18 Φεβρουαρίου 2020

Η καινοτομία ως ευθύνη




Το βιβλίο εκδίδεται στο πλαίσιο της εκδήλωσης που οργανώθηκε από το αρχιτεκτονικό περιοδικό ek και το Ελληνικό Ινστιτούτο Αρχιτεκτονικής την 13/12/2019 στο
ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΙΔΡΥΜΑ ΣΤΑΥΡΟΣ ΝΙΑΡΧΟΣ.


Επιμέλεια έκδοσης: Αριάδνη Βοζάνη, Ηλίας Κωνσταντόπουλος


Το γραφείο μελετών Α. Ν. Τομπάζη, από το 1963 που ιδρύθηκε έως και σήμερα, έχει εδραιωθεί ως ένα από τα σημαντικότερα αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας μας και ένα από τα λίγα με αυτόνομη διεθνή παρουσία. Εκκινώντας από μια αφετηρία την οποία θα μπορούσε κανείς να ανάγει στην ‘επιστημονική’ οικιστική φιλοσοφία του Κωνσταντίνου Δοξιάδη, η πορεία του Αλέξανδρου Τομπάζη πέρασε με αξιώσεις από τον υστερομοντέρνο Μπρουταλισμό και τον Μεταβολισμό της δεκαετίας του 1960, αλλά και από τη μεταμοντέρνα High-Tech αρχιτεκτονική των δεκαετιών του 1980 και 1990.

Αυτή η πορεία συνεχίστηκε και στις τελευταίες δεκαετίες για να φτάσει σήμερα να απαντά σε έναν νέο σχεδιαστικό-τεχνολογικό πλουραλισμό όπου οι απαιτήσεις είναι πλέον για μια αρχιτεκτονική η οποία καλείται να ισορροπεί ανάμεσα στην άρτια τεχνική επίλυση, τα πολλαπλά πλαίσια κατασκευαστικών κανονισμών και τις εμπορικές κατευθύνσεις της αγοράς. Μια αρχιτεκτονική η οποία είναι ‘αναγκασμένη’ να είναι δημιουργία και προϊόν ταυτόχρονα, σε ένα περιβάλλον με σκληρούς όρους και έντονο ανταγωνισμό. Πρόκειται για ένα απαιτητικό, και πολλές φορές άχαρο, πλαίσιο εργασίας στο οποίο ούτε όλοι μπορούν να ‘επιβιώσουν’, ούτε όλοι επιθυμούν να βρεθούν.

Έχοντας το παραπάνω κατά νου, θα υποστήριζα ότι μια εναλλακτική χαρτογράφηση της αρχιτεκτονικής παραγωγής στην Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει με αυτό το κριτήριο, δηλαδή τη σχέση του κάθε γραφείου με τις εκάστοτε πρακτικές παραγωγής του χώρου ή, πιο συγκεκριμένα, τις αποστάσεις που παίρνει ή όχι το κάθε αρχιτεκτονικό γραφείο από αυτό το οποίο αποτελεί τον κύριο μηχανισμό της παραγωγής του χώρου διεθνώς τις τελευταίες δεκαετίες και που δεν είναι άλλος από τη σύμπραξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας με το δημόσιο στις διάφορες παραλλαγές της. Αν ορίζαμε δύο κάθετους μεταξύ τους άξονες, με τον έναν άξονα να είναι η κλίμακα του έργου και τον άλλον άξονα να είναι ο εργοδότης (από το αποκλειστικά δημόσιο έως το αποκλειστικά ιδιωτικό), θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε γρήγορα –και μάλλον εύκολα– όλα τα γνωστά αρχιτεκτονικά γραφεία της χώρας μας σε διάφορες θέσεις στα τέσσερα τεταρτημόρια. Γραφεία που δραστηριοποιούνται κυρίως σε μικρά ιδιωτικά έργα (που είναι και τα περισσότερα), γραφεία που ασχολούνται εξίσου με μικρά ιδιωτικά και μεγάλα δημόσια έργα, γραφεία που επικεντρώνονται σε μεγάλα δημόσια έργα, άλλα που στρέφονται αποκλειστικά σε μεγάλα ιδιωτικά έργα κλπ. (αναφέρομαι εδώ σε υλοποιημένα έργα και όχι σε συμμετοχές σε διαγωνισμούς που είναι μιας άλλης τάξης δραστηριότητα). Οι θέσεις των γραφείων πάνω σε αυτόν τον απλό χάρτη θα δήλωναν ίσως και το πως το κάθε γραφείο επιχειρεί να ορίσει την ταυτότητά του διεκδικώντας ταυτόχρονα και ένα κομμάτι του καταμερισμού της εργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο το γραφείο Τομπάζη θα κινούνταν και στα τέσσερα τεταρτημόρια. Από τη μικρότερη στη μεγαλύτερη κλίμακα της αρχιτεκτονικής, σε έργα ιδιωτικών ή δημόσιων φορέων ή σε συνεργασίες των δύο: κατοικίες, κτήρια γραφείων, αθλητικές εγκαταστάσεις, εκπαιδευτικά συγκροτήματα, μουσεία, τόποι λατρείας, αστικές παρεμβάσεις κ.α. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι αυτή η τόσο πληθωρική δραστηριότητα δημιουργεί μια ασάφεια ως προς την ταυτότητα της αρχιτεκτονικής ή δηλώνει μια τάση να ακολουθεί κανείς τις συγκυρίες χωρίς ξεκάθαρες κατευθύνσεις και σαφή κριτήρια. Κατά τη γνώμη μου μια τέτοια κριτική μπορεί αφενός να υποκρύπτει έναν ελιτισμό, όταν εκφέρεται από πρόσωπα ή θεσμούς που επιλέγουν να διατηρούν μια απόσταση ασφαλείας από αυτά τα οποία πιθανώς θεωρούν ‘προβληματικά’, ‘κακά’ ή ‘βρώμικα’ (τους αμόρφωτους πελάτες, τους ασύδοτους επιχειρηματίες, το στρεβλό δημόσιο κ.ο.κ.) Μια τέτοια κριτική μπορεί αφετέρου να αποφεύγει να παραδεχτεί ότι δεν αποδίδουν όλα τα γραφεία το ίδιο ικανοποιητικά σε όλα τα ζητούμενα· λίγα καταφέρνουν και διατηρούν μια παραγωγική δυναμική για την οποία απαιτούνται ιδιαίτερες αντοχές, γνώσεις και ικανότητες, τεχνικές, οργανωτικές, επικοινωνιακές και άλλες.

Με βάση αυτό το σκεπτικό το γραφείο Τομπάζη διακρίθηκε όλα αυτά τα χρόνια ακριβώς γιατί κατάφερε να κρατήσει ένα υψηλό επίπεδο αρχιτεκτονικής χωρίς να αυτοεξαιρεθεί από περιοχές και πρακτικές της σύγχρονης παραγωγής του χώρου. Χωρίς να κλειστεί μέσα στο ‘χρυσό κλουβί’ ενός ασφαλούς avantgarde αρχιτεκτονικού αισθητισμού –κάτι που θα μπορούσε να κάνει με επιτυχία– το γραφείο δούλεψε κάτω από όλες τις συνθήκες, ισορροπώντας σε δύσκολες καταστάσεις και απαντώντας σε συνεχώς νέες προκλήσεις συμβάλλοντας, στο μέτρο που του αναλογούσε, τόσο στην εξέλιξη του επαγγέλματος όσο και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Η έρευνα και η νέα τεχνογνωσία που προέκυψαν, για παράδειγμα, πάνω σε θέματα ενεργειακά, περιβαλλοντικά, κατασκευαστικά κ.α. αντικατοπτρίζουν μια διάθεση για καινοτομία και διαχρονικότητα που δεν ήταν πρόσκαιρη· μια συνειδητή στροφή προς τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα (resilience) πολύ πριν αυτές οι λέξεις γίνουν μόδα.

Το γραφείο Τομπάζη είναι όμως σημαντικό και για έναν άλλον λόγο. Ως δημιούργημα του μοντερνισμού της δεκαετίας του 1960, ακολούθησε μια πορεία που συνεχώς μας θυμίζει το βασικό διακύβευμα εκείνης της ‘ηρωικής’ εποχής: την αρχιτεκτονική ως δημιουργία μιας τεχνοκρατικής ελίτ η οποία επιδίωκε να προχωράει με σταθερά βήματα, με μέθοδο και γνώση, πραγματισμό και υπευθυνότητα, όραμα και αισιοδοξία. Στα ρευστά υπερνεωτερικά πλαίσια της σύγχρονης μεταβιομηχανικής συνθήκης, όπου η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζεται συχνά ως πρόσχημα και με ένα τρόπο επιφανειακό και κοντόφθαλμο, αν όχι και κυνικό, το γραφείο Τομπάζη διατήρησε το δικό του αξιακό πλαίσιο. Σίγουρα η δέσμευση αυτή έκανε τη διαδρομή από το 1963 έως σήμερα πιο δύσβατη, αλλά διατήρησε και κάτι από αυτό που έκανε τη μοντέρνα αρχιτεκτονική της δεκαετίας του 1960 να πιστεύει ότι εργάζεται προς όφελος των πολιτών και υπό την προοπτική μιας καλύτερης, μελλοντικής κοινωνίας.

Κώστας Τσιαμπάος

Δεν υπάρχουν σχόλια: