2 Δεκεμβρίου 2018

Ο κάναβος και ο λαβύρινθος


Τσιαμπάος, Κώστας. "Ο κάναβος και ο λαβύρινθος". Κείμενο στον κατάλογο της 9ης Μπιενάλε νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων του ΕΙΑ, 2018, σ. 20-21.

Το 1998 η 2η Biennale νέων Ελλήνων αρχιτεκτόνων είχε ως θέμα της τη σχέση αρχιτεκτονικής και πόλης και επιχειρούσε να περιγράψει, ή και να προβλέψει, τη νέα αστική συνθήκη στη μετάβαση από τον 20ό στον 21ο αιώνα. Τα έργα που παρουσιάστηκαν ανήκαν σαφώς σε μια εποχή η οποία ήθελε να ξεπεράσει τη μεταμοντέρνα κλασικιστική ή νέο-παραδοσιακή εικονογραφία των δεκαετιών του ’80 του ’90 και να υιοθετήσει μια αφαιρετική, ‘ψυχρή’, πραγματιστική έκφραση.[1] Κατασκευές μικρής ή μεγάλης κλίμακας, έδιναν έμφαση στις καθαρά προγραμματικές τους ιδιότητες σε μια προσπάθεια να ανταποκριθούν στις σύνθετες δυναμικές μιας παγκοσμιοποίησης τόσο ελκυστικής όσο και επιθετικής.

Σήμερα, 20 χρόνια μετά, όλα μοιάζουν να είναι αλλιώς. Τα χρόνια που μεσολάβησαν (τα μισά σχεδόν σε συνθήκες κρίσης) κάνουν τη συζήτηση του 1998 να μοιάζει άτοπη. Όχι επειδή τα όσα απασχολούσαν τους τότε επιμελητές ή συμμετέχοντες δεν είναι και σήμερα πραγματικά, επίκαιρα ή έγκυρα. Αλλά γιατί η τότε προτεινόμενη στρατηγική και η τότε διαφαινόμενη δυναμική έχουν σήμερα ακυρωθεί. Αν η έμφαση των αρχιτεκτόνων του 1998 σε μια προγραμματική, επιτελεστική (performative) διάσταση της αρχιτεκτονικής υπονοούσε την ανασύνταξη της πολιτικής μετά το «τέλος της ιστορίας», στη στάση των αρχιτεκτόνων του 2018 είναι εμφανής η αμηχανία ή η αδιαφορία τους να προτείνουν ακριβείς τακτικές και κατευθύνσεις.[2]

Θα μπορούσα να πω σχηματικά ότι στη θέση του κανάβου - εκείνης δηλαδή της μετασχεδιαστικής αρχιτεκτονικής ‘σκακιέρας’ πάνω στην οποία αναπτύσσονταν η επιτελική «κίνηση του ιππότη» (Tafuri)[3] - τοποθετήθηκε ένας λαβύρινθος χωρίς εμφανή έξοδο. Για την ακρίβεια, είναι οι ίδιες οι γραμμές του κανάβου που έχουν τώρα μπλεχτεί μεταξύ τους από τις διαδοχικές, σπασμωδικές κινήσεις του «ιππότη» οι οποίες μοιάζουν πια άσκοπες.

Σε αυτό το πλαίσιο οι συμμετοχές της 9ης Biennale τις οποίες ξεχώρισα δεν έχουν εκείνη την συνάφεια και ομοιογένεια που μπορεί να είχαν κάποτε. Και αυτό δεν συνέβη μόνο επειδή απουσίαζε η δέσμευση πάνω σε μια σαφή θεματική αλλά επειδή οι σημερινές συνθήκες είναι, ούτως ή άλλως, διαφορετικές. Το μαξιμαλιστικό φουτουριστικό ‘πάρκο’ των Tsolakis Architects στη Γκάνα και το μινιμαλιστικό πρωτόγονο ‘καλύβι’ της Εύας Σοπέογλου στη Χαλκιδική περιγράφουν, ίσως, τους δύο αντιδιαμετρικούς πόλους της σημερινής κατάστασης. Ένας τρίτος πόλος θα μπορούσε να είναι η ευφάνταστη δουλειά του γραφείου 314 Architecture Studio από το οποίο όμως θα περιμένουμε να ολοκληρώσει κι άλλα χτισμένα έργα πριν βγουν πιο στέρεα συμπεράσματα.

Σίγουρα οι περισσότερες από τις συμμετοχές αφορούν προτάσεις οι οποίες έχουν σαφείς σχεδιαστικές ή/και κατασκευαστικές αρετές και υιοθετούν σύγχρονες τεχνικές επικοινωνίας χωρίς να έχουν ιδιαίτερες φιλοδοξίες κριτικής στάσης, θεωρητικής οπτικής ή σχεδιαστικής καινοτομίας. Πρόκειται για μελέτες τις οποίες χαρακτηρίζει η συνθετική καθαρότητα ή η εκφραστικότητα της κεντρικής ιδέας, η εύστοχη ανάλυση των δεδομένων ή η μελετημένη ένταξη στο περιβάλλον, η συνομιλία με τις διεθνείς αρχιτεκτονικές τάσεις ή η συνέχιση μιας σχεδιαστικής παράδοσης. Έργα, υλοποιημένα ή μη, τα οποία ακολουθούν μια στέρεη, καλά δουλεμένη ρητορική, ικανή να σταθεί με αξιώσεις σε διεθνές επίπεδο όπως φαίνεται και από τις διακρίσεις σε διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και την αναγνώριση από διεθνή αρχιτεκτονικά websites.

Ως δύο περιπτώσεις αναφοράς, με κλασικούς αρχιτεκτονικούς όρους, θα ξεχώριζα τις συμμετοχές των Vois Architects και των Tense Architecture Network. Πατώντας, με διαφορετικό τρόπο η κάθε ομάδα, πάνω σε μια φαινομενολογική παράδοση η οποία ξεκινά από το “genius loci” του Norberg-Schulz[4] και φτάνει στο “attunement” του ύστερου Pérez-Gómez[5] πείθουν απόλυτα για τη αρτιότητα, την ακρίβεια και την αποτελεσματικότητά τους, από την αρχική ιδέα μέχρι την κατασκευαστική λεπτομέρεια. Οι Tense προχωρούν σαφώς ένα βήμα παραπάνω συνθέτοντας την τολμηρή όσο και σίγουρη εξπρεσιονιστική γραφή τους με έναν λόγο στοχαστικό ο οποίος ενδυναμώνει τη σχεδιαστική αυτονομία.

Σημαντική θεωρώ και τη δραστηριότητα των αρχιτεκτόνων στα δημόσια έργα σε μια εποχή όπου οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες και όχι μόνο για λόγους οικονομικούς. H πλατεία Νίκης στην Κοζάνη των 406 Architects, η πλατεία Εμπορίου στις Σέρρες των PANK ή το δημοτικό ωδείο της Γλυφάδας των Καραλή - Μπαμπανέλου, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ενδιαφέρον έχουν όμως και ιδιωτικά έργα τα οποία διαχέουν πρότυπα ‘υψηλής’ αρχιτεκτονικής σε γεωγραφικές περιοχές οι οποίες μοιάζουν ‘περιφερειακές’. Η κατοικία στο Καματερό των LKMK ή η κατοικία στην Κατερίνη της Μανιάτη προβάλλουν μια προ κρίσης αρχιτεκτονική εικόνα, την οποία μάλλον είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε αλλού, και την εδραιώνουν ως επιθυμητό σύμβολο σύγχρονης κατοίκησης για ένα νέο κοινό.

Θα αναφέρω, τέλος, δύο γραφεία που ξεχώρισα γιατί ήταν από τα ελάχιστα, αν όχι τα μόνα, που προσπάθησαν να αρθρώσουν έναν θεωρητικό λόγο ο οποίος να πλαισιώνει και να υποστηρίζει τον σχεδιασμό. Από τη μία η ομάδα Παπαλαμπρόπουλος - Συριοπούλου ακολουθεί μια εσωτερική - ‘ησυχαστική’ προσέγγιση: στη μελέτη τους Συμβίωσις δεν κρύβουν την πρόθεσή τους να σχολιάσουν ένα τυπικό θεσμικό και χωρικό μοντέλο μέσα από την αναθεώρησή του σε μια εναλλακτική, σχεδόν ουτοπική, σχέση κτηριακού συγκροτήματος και πόλης. Εδώ οι post-digital αναπαραστάσεις δεν περιορίζονται σε μια ρηχή, αυτάρεσκη εικονολογία αλλά καλλιεργούν την απαραίτητη κριτική απόσταση βαδίζοντας στην παράδοση των Superstudio και των Archizoom. Από την άλλη η Κιούρτη υιοθετεί μια ακτιβιστική - διδακτική στάση: το κατάστημα ρούχων της Πάτρας αποδομείται (κυριολεκτικά και μεταφορικά) για να ξαναφτιαχτεί από τα ‘ερείπιά’ του ενώ το ξενοδοχείο στον Όθο της Καρπάθου ‘σπάει’ σε κομματάκια, ‘ρέει’ και ‘αποκρύπτεται’ μέσα στον οικισμό. Δύο λιτά, αιχμηρά μανιφέστα που μας μιλούν αφενός για τη σχέση αρχιτεκτονικής και οικονομικής κρίσης και αφετέρου για τη βιώσιμη, τουριστική ανάπτυξη ως συμφιλίωση με τον τόπο και την ιστορία.

Τα παραπάνω αναστοχαστικά έργα δηλώνουν και μια σαφή πρόθεση να αναβαθμιστεί ξανά η θεωρία ως προγραμματική βάση του σχεδιασμού έτσι ώστε να περιοριστεί η άσκοπη κίνηση μέσα στον λαβύρινθο και το μπέρδεμα του μίτου της σύγχρονης ελληνικής αρχιτεκτονικής. Γιατί ένα τέτοιο μπέρδεμα φανερώνουν, κατά τη γνώμη μου, οι δεκάδες νέες κατοικίες στα νησιά του Αιγαίου τις οποίες κληθήκαμε να αξιολογήσουμε: λευκά αρχέτυπα που θέλουν να φαίνονται ‘αθώα’ χωρίς όμως να είναι× ευαίσθητες ‘χειρονομίες’ ελεύθερου χρόνου που όμως ‘τραυματίζουν’, άθελά τους, το τοπίο× λιτές δημιουργίες ευ ζην που όμως αντλούν την αξία τους από ένα περιβάλλον που καλύτερα θα ήταν να παραμείνει άκτιστο…

Μια επιχείρηση ανακατασκευής του κανάβου σήμερα δεν θα ήταν μια απλή υπόθεση. Δυο άξονες οι οποίοι τέμνονται κάθετα δεν είναι πλέον κάτι το αυτονόητο.

Αναμένουμε από τον «ιππότη» της σκακιέρας να ανασυντάξει τις δυνάμεις του.[6]

_____________________________

[1] Για μια γενική επισκόπηση του πραγματισμού ως ένα μεταθεωρητικό ρεύμα και τη σχέση του με τη σύγχρονη αρχιτεκτονική βλ. Joan Ockman (επιμ.). The Pragmatist Imagination: Thinking about “Things in the Making”. New York: Princeton Architectural Press, 2001 και William S. Saunders (επιμ.). The New Architectural Pragmatism: Α Harvard design magazine reader. Minneapolis: University of Minnesota Press, 2007.
[2] Αντίστοιχα, η ανάδειξη του «νομαδισμού» των Deleuze και Guattari από την 3η Biennale του 2001 στην κύρια θεωρητική αναφορά μοιάζει σήμερα εξίσου παράδοξη και μακρινή, υπερβολικά ιστορικά προσδιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά διακρίνει κανείς καθαρά σε αυτήν την ‘εμμονή’ την προσδοκία να υιοθετηθεί μια εναλλακτική επιχειρησιακή- σχεδιαστική τακτική.
[3] Manfredo Tafuri. The Sphere and the Labyrinth: Avant-Gardes and Architecture from Piranesi to the 1970s. Cambridge, Mass.: The MIT Press, 1987 [1980], σ. 8 και 16. Ο Tafuri αναφέρεται σε μια μεταφορά του Ρώσου κριτικού Viktor Shklovsky (1893-1984) σε σχέση με την αντίδραση της μοντέρνας πρωτοπορίας απέναντι στο πραγματικό.
[4] Christian Norberg-Schulz. Genius Loci, Το πνεύμα του τόπου: Για μια φαινομενολογία της αρχιτεκτονικής. Αθήνα: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, 2009 [1979].
[5] Alberto Pérez-Gómez. Attunement: Architectural Meaning After the Crisis of Modern Science. Cambridge, Mass.: The MIT Press, 2016.
[6] “The parameters proper to a history of the laws that permit the existence of any architecture must thus be called upon - like the threads of Ariadne - to unravel the intricate and labyrinthine paths traveled by Utopia, in order to project, on a rectilinear grid, the “knight's move” institutionalized by poetic language”. Tafuri, όπ.π., σ. 16.

Δεν υπάρχουν σχόλια: