικού ιστού γίνονται ολοένα και πιο έντονα και οδηγούν στην αποσύνθεση του αστικού χώρου […] Για πολλά χρόνια η πολυκατοικία αντιμετωπίζεται ως ένα αποτυχημένο μοντέλο αστικής ανάπτυξης, ως μια ατυχής ελληνική επινόηση η οποία μετατόπισε την ευθύνη της ανοικοδόμησης στα χέρια των ιδιωτών μικρο-επενδυτών της μετα-πολεμικής περιόδου. Τα τελευταία χρόνια η στάση απέναντι στην πολυκατοικία έχει μεταστραφεί. Οι νεότεροι Αθηναίοι δέχονται την πολυκατοικία ως βασικό στοιχείο ταυτότητας της πόλης τους.» Στο Δραγώνας, Π. και Σκιαδά, Α. “Made in Athens” στον ομώνυμο κατάλογο της έκθεσης του 2012, σσ. 10-11.

²² Στο πρόσφατο άρθρο για την Αθήνα με τίτλο “Behind the Accidentally Resilient Design of Athens Apartments” στη στήλη CityLab του Bloomberg ο δημοσιογράφος Feargus O'Sullivan αναφέρεται στο πώς οι πολυκατοικίες “help create a city that feels simultaneously lively and at ease, both modern and many thousands of years old”. Βλ.: https://www.bloomberg.com/news/features/2020-07-15/the-design-history-of-athens-iconic-apartments [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²³ Όπως αναφέρει η ομάδα: «Εξέχουσα θέση κατέχουν, μεταξύ των άλλων, μια σειρά μοντέρνων σχολείων της δεκαετίας του 30, οι πολυκατοικίες του μεσοπολέμου και τα Ξενία του 60. Ο Κωνσταντινίδης, ο Ζενέτος και ο Πικιώνης θεωρούνται σήμερα τα ιερά τέρατα εκείνης της εποχής, οι αρχιτέκτονες που χαρακτήρισαν με το έργο τους την ελληνική modernite. Κτίρια αυτής της εποχής διασώζονται ακόμη και σήμερα, εγκαταλελειμμένα και κακοποιημένα όμως, στους δρόμους της Αθήνας, μαρτυρώντας τα κοσμοπολίτικα οράματα της εποχής τους.»

²⁴ Tο θέμα της εγκατάλειψης των κτηρίων του κέντρου της Αθήνας και η δράση του οργανισμού Monumenta, ο οποίος έχει αναλάβει ένα μεγάλο έργο καταγραφής όλων των κτισμάτων του κέντρου εποχής 1830-1940 (το έργο υλοποιείται με αποκλειστική δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος / υπεύθυνοι προγράμματος: Γ. Γκουμοπούλου, Ε. Γρατσία, Στ. Λεκάκης, Γ. Νίνος, Φ. Μπέλλιου, και Ζ. Πιττακίδης), αναδείχθηκε από την εφημερίδα Guardian στο άρθρο “Forget the Parthenon: how austerity is laying waste to Athens’ modern heritage” (The Guardian, 12 Σεπτέμβρη 2017): https://www.theguardian.com/cities/2017/sep/12/athens-modern-heritage-austerity-neoclassical-architecture-acropolis-greece [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²⁵ Σε αντίστιξη ως προς αυτή τη συνεχή ανακύκλωση των ερειπίων του "λαϊκού" αθηναϊκού μοντέρνου από τη μαζική κουλτούρα, έρχεται μια φρέσκια ματιά πάνω στις πολλαπλές ταυτότητες και μεταλλαγές ενός άλλου ερημωμένου αστικού τοπίου στα όρια της πόλης, όπως στο Σινιόσογλου, Νικήτας. Λεωφόρος ΝΑΤΟ: Δοκιμή περιπλάνησης. Αθήνα: Κίχλη, 2019.

²⁶ Έχει ενδιαφέρον βέβαια ότι τότε άρχισε να αναδεικνύεται και η ανώνυμη μοντέρνα αρχιτεκτονική (π.χ. τα αυθαίρετα του Περάματος, η διάχυση του σκελετού μπετόν αρμέ στην Ελλάδα κ.α.) μέσα από άρθρα και βιβλία. Η βιβλιογραφία είναι μεγάλη και δεν είναι σκοπός του άρθρου να αναπτυχθεί εδώ. Ενδεικτικά αναφέρω το Υλικό για μιαν άλλη «εκ των ενόντων» αρχιτεκτονική (Θεσσαλονίκη: Ατλαντίδα, 1985) του Καθηγητή στο ΑΠΘ Γιάννη Χατζηγώγα.

²⁷ Για αυτό το ταξίδι βλ. Blencowe, C. and Levine, J. Moholy's Edit. The Avant-Garde at Sea, August 1933. Zürich: Lars Müller Publishers, 2018. Το σύντομο βίντεο του László Moholy-Nagy του 1933 είναι διαθέσιμο και εδώ: https://vimeo.com/283726259 [τελευταία επίσκεψη 17/7/2020].

²⁸ «Σου μιλάνε για την υγεία, την ομορφιά και την αμόλευτη ηθική του αγρότη, κι ας τον δέρνει η φθίση κ’ η ελονοσία, ας έχει ροζιάσει τα χέρια του και καταστρέψει το δέρμα του ο βαρύς μόχτος κάτου από ήλιο, από βροχή, από ανέμους, ας τον σπρώχνει η αμορφωσιά, συνδυασμένη με τη στέρηση, σε πλήθος παραβάσεις του ποινικού νόμου που γι’ αυτές πολύ εύγλωττα μιλούν οι στατιστικές.» Ηλιού, όπ.π., σ. 100.

²⁹ Ορλάνδος, όπ.π., σ. 1002.

³⁰ Κυρίως στο κέντρο της Αθήνας, το οποίο επιμένει να "αντιστέκεται" σε οποιαδήποτε σοβαρή στρατηγική και μακρόπνοη προσπάθεια ανασυγκρότησης, αλλά εξελίσσεται χαλαρά στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς του τουρισμού (Airbnb, καφέ-εστιατόρια κλπ.) ή μέσα από κεντρικές, αλλά αποσπασματικές και πρόχειρα σχεδιασμένες "λύσεις" (βλ. νέα πλατεία Ομόνοιας και "Μεγάλος Περίπατος"), τη στιγμή που στα νοτιοδυτικά προάστια αναπτύσσεται μια νέα αστικότητα (Πειραιάς, Νιάρχος, Ελληνικό, κ.α.).

³¹ Γενικότερα για το θέμα του εξωτισμού και τη σύγχρονη Ελλάδα βλ. Panagiotopoulos, Panayis, Sotiropoulos, Dimitris (eds.). Political and Cultural Aspects of Greek Exoticism. London: Palgrave Macmillan, 2020.

14 Ιουλίου 2020

’60 + 60 | ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ ΙΙ Η πρώτη εποχή διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής από απόσταση



Η Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ σας προσκαλεί την Τετάρτη 15 Ιουλίου και ώρα 16:00, στην τηλε-ημερίδα με θέμα:

’60 + 60 | ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ ΙΙ
Η πρώτη εποχή διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής από απόσταση

- παρακολουθήστε ζωντανά στο κανάλι της Σχολής στο Youtube (προτιμότερη σύνδεση για ακροατές)
- ή από αυτόν τον σύνδεσμο (για ενεργή συμμετοχή στην ημερίδα - σύνδεση για ομιλητές)
- κατεβάστε το πρόγραμμα της τηλε-ημερίδας από εδώ

Εισαγωγή

Η επέκταση και γενίκευση των εφαρμογών της Κυβερνητικής στη λειτουργία των «Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως» θα ελευθερώσει ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων από απασχολήσεις ρουτίνας […] και θα καταργήσει την ανάγκη μετακινήσεως των εργαζομένων στον τόπο της διεκπεραιώσεως. […] Η λειτουργία των «Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως» θα πραγματοποιείται με την «τηλε-εργασία» από οποιαδήποτε θέση του αστικού, του εθνικού ή του παγκόσμιου χώρου, και θα επιτρέπει την «τηλε-εξυπηρέτηση». […] Η μετακίνηση με μηχανικά μέσα σε μεγαλύτερες αποστάσεις θα αφορά εξαιρετικές περιπτώσεις επαφών. Η συχνότης όμως των μετακινήσεων αυτών θα μειώνεται με την τελειοποίηση των μέσων «τηλε-επαφών».

Τάκης Ζενέτος

Στο φαντασιακό της ‘Ηλεκτρονικής Πολεοδομίας’, πάνω στην οποία δούλευε ο Τάκης Ζενέτος, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η μαζική τηλε-εργασία, τηλε-επαφή και τηλε-εξυπηρέτηση θα έδινε τη λύση στο πρόβλημα της συνεχούς επέκτασης της πόλεων και της ραγδαίας υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος. Σε αυτό το πλαίσιο ορίζονταν ξεκάθαρα μια μεταβατική περίοδος που θα διένυε η κοινωνία μέχρι να εγκαθιδρυθεί πλήρως η νέα πραγματικότητα. Το ενδιαφέρον στη θεωρία των μεταβάσεων, όπως την καταλαβαίνουμε και μέσα από την πρόταση του Ζενέτου, είναι ο ορισμός της μετάβασης ως διαδικασία, ανεξάρτητα από την ολοκλήρωσή της και για την επίτευξη κάθε είδους μετάβασης είναι απαραίτητη η επινόηση νέων εργαλείων που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της νέας πραγματικότητας, ανεξάρτητα από το αν και το πότε αυτή θα επέλθει.

Στην εποχή της πανδημίας του Covid-19 οι τεχνολογίες επικοινωνίας έλαβαν πράγματι κεντρικό ρόλο. Οι νέες συνθήκες τηλε-εργασίας, τηλε-εκπαίδευσης και τηλε-εξυπηρέτησης, καθώς και ο περιορισμός μετακίνησης παράλληλα με την ανάγκη ‘απόδρασης’ από την κατοικία και τον ιδιωτικό χώρο, ανέδειξε τη σημασία των δημόσιων και ανοιχτών χώρων στην πόλη, ώθησε κατοίκους της πόλης προς την (επαν)οικειοποίηση των γειτονιών τους και ανέδειξε μια σειρά από ευρύτερα ζητήματα που ‘αγνοούνταν’ –όπως τις ανισότητες κάθε είδους– προς χάριν μιας κυρίαρχης οπτικής περί ανάπτυξης. Αν και τα μελλοντολογικά αρχιτεκτονικά οράματα, σαν αυτό του Ζενέτου, ήθελαν να βλέπουν το μέλλον ψηφιακό, σήμερα, που όλοι μας έχουμε βιώσει μια συνθήκη που η φυσική επαφή έχει υποκατασταθεί, σε μεγάλο βαθμό, από την ψηφιακή επικοινωνία, αναρωτιόμαστε για το αν αυτό που βιώσαμε/βιώνουμε αποτελεί ανταπόκριση σε μια έκτακτη κατάσταση ή μια «νέα κανονικότητα» ή και τα δύο, και με ποιους όρους.

Ο τομέας της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης αναγκάστηκε να ανταποκριθεί ταχύτατα στις νέες συνθήκες με τρόπους οι οποίοι δεν ήταν απαραίτητα οικείοι ή εδραιωμένοι, αναδεικνύοντας νέες δυνατότητες και σοβαρούς περιορισμούς. Στην ανταπόκριση αυτή, μια σειρά προκλήσεων ήρθαν να διαμορφώσουν τις διαδικασίες μάθησης και διαλόγου, οι οποίες, με τη σειρά τους, αναδιαμόρφωσαν το περιεχόμενο και τους τρόπους εκπαίδευσης, αναστοχαζόμενες πάνω σε ευρύτερα ερωτήματα για τη νέα κατάσταση και τις μελλοντικές προοπτικές. Πως μελετάμε, κατανοούμε και παρεμβαίνουμε στις πόλεις και τις γειτονιές όταν η μετακίνηση αλλά και η επικοινωνία μεταλλάσσονται; Πως και με ποιους όρους συζητάμε για αναπτυξιακές οπτικές και παραγωγικές διαδικασίες, αλλά και για τις χωρο-κοινωνικές ανισότητες; Πως ενσωματώνεται στη μελέτη και τον σχεδιασμό των πόλεων και γειτονιών η εμφανής πλέον ανάγκη για δημόσιους, ανοιχτούς χώρους; Ποιοι νέοι συμβολισμοί και βιώματα συνδέονται την πόλη και τη γειτονιά;

Αλλά και στη σύγχρονη τέχνη η αξιολόγηση και ο επαναπροσδιορισμός του μέσου (medium) μοιάζει πάλι επίκαιρος. Παρ όλο που αποκατηγοριοποίηση και η ριζική αναδιατύπωση όλων των συμβατικών εκφραστικών εργαλείων που καθόρισαν τον δυτικό πολιτισμό είναι σε συνεχή διαβούλευση, παραμένει καίρια η διεύρυνση των μέσων που επιτάσσει η κάθε εποχή. Όσο το έργο τέχνης γενικεύεται από τον πληθωρισμό των μέσων, τόσο επιβεβλημένος γίνεται ο προσδιορισμός της ουσίας της ίδιας της Τέχνης. Ο εξ αποστάσεως στοχασμός του δημόσιου χώρου αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας εικαστικής υβριδικής κατασκευής με την εμπειρία, τη μνήμη, το κοινωνικό και το ιστορικό αποτύπωμα του χώρου να διατυπώνονται πρωτογενώς ως αναλογικές εικόνες, τρισδιάστατοι όγκοι, συστήματα, αποτυπώματα ατομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων, μέσα από νοητικές αφαιρέσεις και τρόπους αναπαράστασης.

Plague, cholera, embola, HIV, covid-19… η κάθε εποχή έχει τη δική της χίμαιρα. Απομονωμένοι για ώρες εμπρός από μια οθόνη τηλεπικοινωνίας, ή δυσπνέοντας πίσω από μια μάσκα, βρεθήκαμε πρωταγωνιστές ενός παγκόσμιου συγχρονισμού. Αυτό που κάνει την νέα εποχή διαφορετική από τις πολλές προηγούμενες είναι ότι καταρχήν συμβαίνει σε υποατομικό επίπεδο, εκεί που η ίδια ύλη αρχίζει και αμφισβητεί την υπόσταση της. Την ίδια στιγμή ένα νέο βιο-τεχνολογικό οικοσύστημα γίνεται αισθητό, με τη σύγχρονη γενετική μηχανή να παράγει νέους, ενισχυμένους (augmented) χαρακτήρες και σχέσεις. Το ανθρώπινο σώμα, ως κανόνας για την τάξη και την αναλογία των πραγμάτων, μοιραία καλείται να συνυπάρξει με όλα τα νέα υβριδικά γονότυπα που δημιουργούνται σε μια νέα ψηφιακή (digital) εκδοχή του κόσμου, όπου ο αρχιτεκτονικός χώρος, ως interface του συμβολικού με το φυσικό, αναβοσβήνει σιωπηρά στη γλώσσα των bits, αναβιώνοντας τη μοντέρνα ουτοπία του Ζενέτου, 60 χρόνια μετά το 1960.

Ο στόχος αυτής της ημερίδας είναι κυρίως ένας ανοιχτός ακαδημαϊκός διάλογος γύρω από την παρούσα συνθήκη και με βάση τις διαφορετικές επιστημονικές περιοχές και τα ποικίλα ερευνητικά ενδιαφέροντά μας όχι ένας απολογισμός-καταγραφή της προσωπικής και συλλογικής εμπειρίας της διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής σε ψηφιακό περιβάλλον, κάτι που θα γίνει σε επόμενη ημερίδα, το ερχόμενο φθινόπωρο.

Η οργανωτική επιτροπή,

Γ. Γρηγοριάδης
Μ. Κατσαρός
Π. Κουτρολίκου
Π. Τουρνικιώτης
Κ. Τσιαμπάος 



ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ


16.00 ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ
Παναγιώτης Τουρνικιώτης, Κοσμήτορας ΣΑΜ -Καθηγητής ΕΜΠ
Η διαμάχη των Αρχαίων και των Μοντέρνων, ή αν πρέπει κάψουμε το ομοίωμα του Ζενέτου στο αίθριο του Αβέρωφ
 
16.15 Νίκος Αναστασόπουλος, Επίκ. Καθηγητής ΕΜΠΠανδημίες, πόλεις, και ενδείξεις για το μέλλον της αστικής συνθήκης
 
16.30 Λεωνίδας Κουτσουμπός, Επίκ.Καθηγητής ΕΜΠ
Online offline: Ο δημόσιος χώρος και οι ψηφιακές τεχνολογίες τον καιρό της πανδημίας
 
16.45 Ρίβα Λάββα, Επίκ. ΚαθηγήτριαΕΜΠ
Τηλε-ζωή: εκτός τόπου και χρόνου
 
17.00 Κώστας Ντάφλος, Αν. Καθηγητής ΕΜΠ
Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα της ιστορικής net.art από την επίκαιρη οπτική της χωρικής, της ενσώματης και της επιτελεστικής στροφής στις τέχνες και τον αρχιτεκτονικό χώρο
 
17.15 Άννα-Μαρία Παπαγιαννάκου, Επικ. διδακτικό έργοΕΜΠ
Μιλώντας σας από μία άλλη θέση για την εγγύτητα
 
ΣΥΖΗΤΗΣΗ -ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ
 
18.00 Σοφία Τσιράκη, Αν. Καθηγήτρια ΕΜΠ
Διαδικτυακή αρχιτεκτονική εκπαίδευση: τρόπος στοχαστικής διδασκαλίας ή διεκπεραιωτικής εργασίας; 
 
18.15 Δημήτρης Σεβαστάκης, Καθηγητής ΕΜΠ
Αμφιβολία
 
18.30 Αριάδνη Βοζάνη, Αν. Καθηγήτρια ΕΜΠ
Χρονικά και χωρικά ‘κενά’
 
18.45 Σωτήρης Κωτσόπουλος, Επίκ. Καθηγητής ΕΜΠ
Η προσωπική ματιά κατά την εποχή της ψηφιοποίησης
 
19.00 Κων/νος Μωραΐτης, Καθηγητής ΕΜΠ
Ο William Morris και η τηλεδιδασκαλία: ‘ευφυής’ πολιτική ή cyberpank;
 
19.15 Κώστας Τσιαμπάος, Επίκ. Καθηγητής ΕΜΠ
Σημείωμα από το μέλλον
 
ΣΥΖΗΤΗΣΗ–ΚΛΕΙΣΙΜΟ ΗΜΕΡΙΔΑΣ
 
ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ
 
Νίκος Αναστασόπουλος | Πανδημίες, πόλεις, και ενδείξεις για το μέλλον της αστικής συνθήκης
Μία παύση στην συνηθισμένη, φρενήρη, και δεδομένη πραγματικότητα σε πλανητικό επίπεδο επέτρεψε την επιτάχυνση ορισμένων διαδικασιών σε εξέλιξη, κυρίως όμως την παρατήρηση στην πράξη των φαινομένων που έλαβαν χώρα χάρη σε αυτήν: οι πόλεις σταμάτησαν, ο δημόσιος χώρος πάγωσε. Ο αέρας καθάρισε, και υποδέχθηκε τη δραστηριότητα άλλων μορφών ζωής, ενώ οι άνθρωποι επινόησαν ακόμη νεότερους επικοινωνίας, πληροφόρησης, ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης.Στοχαστές της εποχής μας, όπως ο Yuval Noah Harari, μας προειδοποιούν για το ότι μόλις περάσει η καταιγίδα, θα κατοικούμε ήδη σε έναν διαφορετικό κόσμο, και ο Bruno Latour μας ζητά όχι μόνο να είμαστε μάρτυρες αλλά επίσης παράγοντες της αλλαγής, μελετώντας αυτές τις παρατηρήσεις και σταθμίζοντας τες προς ανάληψη δράσης. Η παρούσα εισήγηση επιχειρεί να καταγράψει μέσα από την βιωματική προσωπική παρατήρηση σε κλίμακα γειτονιάς, αλλά και την παρακολουθηση διαφόρων σημαντικών φαινομένων σε παγκόσμια κλίμακα, τις ενδείξεις για μερικά πιθανά εναλλακτικά σενάριατης αστικής συνθήκης.
 
Αριάδνη Βοζάνη | Χρονικά και χωρικά ‘κενά’
Η εισήγηση θα εστιάσει στην ανατροπή των μέχρι πρότινος δεδομένων της εμπειρίας του δημόσιου χώρου και των διαφορετικών τροπών διαχείρισης του ελευθέρου χρόνου, κατά και μετά την περίοδο της ‘απομόνωσης’ λόγω της πανδημίας, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Οι νέες συνθήκες τηλεργασίας και ο περιορισμός των μετακινήσεων είχαν ως συνέπεια την πραγματική ή φαινομενική ́αύξηση’ του ελευθέρου χρόνου. Οι δραστηριότητες αξιοποίησης του στον ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο ήταν ωστόσο έντονα διαφοροποιημένες. Το φαινόμενο της τελετουργίας των καθημερινών περίπατων στον δημόσιο χώρο της γειτονίας αλλά και η από πολλούς ανακάλυψη νέων δραστηριοτήτων εντός του ιδιωτικού χώρου της κατοικίας δημιούργησε μια νέα βάση δεδομένων και αιτημάτων την νέα εποχή. Πωςη αρχιτεκτονική θα ανταποκριθεί στα νέα αυτά δεδομένα στον σχεδιασμό του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου;Ποιος είναι ο ρόλος της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης στην κατανόηση, ανάδειξη και οραματική διαχείριση των νέων παραμέτρων στον σχεδιασμό;  
 
Λεωνίδας Κουτσουμπός | Online offline: οδημόσιος χώρος και οι ψηφιακές τεχνολογίες τον καιρό της πανδημίας
Στην προνεωτερικήεποχή ο τρόπος με τον οποίο ήταν δομημένος ο δημόσιος χώρος καθόριζε, σε μεγάλο βαθμό, την κοινωνική συμπεριφορά και την πολιτική δράση. Στις μέρες μας, όμως πια, οι τόποι της αστικής κοινωνικής ζωής είναι πολλαπλοί και διανεμημένοι. Ο δημόσιος χώρος αποτελεί μια μόνο από τις παραμέτρους της κοινωνική ζωής, η οποία μάλιστα, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, δεν είναι η πιο σημαντική. Η δυναμική που κάποτε είχε η δυνατότητα συγκέντρωσης και το πέρασμα μέσα από τους δημόσιους χώρους (πλατείες, δρόμους κτλ), συνήθως αντιμετωπίζονται, πια, ως κουλτούρες κατανάλωσης και πρακτικές διαπραγμάτευσης του αστικού περιβάλλοντος απέναντι στους ανώνυμους Άλλους, που βρίσκονται εκεί. Ταυτόχρονα, η αδιαχώριστη διαπλοκή του δημόσιου χώρου με τα την αστική κουλτούρα, που ξεπερνά την απλή διάδραση των ανθρώπων για να συμπεριλάβει τη δυναμική που φέρνουν οι μη-ανθρώπινες διαδράσεις με την τεχνολογία και το δομημένο περιβάλλον ως μια ασυνείδητη μάλλον ανταπόκριση σε συνθήκες εντοπισμένης πολλαπλότητας. Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει ίσως να εντάξει κανείς τη συμβολή του Ζενέτου και την προφητική του Ηλεκτρονική Πολεοδομία. Σήμερα πια, οι ψηφιακές τεχνολογίες, σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, έχουν καταργήσει την ανάγκη για χωρική συνύπαρξη των ανθρώπων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ότι στις σημερινές ‘μιντιακές’ κοινωνίες το μεγαλύτερο τμήμα της πολιτικής συνδιαλλαγής δε λαμβάνει χώρα, πια, μέσα από την ταυτόχρονη συνύπαρξη στον ίδιο χώρο, αλλά συμβαίνει ετεροχρονισμένα και ετεροχωρικά. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας έγινε ακόμα πιο πρόδηλος κατά την πρόσφατη πανδημία Covid-19. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντικοί θεωρητικοί των ψηφιακών τεχνολογιών, όπως ο Manuel Castells, επισημαίνουν ότι στην ψηφιακή εποχή η off-line δημόσια ζωή εξακολουθεί να παραμένει πολύ σημαντική, καθώς, ο βαθμός της κοινωνικής επαφής στο δημόσιο χώρο στην καρδιάς της πόλης, αποτελεί μέτρο της ζωτικότητάς της, που μπορεί να καθορίσει τη επιτυχία της στην παγκόσμια αγορά. Η κοινωνική δυναμική του δημόσιου χώρου εξακολουθεί να αποτελεί ένδειξη και μέτρο της συμμετοχής στα κοινά. Η διασπάθιση και απομείωση του δημόσιου χώρου είναι μέτρο της αδύναμης κοινωνικής ζωής, έχοντας αιτιακή σχέση με την παρακμής της.
 
Σωτήρης Κωτσόπουλος | Η προσωπική ματιά κατά την εποχή της ψηφιοποίησης
Η πανδημία ήταν μια κρίση σε πολλά επίπεδα, αλλα και ένα παγκόσμιο πείραμα πουκανείς δεν θα επέλεγε να υποστεί με την θέληση του. Προσφέρεται λοιπόν για ένανπολυ-επίπεδο απολογισμό. Ο βασικός ισχυρισμός που προβάλεται σήμερα από τους δημιουργούς της ψηφιακής τεχνολογίας είναι οτι οι υπολογιστές μπορούν νααναλάβουν οποιοδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα.Στην πραγματικότητα, οιυπολογιστές «καταργούν το βλέμμα» παραδίδοντας τις ανθρώπινεςδραστηριότητες στους ειδικούς των ηλεκτρονικών υπολογιστών, καιαντικαθιστούν το άστατο μάτι και την συμπεριφορά μας με προ-κωδικοποιημένες«ρουτίνες» . Μόλις οι υπολογιστές «καταργήσουν το βλέμμα» δεν μένει κάτι άλλο ναπαρατηρήσουμε ή να πράξουμε. Σήμερα πολλοί υποστηρίζουν ότι ο σχεδιασμόςμπορεί να εξυπηρετηθεί αποτις δομές δεδομένων (big data) και την μηχανικήμάθηση (machine learning). Η προσέγγιση μου είναι ακριβώς η αντίθετη: τoπροσωπικό βλέμμα πρέπει να εμπλουτίζει την διαδικασία του οπτικού καιγραφικού υπολογισμού –στην τέχνη και το σχεδιασμό –έτσι ώστε να ξεπερνούνταιοι υπολογιστές και ο,τι κατέχουν μέσω λογικής ανάλυσης, δεδομένων ή μηχανικήςμάθησης. Κρίνω όμως οτι η συνολική αξιολόγηση της ψηφιακής εμπειρίας υπο τοκαθεστώς της πανδημίας δεν πρέπει να γίνει με όρους δυαδικούς (0-1), άσπρο-μαύρο. Με αυτό τον τρόπο αξιολογούν την πραγματικότητα οι υπολογιστές,χρησιμοποιώντας ορισμούς που είναι προ-αποθηκευμένοι στην μνήμη τους. Η υπέρβαση των γνώριμων ορισμών είναι μοναδική ανθρώπινη ικανότητα, καιμοιάζει αναπόφευκτη όταν βρισκόμαστε μπροστα σε ένα εντελώς νέο φαινόμενο,και όταν η προσωπική ματιά και η αισθητική είναι αυτο που αξιολογούμε καιεκτιμούμε περισσότερο.
 
Ρίβα Λάββα | Τηλε-ζωή: εκτός τόπου και χρόνου
Χρειάστηκαν εξήντα χρόνια σχεδόν για να πάρει σάρκα και οστά η ιδέα του Τάκη Ζενέτου–και όχι ακριβώς σαν επίτευξη ενός οράματος, αλλά σαν μια λύση ανάγκης εν μέσω μιας πανδημίας. Κατά τους δύο μήνες του αθηναϊκού lockdown -κατά τους οποίους κλονίστηκε συθέμελα η κανονικότητα της δημόσιας και της κοινωνικής ζωής-τα ζητήματα της ύπαρξης και της συνύπαρξης στο χώρο αναδιατυπώθηκαν. Μαζί με τις «εξαιρετικές περιπτώσεις επαφών» που είχε προδιαγράψει ο Ζενέτος, μπήκαν στη ζωή μας πρωτόκολλα και κανονιστικά πλαίσια για όλες τις επαφές. Ο τόπος αποσταθεροποιήθηκε, ο χρόνος προσέλαβε νέες διαστάσεις, ο ατομικός χώρος αναδιοργανώθηκε με «ελάχιστη απόσταση 1,5μ» από τους άλλους και οι βαθμοί της εγγύτητας και της οικειότητας στην κοινωνική ζωή αποδυναμώθηκαν. Και καθώς όλα τα παραπάνω επέδρασαν στον φυσικό χώρο, οι διασταυρούμενοι τόποι και οι πολυεπίπεδοι χρόνοι της τηλε-ζωής αναδύθηκαν με μια άνευ προηγουμένου ένταση και πυκνότητα. 
 
Κωνσταντίνος Μωραΐτης | Ο William Morris και η τηλεδιδασκαλία: ‘ευφυής’ πολιτική ή cyberpank;
Αντιμετώπισα τη νέα συνθήκη διδασκαλίας, στην περίοδο τηςπανδημίας, μεαπόλυτη αρχική δυσπιστία, εν μέρει από φόβο για τη δική του ‘αδυναμία’, τη δικήμου λειτουργική αδυναμία να ανταποκριθώ. Με ανάλογο τρόπο έχω, νομίζω,αντιδράσει και στον ηλεκτρονικό σχεδιασμό, αλλά η απώλεια της σχετικής γνώσης,παρά κάποιαευχέρεια σε συμβατικότερους τρόπους σχεδιασμού, αποτελεί μάλλον=έλλειψη παρά λόγο υπερηφάνειας.Αν λοιπόν οι νέες προοπτικές υποβάλουν αισθήματα δυστοπίας,υποδεικνύουν ταυτόχρονα όρους υπέρβασης των παλιότερων περιορισμών τηςυλικής απόστασης... Πράγματι;Μήπως η κατάργηση αυτής της υλικής απόστασης,της υλικής διάστασης εν γένει, καταργεί και την υλικότητα της παρουσίας μου; Οήρωας χάκερ του ‘Νευρομάντη’, αναρωτιέται αν υπάρχει πραγματικά, χαμένος στονεφέλωμα των ‘μέσων’ που αυτά καθορίζουν, πάντα καθόριζαν το ‘μήνυμα’,μετατρέποντας κάθε φορά, σε κάθε ιστορικό χρόνο, τη σωματικότητά μας.Μπορούμε να ισχυριστούμε πως πεθαίνουμε, σήμερα, με όρους αντίστοιχους μεαυτούς της ισπανικής γρίπης; Μπορούμε να ισχυριστούμε πως σήμερα, ζώντας ήπεθαίνοντας, είναι δυνατόν να διαφύγουμε τις τεχνολογικές ρήξεις; Δεν τολμώ νααρθρώσω τούτη την προκλητική πρόταση που υποδεικνύει πως, αντίθετα με τονWilliam Morris, ο Vladimir Lenin είχε σαφέστατα τεθεί στην πλευρά τουεξηλεκτρισμού.
 
Κώστας Ντάφλος | Η ψηφιακή δημόσια σφαίρα της ιστορικής net.art από την επίκαιρη οπτική της χωρικής, της ενσώματης και της επιτελεστικής στροφής στις τέχνες και τον αρχιτεκτονικό χώρο
Οι απομακρυσμένες (από το φυσικό χώρο) επιτελέσεις ψηφιακών αρχείων διαδικτυακής τέχνης στο κατώφλι του αιώνα φέρνουν στη συνέχεια συνδυασμένες δικτυωμένες επιτελέσεις στον αστικό χώρο, ο οποίος χαρακτηρίζεται επίσης από θεσμικούς και ιδιωτικούς περιορισμούς σηματοδότησης και οργάνωσης επικρατειών ελέγχου με την πρόκριση της μη-προφορικής επικοινωνίας, πέρα από την έκτακτη πρόσκαιρη περίοδο της υγειονομικής συνθήκης που διανύουμε. Οι επιτελέσεις τέχνης υφίστανται καθόσον παράγουν σε διαφορετικούς χρόνους νέα αρχεία ως προϋπόθεση ύπαρξης της χρονικής βάσης πρακτικής αυτής, ορίζοντας ταυτόχρονα πληροφοριακούς τόπους ‘’εδώ και αλλού’’ που ανοίγονται προς το μέλλον. Σε σχέση με το φυσικό χώρο και τη δυσχερή απτικότητα, διανύουμε περίοδο ιδιάζουσας σωματικότητας από απόσταση όπου αναδύονται παράλληλα μεταφορικές υλικές πτυχές της πραγματικότητας στην καθημερινότητα, στο πλαίσιο μη-διακριτότητας προγενέστερων στερεότυπων διαχωρισμών, όπως της ομιλίας ως περπάτημα, του κειμένου ως χώρου κ.ά. Προσλαμβάνεται έτσι νέα εμπειρία από την απόδοση περιεχομένου συμπεριφοράς ώστε ιδρύεται ο μεταξύ χώρος ως μέρος της κοινωνικής ταυτότητας του εαυτού που εγκαθίσταται στη συνέχεια σε ευρύτερα κοινωνικά πλαίσια, σε μια διαδικασία υλοποίησης τοποθεσιών με επίκεντρο την ιδιάζουσα αυτή σωματικότητα.
 
Άννα-Μαρία Παπαγιαννάκου | Μιλώντας σας από μία άλλη θέση για την εγγύτητα
Παράδειγμα ή αντι-παράδειγμα το όραμα του Ζενέτου; Μάλλον επιλεχθέν σημείο για χάραξη γραμμών διαφυγής και ταυτόχρονη απόπειρα χαρτογράφησης μιας γενεαλογίας της παρούσας πολιτισμικής συνθήκης. Το μεταμοντέρνο συχνά εκκινεί από τις ίδιες χάρτες με τα μοντερνιστικά μανιφέστα, με ουσιώδη διαφορά την οντολογική στροφή του στη δυνητικότητα, μια διάκριση μεταξύ είναι και γίγνεσθαι που αποτελεί μια ηθικοπολιτική απόφαση και συνεπάγεται μη προβλέψιμες ή προδιαγεγραμμένες γραμμές διαφυγής. Σε μια εν τω γίγνεσθαι ψηφιακή κοινωνία επομένως, οι αντιφάσεις της εγγύτητας εν μέσω αποξένωσης -και το αντίστροφο-δεν είναι εγγενείς, αλλά ενδείξεις αδυναμίας ενός κατεστημένου μεν, αλλά ανεπαρκούς ταξινομητικού συστήματος αξιολόγησης, αντίληψης και εν τέλει συμπερίληψής της ενδεχομενικότητάς τους. Η ανάγκη μιας υπό νέους όρους ύφανσης της επαφής, η διάνοιξη μιας νέας έκφρασης και διαχείρισης της σωματικότητας, της υλικότητας και της χωρικότητας, αποδεικνύεται επιτακτική και προϋποθέτει μια υπέρβαση των αδιέξοδων διενέξεων μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού. Εντός ενός εργαστηρίου πλαστικής, ως κατ εξοχήν πεδίου δυνητικοτήτων, η διαπραγμάτευση με το μέσο της τηλεργασίας εστιάζεται στην αναζήτηση νέων όρων μεταβολής της σχέσης μέσου και σωματικότητας, με διαρκώς ενεργή την υπενθύμιση της αναγκαιότητας για μη συμμόρφωση με τον μεσο-κυβερνητικό έλεγχο.
 
Δημήτρης Σεβαστάκης | Αμφιβολία
Η τοποθέτησή μου θα κινηθεί στην κριτική αποτίμηση του τύπου σχεδιασμού τον οποίο επιβάλλει η «τηλεδιάσκεψη» και που έχει ως κεντρικό χαρακτηριστικό την «ανακοίνωση» μιας σχεδιαστικής φάσης-θέσης και όχι τον δυναμικό τύπο συν-έρευνας ο οποίος εμπεδώνεται στην δια ζώσης, σχεδιαστική διόρθωση –διαβούλευση-επεξεργασία-ερευνητική διαδικασία. Ο σχεδιασμός με τους όρους που διαμορφώθηκαν την τελευταία περίοδο (απαραίτητους φυσικά, αλλά υποκείμενους και σε κριτική) μεταστρέφεται σε μια σειρά «ανακοινώσεις», σχεδιαστικές θέσεις, σχεδιαστικές «παγιώσεις», που λαμβάνονται κατά μόνας και που «ανακοινώνονται» στη διδακτική ομάδα. Η διόρθωση διαμεσολαβείται από μια μεγάλη περιγραφική διαδικασία, που εξαντλεί διδακτικούς πόρους. Οι σχεδιαστικοί αναπροσανατολισμοί που προκύπτουν συχνά από τα δυναμικά στοιχεία της «εμπράγματης» επί τόπου διόρθωσης και όχι από τις στατικές φάσεις της εκπόνησης μιας εργασίας, είναι εξαιρετικά δύσκολοι. Σ’αυτό το πλαίσιο κριτικής αποτίμησης θα περιστραφεί η τοποθέτησή μου.
 
Παναγιώτης Τουρνικιώτης | Η διαμάχη των Αρχαίων και των Μοντέρνων, ή αν πρέπει κάψουμε το ομοίωμα του Ζενέτου στο αίθριο του Αβέρωφ
 Ξαναδιαβάζοντας τα γραπτά του Τάκη Ζενέτου για την Ηλεκτρονική Πολεοδομία και για τα Προβλήματα της μείζονος περιοχής Αθηνών, θυμήθηκα τη διαμάχη των Αρχαίων και των Μοντέρνων που ταλαιπώρησε τους αρχιτέκτονες στο Παρίσι του 17ου αιώνα, στην πρώτη εποχή διδασκαλίας της αρχιτεκτονικής σε μια οργανωμένη Ακαδημία σπουδών. Το αμφιλεγόμενο νόημα του Μοντέρνου, σε αντιπαράθεση προς το Αρχαίο, διατρέχει έκτοτε τις Σχολές αρχιτεκτονικής, αλλάζοντας διαρκώς πρόσημο, σε ένα εκκρεμές πρωτοπορίας και συντήρησης, στο οποίο συχνά επένδυσε ο ριζοσπαστικός φανατισμός. Μετά από πενήντα χρόνια μαζικού ενθουσιασμού για τις οραματικές ιδέες του Ζενέτου, που ενσάρκωσε τη μεταπολεμική πρωτοπορία στην Ελλάδα, η σκέψη του θεωρείται ύποπτη, αν όχι επικίνδυνη, επειδή ένα μέρος της πραγματώνεται. Με ποιους θα ήταν όμως σήμερα ο Ζενέτος, που σπούδασε στην ίδια Ακαδημία του Παρισιού; Με τους Αρχαίους ή τους Μοντέρνους;
 
Κώστας Τσιαμπάος | Σημείωμα από το μέλλον 
Κυριακή 17 Ιουλίου 1960, 4 π.μ. Στην οδό Ακαδημίας τα πάντα είναι κλειστά και η κίνηση πεζών και αυτοκινήτων έχει σχεδόν σταματήσει εδώ και 2-3 ώρες. Ακόμα και τα φωτισμένα παράθυρα των πολυκατοικιών και των γραφείων είναι ελάχιστα, μια τέτοια ώρα, προς τοτέλος της νύχτας. Στον 6ο όροφο του αριθμού 61 ένα φως βγαίνει από τη γωνιακή μπαλκονόπορτα προς τη Χαριλάου Τρικούπη. Στο γραφείο του ο Τάκης Ζενέτος σκιτσάρει γρήγορα κάτι που μοιάζει με ιστό αράχνης. Δίπλα του, μερικές γαλλικές εκδόσεις μηχανολογίας και στατικής των κατασκευών, τέσσερα τεύχη του Science, ένας μεγεθυντικός φακός, έγχρωμα μολύβια και στυλό. Λίγο πιο πέρα, πάνω στο γραφείο, ένα μισοάδειο ποτήρι νερού, το χρυσό του ρολόι και μια στοίβα σημειώματα με σκίτσα, σχόλια, υπολογισμούς και οδηγίες για τους συνεργάτες του. Ένα ξαφνικό ρεύμα αέρα σπρώχνει το μισάνοιχτο παραθυρόφυλλο και σκορπίζει τα σημειώματα στο πάτωμα. Το ένα από αυτά, αφού διαγράψει περιστρεφόμενο μια ακριβή τροχιά παραβολής, προσγειώνεται δίπλα στο παπούτσι του. Πάνω του, με πορτοκαλί μολύβι, είναι σημειωμένος ένας αριθμός: ‘2020’.
 
Σοφία Τσιράκη | Διαδικτυακή αρχιτεκτονική εκπαίδευση: τρόπος στοχαστικής διδασκαλίας ή διεκπεραιωτικής εργασίας; 

Είναι ολοφάνερο οτιη χρήση της τεχνολογίας, του διαδικτύου και της ψηφιακής επικοινωνίας στην εργασία, την έρευνα, ακόμα και στην ψυχαγωγία, είναι σαφώς χρήσιμη, καθώς μεταφέρει την πληροφορία σε κάθε άκρη του πλανήτη. Άλλωστε, οι πρωτότυπες, μελλοντολογικές σκέψεις του οραματιστή Τ. Ζενέτου που δικαίως ξάφνιαζαν, αλλά και ενέπνεαν αισιοδοξία πριν 50 χρόνια, ως ενδεικτικό μέρος ενός προβληματισμού του αρχιτέκτονα σχετικά με την χρήση της τεχνολογίας, βλέπουμε σήμερα να έχουν ως ένα βαθμό, πολύπλευρη πλέον εφαρμογή. Από την άλλη όμως, η επίδραση της ψηφιακής τεχνολογίας στην αρχιτεκτονική, λόγω ακριβώς της ιδιόμορφης φύσης της δεύτερης, έχει αμφίσημη επιρροή, ειδικά στο πεδίο της διδασκαλίας της σύνθεσης, δηλαδή στο κεντρικό μάθημα των αρχιτεκτονικών σπουδών. Τώρα μάλιστα στηνευρεία εφαρμογή της τηλεκπαίδευσης εμφανίζεται μια ακόμη πτυχή σε σχέση με την επιρροή της στην ίδια τη διαδικασία του μαθήματος, στο παραγόμενο αποτέλεσμα, αλλά και στην ευρεία κοινωνική του διάσταση και διάδραση. Νομίζω ότι ο σκεπτικισμός και ο αναστοχασμός σε σχέση με τις αλλαγές που βιώνουμε σε συνάρτηση με την ιδιαίτερη φύση των αρχιτεκτονικών σπουδών, αλλά και της αρχιτεκτονικής δημιουργίας εν γένει, δεν σημαίνει εγκλωβισμό σε στερεότυπα, ή αδυναμία προσαρμογής σε έκτακτες ανάγκες, όπως αυτή της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης. Αντιθέτως, θεωρώ πως η κριτική στην παντοδυναμία κάθε «θαυμαστού» νέου εργαλείου, των συνεπειών της αστόχαστης χρήσης του και η αναζήτηση ενός ιδεολογικού πλαισίου σκέψης και πράξης που διαμορφώνεται κυρίως από το δημιουργικό σκεπτόμενο υποκείμενο και την πρωτογενή του βούληση για πράξη, είναι περισσότερο ουσιαστική και επίκαιρη από ποτέ. 


9 Ιουλίου 2020

Για τον Δοξιάδη



Μια συζήτηση για τον Κων/νο Δοξιάδη μαζί με τον Δημήτρη Φιλιππίδη και τη Γιώτα Παυλίδου στην εκπομπή 'Ραδιοφωνικές προσωπογραφίες' της Σεβαστής Καράγιωργα στο ραδιόφωνο της Εκκλησίας 89.5

1 Ιουνίου 2020

Το μοντέρνο βλέμμα στην 'ελληνική' φύση



Τα Τετράδια του Μοντέρνου 7 / Το μοντέρνο βλέμμα στην 'ελληνική' φύση
Επιμέλεια: Αμαλία Κωτσάκη και Κώστας Τσιαμπάος
Αθήνα: Futura, 2020 (290 σελίδες)

Σε συνεργασία της Σχολής Αρχιτεκτόνων Πολυτεχνείου Κρήτης με το ελληνικό docomomo.

Στα περιεχόμενα του τόμου περιλαμβάνονται ύστερα από επιλογή 19 κείμενα διακεκριμένων ακαδημαϊκών αλλά και νεώτερων ερευνητών, κυρίως αποτελέσματα πρωτογενών ερευνών, τα οποία είχαν παρουσιαστεί ως ανακοινώσεις στο συνέδριο.

Τα άρθρα κατανέμονται σε δύο μέρη:

ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ και ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΣΗ.

Η παρουσίαση του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου – Βενετά για το τουριστικό περίπτερο στο Τροφώνιο της Λειβαδιάς (1950) με τη διατήρηση μάλιστα του προφορικού χαρακτήρα της επελέγη ως εισαγωγικό κείμενο του τόμου. Πρόκειται για ένα από τα πρώτα και από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα στα οποία η αρχιτεκτονική τοπίου συνομίλησε με τη μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική μέσα σε μια φύση πλούσια σε ιστορία και μυθικούς συμβολισμούς.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου με τίτλο ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ περιλαμβάνει κείμενα τα οποία αναδεικνύουν την αναφορά στην ελληνική φύση ως καταστατική συνθήκη της νεωτερικότητας (Κ. Μωραΐτης), ερευνούν μέσα από κείμενα τις θεωρητικές και ιδεολογικές διαστάσεις του ελληνικού τοπίου ως έννοιας (Ν. Μαγουλιώτης, Κ. Τσιαμπάος), αφηγούνται μοντέρνα ταξίδια στην ελληνική ύπαιθρο και άγνωστες σχεδιαστικές καταγραφές (Θ. Σωτηρίου, Φ. Πανηγυράκης), εμβαθύνουν στην φιλοσοφική ματιά απέναντι στο τοπίο συγκεκριμένων μοντέρνων Ελλήνων αρχιτεκτόνων (Λ. Δήμα, Π. Τουρνικιώτης, Ε. Λιβάνη, Σ. Αλιφραγκής) ή φωτίζουν τη σημασία ενός συγκεκριμένου τόπου, της Κρήτης, για τη μοντέρνα ελληνική αρχιτεκτονική (Α. Κωτσάκη).

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου με τίτλο ΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΣΗ επικεντρώνεται σε μελέτες και έργα αρχιτεκτονικής ή/και αρχιτεκτονικής τοπίου τα οποία είναι ελάχιστα γνωστά και ταυτόχρονα συνδέονται με καίρια θέματα-ερωτήματα που απασχολούν διαχρονικά την αρχιτεκτονική στην Ελλάδα: την αρχιτεκτονική στο όριο με το νερό (Τ. Ανδριανόπουλος, Χ. Μακεδονοπούλου), την αρχιτεκτονική επέμβαση στην απομακρυσμένη, ορεινή Ελλάδα (Ι. Βομπίρη, Αιμ. Αθανασίου), τις προαστιακές τοπιακές-αρχιτεκτονικές διαμορφώσεις (Αλ. Ζώμας, Μ. Νοδαράκη και Μ. Τασσοπούλου), τις ‘παραμελημένες’ στρατιωτικές εγκαταστάσεις (Β. Πετρίδου), τα ‘ξεχασμένα’ έργα αρχιτεκτονικής τοπίου (Αλ. Βαζάκας), τις μοναδικές αρχιτεκτονικές-τοπιακές δημιουργίες (Κ. Κάλφα και Μ. Παπαβασιλείου).

Το εύρος των προσεγγίσεων ανέδειξε την σχέση μοντέρνας αρχιτεκτονικής και ελληνικής φύσης ως ένα από τα πλέον πρόσφορα πεδία έρευνας και προβληματισμού με εμφανή την φιλοσοφική του διάσταση. Πρόκειται για μείζονος σημασίας ζήτημα το οποίο δεν περιορίζεται στο περιβάλλον των αρχιτεκτόνων αλλά αφορά και ευαισθητοποιεί το ευρύτερο κοινό.

Η έκδοση πολλά οφείλει στην υποστήριξη του Φιλολογικού Συλλόγου Χανίων «Ο Χρυσόστομος» και της Περιφερειακής Ενότητας Χανίων.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή
- Αλέξανδρος Παπαγεωργίου- Βενετάς / Αρχιτεκτονική με κριτήρια τη Φύση και την Ιστορία. Το Τουριστικό Περίπτερο στο Τροφώνιο της Λιβαδειάς (1962-2018)

Α. ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ ΚΑΙ Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ. ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

- Κωνσταντίνος Μωραΐτης / Περί του «Ελληνικού Τοπίου»: Πολιτισμική σύνθεση και τοπιακό υπόβαθρο
- Νίκος Μαγουλιώτης / Ο Περικλής Γιαννόπουλος και η νεοελληνική αρχιτεκτονική
- Κώστας Τσιαμπάος / Η φύση ως παράδοση και ταυτότητα της αρχιτεκτονικής
- Θανάσης Θ. Σωτηρίου / «Το τοπίο έλαμπε στον ήλιο με φλεγόμενα χρώματα». Η προσέγγιση του Ισαάκ Σαπόρτα στο φυσικό τοπίο του ελλαδικού χώρου
- Φοίβος Πανηγυράκης / Arthur Staal, ταξιδιωτικές σημειώσεις για το Ελληνικό τοπίο
- Λίνα Δήμα / Εκφάνσεις της φύσης και πολεοδομικά οράματα στη σκέψητου Ιωάννη Δεσποτόπουλου
- Παναγιώτης Τουρνικιώτης / Ελευσίνα - Μύκονος. Τοπίο και φύση στη σκέψη και το έργο του Άρη Κωνσταντινίδη
- Ελένη Λιβάνη / Τα «χωριά» και το «τοπείο»: Θεωρήσεις του Άρη Κωνσταντινίδη για την «ελληνική» φύση
- Σταύρος Αλιφραγκής / Η Φύση στη «Βιβλιοθήκη» του Μοντέρνου Αρχιτέκτονα: Δημήτρης Α. Φατούρος
- Αμαλία Κωτσάκη / Το μοντέρνο βλέμμα στη φύση της Κρήτης

Β. ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΝΟΙ ΜΟΝΤΕΡΝΟΙ ΣΧΕΔΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ

- Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος / Ελληνική ακτογραμμή υπό νεωτερική γραμμή: Θέρετρα του Ι.Δεσποτόπουλου
- Ιουλία Βομπίρη / Σανατόρια – Αρχιτεκτονική αντίληψη στο Μαγικό Βουνό
- Αιμιλία Αθανασίου / Περτούλι Revisited: η μοντέρνα επιστροφή στο δάσος
- Αλέξανδρος Ζώμας / Τοπιακές κατασκευές στα όρια του μοντέρνου: Τρείς μελέτες του Αλέξανδρου Παπαγεωργίου-Βενετά, 1957-1961
- Χαρίκλεια (Χάρις) Μακεδονοπούλου / Όλοι παραλία! Η περίπτωση του Ξενία Μεσολογγίου
- Βασιλική Πετρίδου / Φυσική ελευθερία και στρατιωτική πειθαρχία στους οικισμούς του Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών (ΑΟΟΑ)
- Μαρία Νοδαράκη, Μαρία Τασσοπούλου / Η μεσογειακή ουτοπία της Jaqueline Tyrwhitt. Ένα μοντέρνο όραμα στην ελληνική ύπαιθρο
- Κωνσταντίνα Κάλφα, Μάρα Παπαβασιλείου / Το άμεσο περίβλημα μέσα στη φύση: περί Ιάννη Ξενάκη και Αμοργού
- Αλέξανδρος Θ. Βαζάκας / Η ειδικότητα της αρχιτεκτονικής τοπίου και ο ύστερος Ελληνικός μοντερνισμός

ISBN 978-960-9489-96-6
290 σελ. / 15 x 24 εκ. / α/μ φωτογραφίες και σχέδια

docomomo.gr

1 Μαΐου 2020

Η Αθήνα σαν ερειπωμένη πόλη

Η επέκταση και γενίκευση των εφαρμογών της Κυβερνητικής στη λειτουργία των "Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως" θα ελευθερώσει ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων από απασχολήσεις ρουτίνας [...] και θα καταργήσει την ανάγκη μετακινήσεως των εργαζομένων στον τόπο της διεκπεραιώσεως. [...] Η λειτουργία των "Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως" θα πραγματοποιείται με την "τηλε-εργασία" από οποιαδήποτε θέση του αστικού, του εθνικού ή του παγκόσμιου χώρου, και θα επιτρέπει την "τηλε-εξυπηρέτηση". [...] Η μετακίνηση με μηχανικά μέσα σε μεγαλύτερες αποστάσεις θα αφορά εξαιρετικές περιπτώσεις επαφών. Η συχνότης όμως των μετακινήσεων αυτών θα μειώνεται με την τελειοποίηση των μέσων "τηλε-επαφών"». Το παραπάνω απόσπασμα δεν αφορά κάποια ανακοίνωση του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αλλά από την «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» που δημοσίευσε πριν από περισσότερο από 50 χρόνια ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αρχιτέκτονες της εποχής. Για τον Τάκη Ζενέτο η μαζική τηλε-εργασία, τηλε-επαφή και τηλε-εξυπηρέτηση θα έδινε τη λύση στο πρόβλημα της συνεχούς επέκτασης της πόλεων και της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος. Μπορεί στη σύγχρονη εποχή περισσότερα άτομα από ποτέ να κινούνται στους παγκόσμιους ψηφιακούς τόπους, αλλά, την ίδια στιγμή, περισσότερα άτομα από ποτέ βγαίνουν από το σπίτι, κινούνται, συναντιούνται, εργάζονται, ταξιδεύουν και διασκεδάζουν στον φυσικό χώρο. Ο φυσικός χώρος και ο ψηφιακός χώρος δεν είναι ασύμβατοι αλλά αναπτύσσονται παράλληλα, επεκτείνονται ταυτόχρονα και ανατροφοδοτούν συνεχώς ο ένας τον άλλον. Σήμερα που όλοι μας βιώνουμε μια συνθήκη σαν την παραπάνω, όπου η κίνηση έχει περιοριστεί στην απαραίτητη και η φυσική επαφή έχει υποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από την ψηφιακή επικοινωνία, μοιάζει αδιανόητη οποιαδήποτε σκέψη ότι η προοπτική μιας τέτοιας ζωής θα μπορούσε ποτέ να ήταν επιθυμητή. Όσο και αν τα μελλοντολογικά αρχιτεκτονικά οράματα, σαν αυτό του Ζενέτου, ήθελαν να βλέπουν τον κόσμο μετά το 2000 ως δυνάμει ψηφιακό, η σύγχρονη πόλη είναι ελκυστική ακριβώς γιατί επιτρέπει στον μέγιστο βαθμό τη φυσική κίνηση και επικοινωνία. Κώστας Τσιαμπάος Μπορεί στη σύγχρονη εποχή περισσότερα άτομα από ποτέ να κινούνται στους παγκόσμιους ψηφιακούς τόπους, αλλά, την ίδια στιγμή, περισσότερα άτομα από ποτέ βγαίνουν από το σπίτι, κινούνται, συναντιούνται, εργάζονται, ταξιδεύουν και διασκεδάζουν στον φυσικό χώρο. Ο φυσικός χώρος και ο ψηφιακός χώρος δεν είναι ασύμβατοι αλλά αναπτύσσονται παράλληλα, επεκτείνονται ταυτόχρονα και ανατροφοδοτούν συνεχώς ο ένας τον άλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι σύγχρονες πόλεις που έχουν ως προτεραιότητα τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους επενδύουν ταυτόχρονα στην αναβάθμιση του δημόσιου χώρου με στόχο να κάνουν όσο πιο άνετη, ευχάριστη και δημιουργική γίνεται την κίνηση και δράση των ανθρώπων. «Θα επιστρέψουμε στην πόλη με νέο δέος και νέο θαυμασμό»: Βαδίζοντας στην άδεια Αθήνα με τον Μέμο Φιλιππίδη 11.4.2020 «Θα επιστρέψουμε στην πόλη με νέο δέος και νέο θαυμασμό»: Βαδίζοντας στην άδεια Αθήνα με τον Μέμο Φιλιππίδη Αν η συρρικνούμενη πόλη του Ζενέτου, στην οποία η φύση θα ήταν ξανά ελεύθερη να αναπτυχθεί, προοικονομεί τη σύγχρονη συζήτηση για τη βιώσιμη «πράσινη» πόλη, η δυστοπική εκδοχή αυτού του σεναρίου που ζούμε σήμερα προκαλεί ποικίλους προβληματισμούς. Μπορεί οι δρόμοι να έχουν αδειάσει από τα αυτοκίνητα, ο θόρυβος να έχει μειωθεί, η ατμόσφαιρα να έχει καθαρίσει, τα φυτά να αναπτύσσονται γρηγορότερα και τα ζώα να κινούνται ανενόχλητα, αλλά αυτές οι ωραίες εικόνες δεν μπορούν να μας παρηγορήσουν όταν αντιμετωπίζουμε μια ζοφερή πραγματικότητα. Γιατί η όποια οικολογική ανάκαμψη δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή αλλά σηματοδοτεί την υποχώρηση της ανθρώπινης ζωής, με αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με τη ρομαντική αναπαράσταση της φύσης ανάμεσα στα χαλάσματα μιας ερειπωμένης πόλης· σαν τους ήχους από τις «Βαλκυρίες» του Βάγκνερ που καλύπτουν την καταστροφή στην ταινία «Αποκάλυψη τώρα». Τελικά, η αμφισβήτηση της σύγχρονης πόλης ως πραγματικού και φαντασιακού χώρου της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας γίνεται αντιληπτή ως αποτυχία. Αν πειθαρχούμε συλλογικά και μένουμε σπίτι είναι για να συνεχίσουμε να έχουμε το δικαίωμα της πόλης ως έκφρασης, επιλογής και επιθυμίας. Η αυτονομία την οποία προσδοκούμε, σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι καθόλου μια τεχνολογική αυτονομία της ελάχιστης ενέργειας αλλά μια καταστατική αυτονομία που επαναπροσδιορίζεται δυναμικά σε σχέση με τις εκάστοτε συλλογικές αρχές, αξίες, διεκδικήσεις και νοοτροπίες. Αν κάθε σπίτι και διαμέρισμα, μικρό ή μεγάλο, στο κέντρο ή στα προάστια της πόλης, έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα ιδιωτικό «οχυρό» είναι ακριβώς επειδή προσδοκούμε, μέσα από την κοινωνική απομόνωση, να ξαναβρούμε την αυτονομία μας και τις απολαύσεις που τη συνοδεύουν το συντομότερο δυνατό. Αυτή η μάχη μπορεί να μη μοιάζει με καμία άλλη, αλλά το τελικό διακύβευμα είναι, λίγο-πολύ, το ίδιο. Πηγή: www.lifo.gr



Η επέκταση και γενίκευση των εφαρμογών της Κυβερνητικής στη λειτουργία των «Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως» θα ελευθερώσει ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων από απασχολήσεις ρουτίνας […] και θα καταργήσει την ανάγκη μετακινήσεως των εργαζομένων στον τόπο της διεκπεραιώσεως. […] Η λειτουργία των «Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως» θα πραγματοποιείται με την «τηλε-εργασία» από οποιαδήποτε θεση του αστικού, του εθνικού ή του παγκόσμιου χώρου, και θα επιτρέπει την «τηλε-εξυπηρέτηση». […] Η μετακίνηση με μηχανικά μέσα σε μεγαλύτερες αποστάσεις θα αφορά εξαιρετικές περιπτώσεις επαφών. Η συχνότης όμως των μετακινήσεων αυτών θα μειώνεται με την τελειοποίηση των μέσων «τηλε-επαφών».

Το παραπάνω απόσπασμα δεν αφορά κάποια ανακοίνωση του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αλλά είναι από την ‘Ηλεκτρονική πολεοδομία’ που δημοσίευσε πάνω από 50 χρόνια πριν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αρχιτέκτονες της εποχής. Για τον Τάκη Ζενέτο η μαζική τηλε-εργασία, τηλε-επαφή και τηλε-εξυπηρέτηση θα έδινε τη λύση στο πρόβλημα της συνεχούς επέκτασης της πόλεων και της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος.

Σήμερα που όλοι μας βιώνουμε μια συνθήκη σαν την παραπάνω, όπου η κίνηση έχει περιοριστεί στην απαραίτητη και η φυσική επαφή έχει υποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από την ψηφιακή επικοινωνία, μοιάζει αδιανόητη οποιαδήποτε σκέψη ότι η προοπτική μιας τέτοιας ζωής θα μπορούσε ποτέ να ήταν επιθυμητή. Όσο και αν τα μελλοντολογικά αρχιτεκτονικά οράματα, σαν αυτό του Ζενέτου, ήθελαν να βλέπουν τον κόσμο μετά το 2000 ως εν δυνάμει ψηφιακό, η σύγχρονη πόλη είναι ελκυστική ακριβώς γιατί επιτρέπει στον μέγιστο βαθμό τη φυσική κίνηση και επικοινωνία. Μπορεί στη σύγχρονη εποχή περισσότερα άτομα από ποτέ να κινούνται στους παγκόσμιους ψηφιακούς τόπους, αλλά, την ίδια στιγμή, περισσότερα άτομα από ποτέ βγαίνουν από το σπίτι, κινούνται, συναντιούνται, εργάζονται, ταξιδεύουν και διασκεδάζουν στον φυσικό χώρο. Ο φυσικός χώρος και ο ψηφιακός χώρος δεν είναι ασύμβατοι, αλλά αναπτύσσονται παράλληλα, επεκτείνονται ταυτόχρονα και ανατροφοδοτούν συνεχώς ο ένας τον άλλον. Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι σύγχρονες πόλεις που έχουν ως προτεραιότητα τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους, επενδύουν ταυτόχρονα στην αναβάθμιση του δημόσιου χώρου με στόχο να κάνουν όσο πιο άνετη, ευχάριστη και δημιουργική γίνεται την κίνηση και δράση των ανθρώπων.

Αν η συρρικνούμενη πόλη του Ζενέτου, στην οποία η φύση θα ήταν ξανά ελεύθερη να αναπτυχθεί, προοικονομεί τη σύγχρονη συζήτηση για τη βιώσιμη ‘πράσινη’ πόλη, η δυστοπική εκδοχή αυτού του σεναρίου που ζούμε σήμερα προκαλεί ποικίλους προβληματισμούς. Μπορεί οι δρόμοι να έχουν αδειάσει από τα αυτοκίνητα, ο θόρυβος να έχει μειωθεί, η ατμόσφαιρα να έχει καθαρίσει, τα φυτά να αναπτύσσονται γρηγορότερα και τα ζώα να κινούνται ανενόχλητα, αλλά αυτές οι ωραίες εικόνες δεν μπορούν να μας παρηγορήσουν όταν αντιμετωπίζουμε μια ζοφερή πραγματικότητα. Γιατί, η όποια οικολογική ανάκαμψη δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή, αλλά σηματοδοτεί την υποχώρηση της ανθρώπινης ζωής, με αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με τη ρομαντική αναπαράσταση της φύσης ανάμεσα στα χαλάσματα μιας ερειπωμένης πόλης· σαν τους ήχους από τις ‘Βαλκυρίες’ του Βάγκνερ που καλύπτουν την καταστροφή στην ταινία ‘Αποκάλυψη τώρα’.

Τελικά, η αμφισβήτηση της σύγχρονης πόλης ως πραγματικού και φαντασιακού χώρου της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας γίνεται αντιληπτή ως αποτυχία. Αν πειθαρχούμε συλλογικά και μένουμε σπίτι είναι για να συνεχίσουμε να έχουμε το δικαίωμα της πόλης ως έκφρασης, επιλογής και επιθυμίας. Η αυτονομία στην οποία προσδοκούμε, σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι καθόλου μια τεχνολογική αυτονομία της ελάχιστης ενέργειας, αλλά μια καταστατική αυτονομία που επαναπροσδιορίζεται δυναμικά σε σχέση με τις εκάστοτε συλλογικές αρχές, αξίες, διεκδικήσεις και νοοτροπίες. Αν κάθε σπίτι και διαμέρισμα, μικρό ή μεγάλο, στο κέντρο ή στα προάστια της πόλης, έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα ιδιωτικό ‘οχηρό’ είναι ακριβώς επειδή προσδοκούμε, μέσα από την κοινωνική απομόνωση, να ξαναβρούμε την αυτονομία μας και τις απολαύσεις που τη συνοδεύουν, το συντομότερο δυνατό. Αυτή η μάχη μπορεί να μην μοιάζει με καμία άλλη μάχη, αλλά το τελικό διακύβευμα είναι λίγο-πολύ το ίδιο.

Lifo - 12/4/2020

18 Φεβρουαρίου 2020

Η καινοτομία ως ευθύνη




Το βιβλίο εκδίδεται στο πλαίσιο της εκδήλωσης που οργανώθηκε από το αρχιτεκτονικό περιοδικό ek και το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής την 13/12/2019 στο
ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ.


Επιμέλεια έκδοσης: Αριάδνη Βοζάνη, Ηλίας Κωνσταντόπουλος


Το γραφείο μελετών Α. Ν. Τομπάζη, από το 1963 που ιδρύθηκε έως και σήμερα, έχει εδραιωθεί ως ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας μας και ένα από τα λίγα με αυτόνομη διεθνή παρουσία. Εκκινώντας από μια αφετηρία την οποία θα μπορούσε κανείς να ανάγει στην ‘επιστημονική’ οικιστική φιλοσοφία του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, η πορεία του Αλέξανδρου Τομπάζη πέρασε με αξιώσεις από τον υστερομοντέρνο Μπρουταλισμό και τον Μεταβολισμό της δεκαετίας του 1960, αλλά και από τη μεταμοντέρνα High-Tech αρχιτεκτονική των δεκαετιών του 1980 και 1990.

Αυτή η πορεία συνεχίστηκε και στις τελευταίες δεκαετίες για να φτάσει σήμερα να απαντά σε έναν νέο σχεδιαστικό-τεχνολογικό πλουραλισμό όπου οι απαιτήσεις είναι πλέον για μια αρχιτεκτονική η οποία καλείται να ισορροπεί ανάμεσα στην άρτια τεχνική επίλυση, τα πολλαπλά πλαίσια κατασκευαστικών κανονισμών και τις εμπορικές κατευθύνσεις της αγοράς. Μια αρχιτεκτονική η οποία είναι ‘αναγκασμένη’ να είναι δημιουργία και προϊόν ταυτόχρονα, σε ένα περιβάλλον με σκληρούς όρους και έντονο ανταγωνισμό. Πρόκειται για ένα απαιτητικό, και πολλές φορές άχαρο, πλαίσιο εργασίας στο οποίο ούτε όλοι μπορούν να ‘επιβιώσουν’, ούτε όλοι επιθυμούν να βρεθούν.

Έχοντας το παραπάνω κατά νου, θα υποστήριζα ότι μια εναλλακτική χαρτογράφηση της αρχιτεκτονικής παραγωγής στην Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει με αυτό το κριτήριο, δηλαδή τη σχέση του κάθε γραφείου με τις εκάστοτε πρακτικές παραγωγής του χώρου ή, πιο συγκεκριμένα, τις αποστάσεις που παίρνει ή όχι το κάθε αρχιτεκτονικό γραφείο από αυτό το οποίο αποτελεί τον κύριο μηχανισμό της παραγωγής του χώρου διεθνώς τις τελευταίες δεκαετίες και που δεν είναι άλλος από τη σύμπραξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με το δημόσιο στις διάφορες παραλλαγές της. Αν ορίζαμε δύο κάθετους μεταξύ τους άξονες, με τον έναν άξονα να είναι η κλίμακα του έργου και τον άλλον άξονα να είναι ο εργοδότης (από το αποκλειστικά δημόσιο έως το αποκλειστικά ιδιωτικό), θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε γρήγορα –και μάλλον εύκολα– όλα τα γνωστά αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας μας σε διάφορες θέσεις στα τέσσερα τεταρτημόρια. Γραφεία που δραστηριοποιούνται κυρίως σε μικρά ιδιωτικά έργα (που είναι και τα περισσότερα), γραφεία που ασχολούνται εξίσου με μικρά ιδιωτικά και μεγάλα δημόσια έργα, γραφεία που επικεντρώνονται σε μεγάλα δημόσια έργα, άλλα που στρέφονται αποκλειστικά σε μεγάλα ιδιωτικά έργα κλπ. (αναφέρομαι εδώ σε υλοποιημένα έργα και όχι σε συμμετοχές σε διαγωνισμούς που είναι μιας άλλης τάξης δραστηριότητα). Οι θέσεις των γραφείων πάνω σε αυτόν τον απλό χάρτη θα δήλωναν ίσως και το πως το κάθε γραφείο επιχειρεί να ορίσει την ταυτότητά του διεκδικώντας ταυτόχρονα και ένα κομμάτι του καταμερισμού της εργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο το γραφείο Τομπάζη θα κινούνταν και στα τέσσερα τεταρτημόρια. Από τη μικρότερη στη μεγαλύτερη κλίμακα της αρχιτεκτονικής, σε έργα ιδιωτικών ή δημόσιων φορέων ή σε συνεργασίες των δύο: κατοικίες, κτήρια γραφείων, αθλητικές εγκαταστάσεις, εκπαιδευτικά συγκροτήματα, μουσεία, τόποι λατρείας, αστικές παρεμβάσεις κ.α. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι αυτή η τόσο πληθωρική δραστηριότητα δημιουργεί μια ασάφεια ως προς την ταυτότητα της αρχιτεκτονικής ή δηλώνει μια τάση να ακολουθεί κανείς τις συγκυρίες χωρίς ξεκάθαρες κατευθύνσεις και σαφή κριτήρια. Κατά τη γνώμη μου μια τέτοια κριτική μπορεί αφενός να υποκρύπτει έναν ελιτισμό, όταν εκφέρεται από πρόσωπα ή θεσμούς που επιλέγουν να διατηρούν μια απόσταση ασφαλείας από αυτά τα οποία πιθανώς θεωρούν ‘προβληματικά’, ‘κακά’ ή ‘βρώμικα’ (τους αμόρφωτους πελάτες, τους ασύδοτους επιχειρηματίες, το στρεβλό δημόσιο κ.ο.κ.) Μια τέτοια κριτική μπορεί αφετέρου να αποφεύγει να παραδεχτεί ότι δεν αποδίδουν όλα τα γραφεία το ίδιο ικανοποιητικά σε όλα τα ζητούμενα· λίγα καταφέρνουν και διατηρούν μια παραγωγική δυναμική για την οποία απαιτούνται ιδιαίτερες αντοχές, γνώσεις και ικανότητες, τεχνικές, οργανωτικές, επικοινωνιακές και άλλες.

Με βάση αυτό το σκεπτικό το γραφείο Τομπάζη διακρίθηκε όλα αυτά τα χρόνια ακριβώς γιατί κατάφερε να κρατήσει ένα υψηλό επίπεδο αρχιτεκτονικής χωρίς να αυτοεξαιρεθεί από περιοχές και πρακτικές της σύγχρονης παραγωγής του χώρου. Χωρίς να κλειστεί μέσα στο ‘χρυσό κλουβί’ ενός ασφαλούς avantgarde αρχιτεκτονικού αισθητισμού –κάτι που θα μπορούσε να κάνει με επιτυχία– το γραφείο δούλεψε κάτω από όλες τις συνθήκες, ισορροπώντας σε δύσκολες καταστάσεις και απαντώντας σε συνεχώς νέες προκλήσεις συμβάλλοντας, στο μέτρο που του αναλογούσε, τόσο στην εξέλιξη του επαγγέλματος όσο και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Η έρευνα και η νέα τεχνογνωσία που προέκυψαν, για παράδειγμα, πάνω σε θέματα ενεργειακά, περιβαλλοντικά, κατασκευαστικά κ.α. αντικατοπτρίζουν μια διάθεση για καινοτομία και διαχρονικότητα που δεν ήταν πρόσκαιρη· μια συνειδητή στροφή προς τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα (resilience) πολύ πριν αυτές οι λέξεις γίνουν μόδα.

Το γραφείο Τομπάζη είναι όμως σημαντικό και για έναν άλλον λόγο. Ως δημιούργημα του μοντερνισμού της δεκαετίας του 1960, ακολούθησε μια πορεία που συνεχώς μας θυμίζει το βασικό διακύβευμα εκείνης της ‘ηρωικής’ εποχής: την αρχιτεκτονική ως δημιουργία μιας τεχνοκρατικής ελίτ η οποία επιδίωκε να προχωράει με σταθερά βήματα, με μέθοδο και γνώση, πραγματισμό και υπευθυνότητα, όραμα και αισιοδοξία. Στα ρευστά υπερνεωτερικά πλαίσια της σύγχρονης μεταβιομηχανικής συνθήκης, όπου η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζεται συχνά ως πρόσχημα και με ένα τρόπο επιφανειακό και κοντόφθαλμο, αν όχι και κυνικό, το γραφείο Τομπάζη διατήρησε το δικό του αξιακό πλαίσιο. Σίγουρα η δέσμευση αυτή έκανε τη διαδρομή από το 1963 έως σήμερα πιο δύσβατη, αλλά διατήρησε και κάτι από αυτό που έκανε τη μοντέρνα αρχιτεκτονική της δεκαετίας του 1960 να πιστεύει ότι εργάζεται προς όφελος των πολιτών και υπό την προοπτική μιας καλύτερης, μελλοντικής κοινωνίας.

Κώστας Τσιαμπάος

27 Ιανουαρίου 2020

Animals, Architecture, and the Critique of Modernity

Massimo Scolari, The solitary sparrow, 1974




AA School - History and Critical Thinking MA
 
HCT & PhD Debates Session 2 – Animals, Architecture, and the Critique of Modernity
HCT & PhD Debates: History in Translation
Session 2: Animals, Architecture, and the Critique of Modernity

Guest speaker: Kostas Tsiambaos
Thursday 30 January | 4:00–6:00 pm | 32 Bedford Square (First Floor Back)
 
Although the representations of animals in architecture since 1900 receded, as positivism and functionalism prevailed, one can still notice various representations of animals in the work of modern and postmodern architects. From the goat in Hans Poelzig's Porzellanpavillon (1922), and the pack-donkey in Le Corbusier’s The City of Tomorrow (1929), to the horse in Superstudio’s Atti Fondamentali (1972), and the dog in Lina Bo Bardi’s Intermezzo per bambini (1984) the animal, as a symbolic representation, comes to serve a critical-interpretive function. In my talk, I will focus on a few case studies in which the animal comes to question the form and content of architecture by pointing towards a meta-architectural future.