28 Σεπτεμβρίου 2011
Κατοικία στον Άγιο Ιωάννη / v2
27 Σεπτεμβρίου 2011
Ο Le Corbusier στην Αθήνα
‘Μάτια που βλέπουν … την Ακρόπολη’
Εκατό χρόνια από το Ταξίδι της Ανατολής του Le Corbusier
Μουσείο Μπενάκη 21 - 22 Οκτωβρίου 2011
17η Επιστημονική συνάντηση του Ιδρύματος Le Corbusier, σε συνεργασία με τη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, το Μουσείο Μπενάκη και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών
Η συνάντηση του νεαρού le Corbusier με την Ακρόπολη τον Σεπτέμβριο του 1911 ήταν εκρηκτική. Στα μάτια του, οι καθαρές μορφές των αρχαίων ελληνικών μνημείων δεν θα αποτελούσαν πια επιβεβαίωση των οραμάτων του κλασικισμού αλλά την πιο ριζοσπαστική υπόσχεση της νεωτερικότητας. Ο Παρθενώνας του θα ‘συναγωνιζόταν’ λίγα χρόνια αργότερα τα πιο γρήγορα αυτοκίνητα της εποχής, με την κοφτερή ακμή των μαρμάρων του να στέκει πλάι σε λαμπερές αιχμές του ατσαλιού. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική του είναι γεννηθεί μέσα από τη γόνιμη συνεύρεση του νέου και του παλιού σε μια Αθήνα που ήταν και τότε σε μεγάλη κρίση.
Ο Charles-Edouard Jeanneret, που όλοι γνωρίζουμε ως Le Corbusier, ήταν 24 χρονών όταν ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι μαθητείας που ονόμασε «Ταξίδι της Ανατολής». Με αφετηρία το Βερολίνο, διέσχισε τα Βαλκάνια ως την Κωνσταντινούπολη, την Ελλάδα και την Ιταλία, για να τελειώσει τη διαδρομή στη γενέτειρα πόλη του, στην Ελβετία, μετά από έξη μήνες. Ταξιδεύοντας με τραίνο, με άλογο, με πλοίο και συχνότερα με τα πόδια, μπόρεσε να επισκεφθεί τα σημαντικά μνημεία της ιστορίας, την Αγία Σοφία και τα τζαμιά στην Πόλη, το Άγιο Όρος, την Ακρόπολη, τους Δελφούς, την Πομπηία, τη Ρώμη και τη βίλλα του Αδριανού, και να ανακαλύψει τις ζωντανές λαϊκές παραδόσεις περιοχών στις οποίες δεν σύχναζαν τότε ακόμα οι τουρίστες.
Με αφορμή τα εκατό χρόνια από το «Ταξίδι της Ανατολής» το Ίδρυμα Le Corbusier πήρε την πρωτοβουλία της οργάνωσης τριών επιστημονικών συναντήσεων στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νάπολη, τους τρεις σημαντικότερους σταθμούς του ταξιδιού του. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές θα αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο οι πόλεις, τα τοπία και οι πολιτισμοί ενίσχυσαν την παιδεία του, συνέβαλαν στην απόφασή του να γίνει αρχιτέκτονας και εμπλούτισαν τη φαντασία του.
Η συνάντηση της Αθήνας, στις 21 και 22 Οκτωβρίου, έχει τίτλο ‘Μάτια που βλέπουν … την Ακρόπολη’, παραφράζοντας το ‘Μάτια που δεν βλέπουν … την Αρχιτεκτονική’ από το ανατρεπτικό Vers une architecture του 1923. Συμμετέχουν Έλληνες και ξένοι ομιλητές. Ανάμεσά τους, η Marie-Jeanne Dumont, ο Jean-Louis Cohen, ο Σάββας Κονταράτος, ο Μανόλης Κορρές, ο Γιάννης Τσιώμης και ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης. Οι δύο τελευταίοι έχουν την επιστημονική επιμέλεια της εκδήλωσης. Την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου θα εγκαινιαστεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών μια έκθεση 11 σχεδίων του Jeanneret από το Ταξίδι της Ανατολής με τίτλο «Η γλώσσα της πέτρας».
Πρόγραμμα επιστημονικής συνάντησης
Παρασκευή 21 Οκτωβρίου
9.30 Χαιρετισμοί
Άγγελος Δεληβοριάς, Μουσείο Μπενάκη
Claude Prelorenzo, Ίδρυμα Le Corbusier
Παναγιώτης Τουρνικιώτης, επιμελητής
10.00 Η Ελλάδα του Jeanneret
Françoise Very: Αθήνα, το χρώμα της σκιάς
Yannis Tsiomis: Διασχίζοντας την Ευρώπη και τα Βαλκάνια
Marie Jeanne Dumont: “Προσπάθησε να θυμούνται ότι πήγες στην Ακρόπολη”: η αλληλογραφία με τον William Ritter,
Arnaud François: Οι φωτογραφίες του ταξιδιού της Ανατολής και δρόμος προς την αρχιτεκτονική αφαίρεση,
16.00 Ο Jeanneret στην Ελλάδα
Αλέκα Γερόλυμπου: La Grèce et les Balkans en 1911
Κατερίνα Γαρδίκα: Η καθημερινή ζωή στην Αθήνα του 1911
Παναγιώτης Φαραντάτος: Η άλλη Ελλάδα
Σάββατο 22 Οκτωβρίου
10.00 Η Ακρόπολη του Le Corbusier
Σάββας Κονταράτος: Η Ακρόπολη και το ‘άλλο’ της: Renan, Freud, Le Corbusier
Μανόλης Κορρές: Η Ακρόπολη κατά την επίσκεψη του Jeanneret στην Αθήνα
Jean-Louis Cohen: Για μια Ακρόπολη : από την Αθήνα στη Ronchamp
Παναγιώτης Τουρνικιώτης: Η διαρκής επιστροφή στην Ακρόπολη
Θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση
Έκθεση
‘Το ταξίδι της Ανατολής και η γλώσσα της πέτρας’, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, οδός Σίνα 31
Εγκαίνια, Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, 20.00.
Χορηγός της εκδήλωσης, περιοδικό «ΔΟΜΕΣ».
Πληροφορίες : lecorbusier2011ath@arch.ntua.gr
Εκατό χρόνια από το Ταξίδι της Ανατολής του Le Corbusier
Μουσείο Μπενάκη 21 - 22 Οκτωβρίου 2011
17η Επιστημονική συνάντηση του Ιδρύματος Le Corbusier, σε συνεργασία με τη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, το Μουσείο Μπενάκη και το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών
Η συνάντηση του νεαρού le Corbusier με την Ακρόπολη τον Σεπτέμβριο του 1911 ήταν εκρηκτική. Στα μάτια του, οι καθαρές μορφές των αρχαίων ελληνικών μνημείων δεν θα αποτελούσαν πια επιβεβαίωση των οραμάτων του κλασικισμού αλλά την πιο ριζοσπαστική υπόσχεση της νεωτερικότητας. Ο Παρθενώνας του θα ‘συναγωνιζόταν’ λίγα χρόνια αργότερα τα πιο γρήγορα αυτοκίνητα της εποχής, με την κοφτερή ακμή των μαρμάρων του να στέκει πλάι σε λαμπερές αιχμές του ατσαλιού. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική του είναι γεννηθεί μέσα από τη γόνιμη συνεύρεση του νέου και του παλιού σε μια Αθήνα που ήταν και τότε σε μεγάλη κρίση.
Ο Charles-Edouard Jeanneret, που όλοι γνωρίζουμε ως Le Corbusier, ήταν 24 χρονών όταν ξεκίνησε το μεγάλο ταξίδι μαθητείας που ονόμασε «Ταξίδι της Ανατολής». Με αφετηρία το Βερολίνο, διέσχισε τα Βαλκάνια ως την Κωνσταντινούπολη, την Ελλάδα και την Ιταλία, για να τελειώσει τη διαδρομή στη γενέτειρα πόλη του, στην Ελβετία, μετά από έξη μήνες. Ταξιδεύοντας με τραίνο, με άλογο, με πλοίο και συχνότερα με τα πόδια, μπόρεσε να επισκεφθεί τα σημαντικά μνημεία της ιστορίας, την Αγία Σοφία και τα τζαμιά στην Πόλη, το Άγιο Όρος, την Ακρόπολη, τους Δελφούς, την Πομπηία, τη Ρώμη και τη βίλλα του Αδριανού, και να ανακαλύψει τις ζωντανές λαϊκές παραδόσεις περιοχών στις οποίες δεν σύχναζαν τότε ακόμα οι τουρίστες.
Με αφορμή τα εκατό χρόνια από το «Ταξίδι της Ανατολής» το Ίδρυμα Le Corbusier πήρε την πρωτοβουλία της οργάνωσης τριών επιστημονικών συναντήσεων στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Νάπολη, τους τρεις σημαντικότερους σταθμούς του ταξιδιού του. Μέσα από τις συναντήσεις αυτές θα αναδειχθεί ο τρόπος με τον οποίο οι πόλεις, τα τοπία και οι πολιτισμοί ενίσχυσαν την παιδεία του, συνέβαλαν στην απόφασή του να γίνει αρχιτέκτονας και εμπλούτισαν τη φαντασία του.
Η συνάντηση της Αθήνας, στις 21 και 22 Οκτωβρίου, έχει τίτλο ‘Μάτια που βλέπουν … την Ακρόπολη’, παραφράζοντας το ‘Μάτια που δεν βλέπουν … την Αρχιτεκτονική’ από το ανατρεπτικό Vers une architecture του 1923. Συμμετέχουν Έλληνες και ξένοι ομιλητές. Ανάμεσά τους, η Marie-Jeanne Dumont, ο Jean-Louis Cohen, ο Σάββας Κονταράτος, ο Μανόλης Κορρές, ο Γιάννης Τσιώμης και ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης. Οι δύο τελευταίοι έχουν την επιστημονική επιμέλεια της εκδήλωσης. Την Πέμπτη 20 Οκτωβρίου θα εγκαινιαστεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών μια έκθεση 11 σχεδίων του Jeanneret από το Ταξίδι της Ανατολής με τίτλο «Η γλώσσα της πέτρας».
Πρόγραμμα επιστημονικής συνάντησης
Παρασκευή 21 Οκτωβρίου
9.30 Χαιρετισμοί
Άγγελος Δεληβοριάς, Μουσείο Μπενάκη
Claude Prelorenzo, Ίδρυμα Le Corbusier
Παναγιώτης Τουρνικιώτης, επιμελητής
10.00 Η Ελλάδα του Jeanneret
Françoise Very: Αθήνα, το χρώμα της σκιάς
Yannis Tsiomis: Διασχίζοντας την Ευρώπη και τα Βαλκάνια
Marie Jeanne Dumont: “Προσπάθησε να θυμούνται ότι πήγες στην Ακρόπολη”: η αλληλογραφία με τον William Ritter,
Arnaud François: Οι φωτογραφίες του ταξιδιού της Ανατολής και δρόμος προς την αρχιτεκτονική αφαίρεση,
16.00 Ο Jeanneret στην Ελλάδα
Αλέκα Γερόλυμπου: La Grèce et les Balkans en 1911
Κατερίνα Γαρδίκα: Η καθημερινή ζωή στην Αθήνα του 1911
Παναγιώτης Φαραντάτος: Η άλλη Ελλάδα
Κώστας Τσιαμπάος: Μετά τη συντριβή: από την Ελευσίνα στους Δελφούς
Σάββατο 22 Οκτωβρίου
10.00 Η Ακρόπολη του Le Corbusier
Σάββας Κονταράτος: Η Ακρόπολη και το ‘άλλο’ της: Renan, Freud, Le Corbusier
Μανόλης Κορρές: Η Ακρόπολη κατά την επίσκεψη του Jeanneret στην Αθήνα
Jean-Louis Cohen: Για μια Ακρόπολη : από την Αθήνα στη Ronchamp
Παναγιώτης Τουρνικιώτης: Η διαρκής επιστροφή στην Ακρόπολη
Θα υπάρχει ταυτόχρονη μετάφραση
Έκθεση
‘Το ταξίδι της Ανατολής και η γλώσσα της πέτρας’, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, οδός Σίνα 31
Εγκαίνια, Πέμπτη 20 Οκτωβρίου, 20.00.
Χορηγός της εκδήλωσης, περιοδικό «ΔΟΜΕΣ».
Πληροφορίες : lecorbusier2011ath@arch.ntua.gr
19 Σεπτεμβρίου 2011
Το βάρος του λόγου
Αφορμή για το κείμενο αυτό αποτέλεσε μία επίσκεψη στην Θεσσαλονίκη, πριν από μερικές εβδομάδες, όταν, ένα μεσημέρι, σε μια συνάντηση που είχα με έναν φίλο που ζει εκεί τον τελευταίο καιρό, έμαθα για έναν νέο χώρο της πόλης, το καφέ - μπαρ - εστιατόριο Β.
'-Και που είναι αυτό;'ρωτάω.
'-Στο Βυζαντινό μουσείο' , μου λέει.
'-Ναι, πού ακριβώς; Πώς πάς εκεί;' ξαναρωτάω, φέρνοντας στο μυαλό μου την περιοχή και προσπαθώντας να φανταστώ πού θα μπορούσε να 'σταθεί' εκεί ένα τέτοιο μέρος ανάμεσα στα κτήρια του νέου δημαρχείου, του βυζαντινού μουσείου και πάνω στον άξονα της Τρίτης Σεπτεμβρίου.
'-Βασικά είναι μέσα στο μουσείο' απαντάει. 'Είναι ένας πολύ ωραίος χώρος, ήσυχος... κάτι το διαφορετικό'.
'-Στο Βυζαντινό μουσείο' , μου λέει.
'-Ναι, πού ακριβώς; Πώς πάς εκεί;' ξαναρωτάω, φέρνοντας στο μυαλό μου την περιοχή και προσπαθώντας να φανταστώ πού θα μπορούσε να 'σταθεί' εκεί ένα τέτοιο μέρος ανάμεσα στα κτήρια του νέου δημαρχείου, του βυζαντινού μουσείου και πάνω στον άξονα της Τρίτης Σεπτεμβρίου.
'-Βασικά είναι μέσα στο μουσείο' απαντάει. 'Είναι ένας πολύ ωραίος χώρος, ήσυχος... κάτι το διαφορετικό'.
Εκείνη τη στιγμή 'κόλλησα' στην προσπάθειά μου να φανταστώ ένα τέτοιο καφέ-μπαρ μέσα στο κτήριο του Κυριάκου Κρόκου. Η αλήθεια είναι ότι δεν μου ήρθε καμιά εικόνα στο μυαλό· ένας τέτοιος χώρος μέσα σε αυτό το κτήριο μου φάνταζε πράγμα ασυμβίβαστο. Η εικόνα που είχα από το μουσείο όταν το είχα δει πριν αρκετά χρόνια ήταν ενός χώρου απλού, λιτού, που έβαζε σε πρώτο πλάνο τις περίτεχνες επεξεργασίες των υλικών και των χειροποίητων κατασκευών. Τι σημαίνει άραγε ένα καφέ-μπαρ εκεί; Τι σχέση θα έχει με το υπάρχον κέλυφος; Όσο και να προσπαθούσα, δεν μπορούσα να το φανταστώ. Γι αυτό και το επόμενο βράδυ αποφάσισα να το επισκεφτώ.
Πλησιάζοντας το μουσείο τίποτα δεν σε προδιαθέτει ότι κάτι έχει αλλάξει. Λίγα διακριτικά φώτα, μερικά σκαλιά, μία σχεδόν κρυμμένη είσοδος. Το μουσείο όπως το ήξερα. Και μετά πιο μέσα η αυλή. Ένα πρώτο αίσθημα ανακούφισης. Τίποτα το ακραίο, τίποτα το εξωφρενικό, καμιά ιδιαίτερη παρέμβαση, αλλαγή, προσθήκη. Προχωράω και κάθομαι σε ένα τραπέζι. Ποιοτικές ξύλινες κατασκευές, λίγες γλάστρες με ελιές, χαμηλός φωτισμός, μοντέρνες καρέκλες των Charles και Ray Eames. Οι 'παραφωνίες' μάλλον λίγες: μια μικρή τέντα στην είσοδο του εσωτερικού χώρου, μια κατασκευή με τρεχούμενο νερό φωτισμένη με μπλε led, ένας καθρέφτης. Στο εσωτερικό η επέμβαση είναι πάλι ουδέτερη με τις καρέκλες και τα τραπέζια να ξενίζουν ίσως αλλά να μην 'προσβάλλουν' το κτήριο. Θα έλεγε επομένως κανείς ότι η επέμβαση συνολικά σέβεται τον χώρο, αναδεικνύει τις ποιότητές του και τα υλικά του. Μπορεί ένας αρχιτέκτονας να 'γκρίνιαζε' αλλά θα δέχονταν τουλάχιστον ότι υπήρχε η πρόθεση το νέο εστιατόριο να βρίσκεται σε μία φιλική σχέση με τον χώρο που το φιλοξενεί.
Για κάποιον που δεν γνωρίζει την ιστορία του Μουσείου και την ταυτότητα του δημιουργού του το Β θα ήταν σίγουρα μια ευχάριστη έκπληξη, ένας ιδιαίτερος χώρος της πόλης όπως πολλοί αντίστοιχοι χώροι μουσείων (εστιατόρια, μπαρ και καφέ) σε άλλες μεγάλες πόλεις. Από το εστιατόριο στον τελευταίο όροφο της Tate Modern με το γλυπτό-τοιχογραφία του James Aldridge και το 'blob' Georges στο μουσείο Pompidou των Dominique Jacob και Brendan McFarlane στο Παρίσι, μέχρι το Terrace 5 του Yosho Taniguchi στο MoMa στη Νέα Υόρκη και το Café Leopold των Ortner & Ortner στο ομώνυμο μουσείο της Βιέννης. Αυτοί οι χώροι πλέον είναι οργανικά μέλη ενός σύγχρονου μουσείου που έχουν σκοπό να συνδέσουν αμεσότερα το μουσείο με την πόλη, να το εντάξουν στην καθημερινότητά της δηλαδή, αλλά και να αποτελέσουν εναλλακτικές πηγές εσόδων για τους οργανισμούς - δημόσιους και ιδιωτικούς - είτε άμεσα, προσελκύοντας περισσότερο κόσμο είτε έμμεσα, λειτουργώντας οι ίδιοι οι χώροι ως διαφήμιση των μουσείων. Η τάση αυτή είναι πλέον εμφανής και σε κάθε σύγχρονο ελληνικό μουσείο όπως για παράδειγμα στο νέο μουσείο Μπενάκη των Κοκκίνου και Κούρκουλα ή το νέο Μουσείο Ακρόπολης των Tschumi και Φωτιάδη.
Στην περίπτωση του βυζαντινού μουσείου μιλάμε όμως για μία παρέμβαση που έγινε αφού είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή, αφού είχε οριστικοποιηθεί το έργο και είχε σταθεροποιηθεί η εικόνα του. Μιλάμε για έναν διαγωνισμό του 1977 που υλοποιήθηκε το 1994. Τα εστιατόριο είναι επομένως μια επέμβαση η οποία ήρθε να λειτουργήσει προσθετικά. Και αυτή η προσθήκη είναι που μου δημιούργησε κάποιες σκέψεις και ερωτήματα. Και το βασικό ερώτημα ήταν πώς μία παρέμβαση αλλάζει τον 'χαρακτήρα', το 'πνεύμα' του κτηρίου ή για να το θέσουμε λιγότερο μεταφυσικά, πώς μία μεταγενέστερη επέμβαση σε ένα κτήριο έρχεται να συγκρουστεί με την αρχική πρόθεση του δημιουργού του.
Πλησιάζοντας το μουσείο τίποτα δεν σε προδιαθέτει ότι κάτι έχει αλλάξει. Λίγα διακριτικά φώτα, μερικά σκαλιά, μία σχεδόν κρυμμένη είσοδος. Το μουσείο όπως το ήξερα. Και μετά πιο μέσα η αυλή. Ένα πρώτο αίσθημα ανακούφισης. Τίποτα το ακραίο, τίποτα το εξωφρενικό, καμιά ιδιαίτερη παρέμβαση, αλλαγή, προσθήκη. Προχωράω και κάθομαι σε ένα τραπέζι. Ποιοτικές ξύλινες κατασκευές, λίγες γλάστρες με ελιές, χαμηλός φωτισμός, μοντέρνες καρέκλες των Charles και Ray Eames. Οι 'παραφωνίες' μάλλον λίγες: μια μικρή τέντα στην είσοδο του εσωτερικού χώρου, μια κατασκευή με τρεχούμενο νερό φωτισμένη με μπλε led, ένας καθρέφτης. Στο εσωτερικό η επέμβαση είναι πάλι ουδέτερη με τις καρέκλες και τα τραπέζια να ξενίζουν ίσως αλλά να μην 'προσβάλλουν' το κτήριο. Θα έλεγε επομένως κανείς ότι η επέμβαση συνολικά σέβεται τον χώρο, αναδεικνύει τις ποιότητές του και τα υλικά του. Μπορεί ένας αρχιτέκτονας να 'γκρίνιαζε' αλλά θα δέχονταν τουλάχιστον ότι υπήρχε η πρόθεση το νέο εστιατόριο να βρίσκεται σε μία φιλική σχέση με τον χώρο που το φιλοξενεί.
Για κάποιον που δεν γνωρίζει την ιστορία του Μουσείου και την ταυτότητα του δημιουργού του το Β θα ήταν σίγουρα μια ευχάριστη έκπληξη, ένας ιδιαίτερος χώρος της πόλης όπως πολλοί αντίστοιχοι χώροι μουσείων (εστιατόρια, μπαρ και καφέ) σε άλλες μεγάλες πόλεις. Από το εστιατόριο στον τελευταίο όροφο της Tate Modern με το γλυπτό-τοιχογραφία του James Aldridge και το 'blob' Georges στο μουσείο Pompidou των Dominique Jacob και Brendan McFarlane στο Παρίσι, μέχρι το Terrace 5 του Yosho Taniguchi στο MoMa στη Νέα Υόρκη και το Café Leopold των Ortner & Ortner στο ομώνυμο μουσείο της Βιέννης. Αυτοί οι χώροι πλέον είναι οργανικά μέλη ενός σύγχρονου μουσείου που έχουν σκοπό να συνδέσουν αμεσότερα το μουσείο με την πόλη, να το εντάξουν στην καθημερινότητά της δηλαδή, αλλά και να αποτελέσουν εναλλακτικές πηγές εσόδων για τους οργανισμούς - δημόσιους και ιδιωτικούς - είτε άμεσα, προσελκύοντας περισσότερο κόσμο είτε έμμεσα, λειτουργώντας οι ίδιοι οι χώροι ως διαφήμιση των μουσείων. Η τάση αυτή είναι πλέον εμφανής και σε κάθε σύγχρονο ελληνικό μουσείο όπως για παράδειγμα στο νέο μουσείο Μπενάκη των Κοκκίνου και Κούρκουλα ή το νέο Μουσείο Ακρόπολης των Tschumi και Φωτιάδη.
Στην περίπτωση του βυζαντινού μουσείου μιλάμε όμως για μία παρέμβαση που έγινε αφού είχε ολοκληρωθεί η κατασκευή, αφού είχε οριστικοποιηθεί το έργο και είχε σταθεροποιηθεί η εικόνα του. Μιλάμε για έναν διαγωνισμό του 1977 που υλοποιήθηκε το 1994. Τα εστιατόριο είναι επομένως μια επέμβαση η οποία ήρθε να λειτουργήσει προσθετικά. Και αυτή η προσθήκη είναι που μου δημιούργησε κάποιες σκέψεις και ερωτήματα. Και το βασικό ερώτημα ήταν πώς μία παρέμβαση αλλάζει τον 'χαρακτήρα', το 'πνεύμα' του κτηρίου ή για να το θέσουμε λιγότερο μεταφυσικά, πώς μία μεταγενέστερη επέμβαση σε ένα κτήριο έρχεται να συγκρουστεί με την αρχική πρόθεση του δημιουργού του.
Το πλήρες κείμενο εδώ :
1 Σεπτεμβρίου 2011
Celebrity, time and money
Ένα διάγραμμα από ένα άρθρο του Mark Wigley κατάλληλο για πολλές χρήσεις, συνθήκες και περιπτώσεις.
http://www.c-lab.columbia.edu/0097.html
23 Αυγούστου 2011
Συζήτηση στην εκπομπή "αρτιμέλλων" για τους greekarchitects
Σήμερα αναρτήθηκε στον ιστότοπο www.greekarchitects.gr η συζήτηση ανάμεσα σε μένα, τη Μυρτώ Κιούρτη και τον Αριστοτέλη Δημητρακόπουλο που έγινε πριν λίγο καιρό.
http://www.greekarchitects.gr/tv.php?category=252&video=434#first_division
http://www.greekarchitects.gr/tv.php?category=252&video=434#first_division
8 Αυγούστου 2011
Κατοικία στον Άγιο Ιωάννη / v1
25 Ιουλίου 2011
100 χρόνια από το ταξίδι στην ανατολή / II
2 Ιουλίου 2011
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ 2001-2011
Τέτοια εποχή, δέκα χρόνια πριν, παρουσίαζα τη διπλωματική μου εργασία.
Μια φαινομενολογικής επιρροής πρόταση, για ένα νέο πρότυπο κατοικίας.
Σήμερα αυτά που έγραφα τότε μου μοιάζουν οικεία αλλά μακρινά, ίσως και λίγο παράξενα:
Ας φανταστούμε για λίγο την εξής εικόνα: Ένας άνθρωπος κινείται. Κινείται σε ένα δρόμο της πόλης. Γύρω του αντιλαμβάνεται κτίρια, μορφές, αντικείμενα. Προχωράει, πλησιάζει ένα σπίτι και ανοίγει μία πόρτα. Μπαίνει, αφήνει τα κλειδιά σε ένα τραπέζι, κινείται, μπαίνει στο μπάνιο, πλένει τα χέρια του. Βγαίνει, συνεχίζει να κινείται και φτάνει στην κουζίνα. Ανοίγει το ψυγείο, πίνει κάτι και το αφήνει στον πάγκο. Προχωράει, ανοίγει μια πόρτα, βγαίνει στην αυλή, κάθεται σε μία καρέκλα…
Αν περιγράψουμε την παραπάνω εικόνα περισσότερο αφαιρετικά θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: ένα υποκείμενο το οποίο κινείται και σχετίζεται με διαφορετικά αντικείμενα.
Αυτή η πρόταση συγκροτεί για μένα τη βασική έννοια της διπλωματικής. Η σύγχρονη κατοικία δεν είναι απλά ένα κέλυφος, ένας καθαρός χώρος. Εμπεριέχει πολλαπλούς χώρους και εξελιγμένα τεχνολογικά αντικείμενα με έντονη παρουσία. Η κουζίνα, ο υπολογιστής, η τηλεόραση, το πλυντήριο, τα ηχητικά συστήματα, τα διαφορετικά έπιπλα και κάθε άλλο σχεδιασμένο χρηστικό αντικείμενο έρχεται με την παρουσία του να αναιρέσει το κέλυφος. Το κάθε ένα δημιουργεί τόσα πολλά κέντρα, τόσους διαφορετικούς χώρους που διασπούν την ολότητα του χώρου και τελικά εναντιώνονται στην ίδια την αρχιτεκτονική. Αλλά και η αισθητική έκφραση του κάθε αντικειμένου συχνά εναντιώνεται στην αισθητική του κτιρίου. Η ακραία μορφή του φαινομένου είναι όμως η εξής: Το υποκείμενο περιτριγυρίζεται από τόσα αντικείμενα που τελικά τείνει να απορροφηθεί από αυτά.
Παραμένει πάντα η ανάγκη για ένα ολικό σχεδιασμό. Τη δημιουργία ενός σχεδιασμένου χώρου με προσωπικότητα που δεν θα παραβλέπει την ύπαρξη όλων αυτών των αντικειμένων. Τα αντικείμενα δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστούν. Υπάρχουν σε κάθε σπίτι και μάλιστα ο αριθμός τους τείνει να αυξάνεται. Τα αντικείμενα αυτά όμως δεν πρέπει να συγκρούονται με την αρχιτεκτονική. Το υποκείμενο πρέπει να παραμείνει κεντρικό και να καθορίσει ξανά τις σχέσεις του με αυτά. Με άλλα λόγια το σπίτι δεν μπορεί παρά να είναι ο χώρος όπου θα εκφράζεται με νέους όρους η σχέση του υποκειμένου με τα αντικείμενα.
Αυτή τη νέα σχέση προσπαθώ να προσεγγίσω. Εξ’ αρχής κάνω σαφή το διαχωρισμό υποκείμενο-αντικείμενο. Το αντικείμενο είναι το ακίνητο, το σταθερό, το κλειστό, το στατικό, το ορισμένο. Το υποκείμενο είναι το κινητικό, το ενεργητικό, το ανοικτό, το ελεύθερο.
Η αντιστοιχία είναι άμεση. Ο κάθε χώρος εκφράζεται από ένα αντικείμενο, ένα κυβικό όγκο. Ο όγκος-κουζίνα, ο όγκος-γραφείο, ο όγκος-λουτρό, ο όγκος-υπνοδωμάτιο. Ο χώρος αντικείμενο είναι ένα τρισδιάστατο μηχάνημα, ένα πολύπλοκο εργαλείο που επιτρέπει πολλαπλές λειτουργίες. Εμπεριέχει πολλά και διαφορετικά μικρότερα αντικείμενα τα οποία οργανώνει, ιεραρχεί, προβάλλει και τελικά ενώνει σε ένα νέο σωματικό σύνολο. Από την άλλη το υποκείμενο συμβολίζεται μέσα από την κίνηση. Η κίνηση είναι ανεξάρτητη, διατρέχει το σπίτι από πάνω έως κάτω και από μπροστά έως πίσω και συνδέει δυναμικά όλους τους όγκους σε όλα τα επίπεδα. Η κίνηση αποτελεί τη ραχοκοκαλιά την οργανική σύνδεση των χώρων του σπιτιού. Το υποκείμενο δηλαδή είναι αυτό που παραμένει κεντρικό. Αυτό ενεργεί, δημιουργεί τις σχέσεις, χρησιμοποιεί τα αντικείμενα με ένα ελεύθερο τρόπο και ορίζει πρωταρχικά τη ζωή μέσα στο σπίτι.
Αν θεωρήσουμε όμως ότι η οικία απαρτίζεται από αντικείμενα το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη. Σε αυτή την περίπτωση τα κτίρια είναι τα αντικείμενα που μαζί με άλλα στοιχεία συγκροτούν το σύνολο της πόλης. Ο άνθρωπος που κινείται στην πόλη αναγνωρίζει τα κτίρια ως αντικείμενα Η εσωτερική κίνηση που διαπερνά το σπίτι προεκτείνεται στην πόλη και ενώνεται με το δίκτυο των δρόμων. Και εδώ υπάρχει η έκφραση του υποκειμένου και των αντικειμένων. Το οικόπεδο χωρίζεται σε τέσσερα διακριτά μέρη. Την υπάρχουσα πολυκατοικία, τον κοινό υπαίθριο, τον πρώτο κτιριακό όγκο και τον δεύτερο κτιριακό όγκο. Κεντρικά τοποθετείται η κίνηση που διαπερνά το οικόπεδο, διακλαδίζεται, συνδέει τα τέσσερα διαφορετικά αντικείμενα και ενώνει το συγκρότημα με την πόλη. Και σε αυτή την κλίμακα λοιπόν η κίνηση (δηλαδή το υποκείμενο) συνδέει τα διαφορετικά αντικείμενα αλλά και δημιουργεί τη μετάβαση από την πόλη στο κτίριο.
Τα όσα ανέφερα παραπάνω αποτελούν τη θεωρητική θέση για την κατοικία. Για μένα όμως είχε ιδιαίτερο νόημα να δω με ποιόν τρόπο μπορεί να πραγματοποιηθεί σε πραγματικό χώρο αυτό το θεωρητικό μοντέλο. Επέλεξα ένα οικόπεδο στην περιοχή που μένω, στο Παγκράτι. Η περιοχή δεν ήταν απλά ένα φόντο για το κτίριο, αλλά συνδιαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα. Η περιοχή ήταν αυτή που έδωσε μορφή, δηλαδή, προσωπικότητα, στα κτίρια-αντικείμενα. Η συγκεκριμένη περιοχή του Παγκρατίου όπου βρίσκεται το οικόπεδο έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα ο οποίος καθορίζεται από το μεγάλο αριθμό μονοκατοικιών που χτίστηκαν περίπου από το 1920 μέχρι το 1950. Οι κατοικίες αυτές ορίζουν μία τυπολογία τόσο στην οργάνωση τους μέσα στο οικόπεδο όσο και στην έκφραση της όψης η οποία διαμορφώνει τελικά ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στην περιοχή.
Ο τρόπος με τον οποίο η περιοχή συνδιαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα φαίνεται από τα παρακάτω σημεία:
Αρχικά το κτίριο τοποθετήθηκε στα όρια της οικοδομικής γραμμής για να συνεχίσει το ενιαίο μέτωπο της πόλης και να επαναλάβει το σκληρό όριο και την απότομη μετάβαση από τον δρόμο στην κατοικία.
Επίσης, λόγω του μεγάλου πλάτους του οικοπέδου προς την οδό Δαμάρεως, αποφασίστηκε η διάσπαση του κτιρίου σε δύο όγκους ώστε να συνεχιστεί ομαλά ο ρυθμός που υπάρχει στο μέτωπο του δρόμου και η κλίμακα στις όψεις.
Το τελικό ύψος του κτιρίου περιορίστηκε στους τέσσερις ορόφους ώστε να μην διασπάσει την ροή της κορυφογραμμής του μετώπου.
Ο κοινός υπαίθριος τοποθετείται πίσω ώστε να επαναληφθεί η τυπολογία των κατοικιών της περιοχής που έχουν τον υπαίθριό τους πίσω από το κυρίως σπίτι.
Η αυστηρή κυβική μορφή των όγκων αλλά και τα στοιχεία της όψης όπως τα ανοίγματα και οι πρόβολοι, το μέγεθός τους, οι αναλογίες τους, δημιουργούν συνεχείς αναφορές στα παλαιότερα κτίρια.
Η πέμπτη όψη αποκτάει σημασία και το βατό δώμα με τη φύτευση ιδιαίτερη χρήση σε μια προσπάθεια να αξιοποιηθεί ένας χώρος που υπάρχει σε κάθε κατοικία αλλά δεν έχει ουσιαστική ζωή.
Τέλος, η σταυροειδής και συμμετρική δομή της κάτοψης κάθε μονάδας κατοικίας έρχεται σε διάλογο με την τυπολογία πολλών από τα σπίτια της περιοχής τα οποία έχουν σε αναλογία ένα κεντρικό διάδρομο που δίνει εκατέρωθεν σε συμμετρικούς χώρους.
Η σχέση λοιπόν του κτιρίου με την περιοχή ήταν αναγκαία για να μπορέσει το κτίριο να αποκτήσει ιδιαίτερη ταυτότητα. Το θεωρητικό υπόβαθρο ορίζει ένα νοητικό μοντέλο το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για το σχεδιασμό κάθε κτιρίου ανεξαρτήτως τόπου. Η σχέση με την περιοχή είναι αυτή που διαμορφώνει τον τελικό του χαρακτήρα. Με άλλα λόγια το αντικείμενο-κτίριο μέσα από τη σχέση του με την περιοχή δημιουργεί το πρόσωπό του στην πόλη.
Με αυτό τον τρόπο το σχεδιασμένο αντικείμενο δεν είναι μία αποκομμένη μονάδα αλλά συμμετέχει σε ένα όλον. Ο άνθρωπος μέσα από την κίνησή του αναγνωρίζει τα διακριτά αντικείμενα και τα νοηματοδοτεί με το δικό του τρόπο. Το υποκείμενο κινείται σε ένα περιβάλλον που καταλαβαίνει και ελέγχει ακριβώς γιατί αυτό είναι τόσο σαφώς ορισμένο. Ο χώρος δεν είναι ένα ασαφές περιβάλλον ξένο στο υποκείμενο αλλά απαρτίζεται από καθαρά στοιχεία τα οποία σχετίζονται συνεχώς με το σύνολο των παραμέτρων της περιοχής. Όσο σαφέστερα είναι τα αντικείμενα και όσο πιο κατανοητή ταυτότητα έχουν τόσο πιο άμεση, πιο καθαρή, πιο αληθινή είναι και η σχέση που έχει το υποκείμενο με τα αντικείμενα μέσα σε αυτό που ονομάζουμε χώρο. Με άλλα λόγια τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ο άνθρωπος το χώρο όπου ζει, δηλαδή τόσο ουσιαστικότερα αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στα πάντα.
Επανέρχομαι λοιπόν στην αρχική διαπίστωση: το σύγχρονο σπίτι κατακλύζεται από τόσα αντικείμενα που ο άνθρωπος ή αλλιώς η βαθύτερη έννοια της ζωής τείνει να παραμεριστεί. Ο διαχωρισμός σε υποκείμενο και σε αντικείμενα με τον πιο σαφή και εκφραστικό τρόπο πιστεύω ότι μπορεί να ορίσει νέους όρους στην καθημερινή ζωή και να επιτρέψει στον άνθρωπο να βρει μία νέα ισορροπία στο περιβάλλον και να προσδώσει καινούργιο νόημα στον κόσμο με αφετηρία πάντα τον εαυτό του.
Η σύγχρονη κατοικία δεν είναι απλά ένα κέλυφος, ένας καθαρός χώρος. Εμπεριέχει πολλαπλούς χώρους και εξελιγμένα τεχνολογικά αντικείμενα με έντονη παρουσία. Η κουζίνα, ο υπολογιστής, η τηλεόραση, το πλυντήριο, τα ηχητικά συστήματα, τα διαφορετικά έπιπλα και κάθε άλλο σχεδιασμένο χρηστικό αντικείμενο έρχεται με την παρουσία του να αναιρέσει το κέλυφος. Το κάθε ένα δημιουργεί τόσα πολλά κέντρα, τόσους διαφορετικούς χώρους που διασπούν την ολότητα του χώρου και τελικά εναντιώνονται στην ίδια την αρχιτεκτονική. Αλλά και η αισθητική έκφραση του κάθε αντικειμένου συχνά εναντιώνεται στην αισθητική του κτιρίου. Η ακραία μορφή του φαινομένου είναι όμως η εξής: Το υποκείμενο περιτριγυρίζεται από τόσα αντικείμενα που τελικά τείνει να απορροφηθεί από αυτά.
Παραμένει πάντα η ανάγκη για ένα ολικό σχεδιασμό. Τη δημιουργία ενός σχεδιασμένου χώρου με προσωπικότητα που δεν θα παραβλέπει την ύπαρξη όλων αυτών των αντικειμένων. Τα αντικείμενα δεν είναι δυνατόν να εξαφανιστούν. Υπάρχουν σε κάθε σπίτι και μάλιστα ο αριθμός τους τείνει να αυξάνεται. Τα αντικείμενα αυτά όμως δεν πρέπει να συγκρούονται με την αρχιτεκτονική. Το υποκείμενο πρέπει να παραμείνει κεντρικό και να καθορίσει ξανά τις σχέσεις του με αυτά. Με άλλα λόγια το σπίτι δεν μπορεί παρά να είναι ο χώρος όπου θα εκφράζεται με νέους όρους η σχέση του υποκειμένου με τα αντικείμενα.
Αυτή τη νέα σχέση προσπαθώ να προσεγγίσω. Εξ’ αρχής κάνω σαφή το διαχωρισμό υποκείμενο-αντικείμενο. Το αντικείμενο είναι το ακίνητο, το σταθερό, το κλειστό, το στατικό, το ορισμένο. Το υποκείμενο είναι το κινητικό, το ενεργητικό, το ανοικτό, το ελεύθερο.
Η αντιστοιχία είναι άμεση. Ο κάθε χώρος εκφράζεται από ένα αντικείμενο, ένα κυβικό όγκο. Ο όγκος-κουζίνα, ο όγκος-γραφείο, ο όγκος-λουτρό, ο όγκος-υπνοδωμάτιο. Ο χώρος αντικείμενο είναι ένα τρισδιάστατο μηχάνημα, ένα πολύπλοκο εργαλείο που επιτρέπει πολλαπλές λειτουργίες. Εμπεριέχει πολλά και διαφορετικά μικρότερα αντικείμενα τα οποία οργανώνει, ιεραρχεί, προβάλλει και τελικά ενώνει σε ένα νέο σωματικό σύνολο. Από την άλλη το υποκείμενο συμβολίζεται μέσα από την κίνηση. Η κίνηση είναι ανεξάρτητη, διατρέχει το σπίτι από πάνω έως κάτω και από μπροστά έως πίσω και συνδέει δυναμικά όλους τους όγκους σε όλα τα επίπεδα. Η κίνηση αποτελεί τη ραχοκοκαλιά την οργανική σύνδεση των χώρων του σπιτιού. Το υποκείμενο δηλαδή είναι αυτό που παραμένει κεντρικό. Αυτό ενεργεί, δημιουργεί τις σχέσεις, χρησιμοποιεί τα αντικείμενα με ένα ελεύθερο τρόπο και ορίζει πρωταρχικά τη ζωή μέσα στο σπίτι.
Αν θεωρήσουμε όμως ότι η οικία απαρτίζεται από αντικείμενα το ίδιο συμβαίνει και με την πόλη. Σε αυτή την περίπτωση τα κτίρια είναι τα αντικείμενα που μαζί με άλλα στοιχεία συγκροτούν το σύνολο της πόλης. Ο άνθρωπος που κινείται στην πόλη αναγνωρίζει τα κτίρια ως αντικείμενα Η εσωτερική κίνηση που διαπερνά το σπίτι προεκτείνεται στην πόλη και ενώνεται με το δίκτυο των δρόμων. Και εδώ υπάρχει η έκφραση του υποκειμένου και των αντικειμένων. Το οικόπεδο χωρίζεται σε τέσσερα διακριτά μέρη. Την υπάρχουσα πολυκατοικία, τον κοινό υπαίθριο, τον πρώτο κτιριακό όγκο και τον δεύτερο κτιριακό όγκο. Κεντρικά τοποθετείται η κίνηση που διαπερνά το οικόπεδο, διακλαδίζεται, συνδέει τα τέσσερα διαφορετικά αντικείμενα και ενώνει το συγκρότημα με την πόλη. Και σε αυτή την κλίμακα λοιπόν η κίνηση (δηλαδή το υποκείμενο) συνδέει τα διαφορετικά αντικείμενα αλλά και δημιουργεί τη μετάβαση από την πόλη στο κτίριο.
Τα όσα ανέφερα παραπάνω αποτελούν τη θεωρητική θέση για την κατοικία. Για μένα όμως είχε ιδιαίτερο νόημα να δω με ποιόν τρόπο μπορεί να πραγματοποιηθεί σε πραγματικό χώρο αυτό το θεωρητικό μοντέλο. Επέλεξα ένα οικόπεδο στην περιοχή που μένω, στο Παγκράτι. Η περιοχή δεν ήταν απλά ένα φόντο για το κτίριο, αλλά συνδιαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα. Η περιοχή ήταν αυτή που έδωσε μορφή, δηλαδή, προσωπικότητα, στα κτίρια-αντικείμενα.
Η σχέση λοιπόν του κτιρίου με την περιοχή ήταν αναγκαία για να μπορέσει το κτίριο να αποκτήσει ιδιαίτερη ταυτότητα. Το θεωρητικό υπόβαθρο ορίζει ένα νοητικό μοντέλο το οποίο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για το σχεδιασμό κάθε κτιρίου ανεξαρτήτως τόπου. Η σχέση με την περιοχή είναι αυτή που διαμορφώνει τον τελικό του χαρακτήρα. Με άλλα λόγια το αντικείμενο-κτίριο μέσα από τη δυναμική σχέση του με την περιοχή δημιουργεί το πρόσωπό του στην πόλη.
Με αυτό τον τρόπο το σχεδιασμένο αντικείμενο δεν είναι μία αποκομμένη μονάδα αλλά συμμετέχει σε ένα όλον. Ο άνθρωπος μέσα από την κίνησή του αναγνωρίζει τα διακριτά αντικείμενα και τα νοηματοδοτεί με το δικό του τρόπο. Το υποκείμενο κινείται σε ένα περιβάλλον το οποίο κατανοεί και ελέγχει ακριβώς γιατί αυτό είναι τόσο σαφώς ορισμένο. Ο χώρος δεν είναι ένα ασαφές περιβάλλον ξένο στο υποκείμενο αλλά απαρτίζεται από καθαρά στοιχεία τα οποία σχετίζονται συνεχώς με το σύνολο των παραμέτρων της περιοχής. Όσο σαφέστερα είναι τα αντικείμενα και όσο πιο κατανοητή ταυτότητα έχουν τόσο πιο άμεση, πιο καθαρή, πιο αληθινή είναι και η σχέση που έχει το υποκείμενο με τα αντικείμενα μέσα σε αυτό που ονομάζουμε χώρο. Με άλλα λόγια τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ο άνθρωπος το χώρο όπου ζει, δηλαδή τόσο ουσιαστικότερα αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα στα πάντα.
Επανέρχομαι λοιπόν στην αρχική διαπίστωση: το σύγχρονο σπίτι κατακλύζεται από τόσα αντικείμενα που ο άνθρωπος ή αλλιώς η βαθύτερη έννοια της ζωής τείνει να παραμεριστεί. Ο διαχωρισμός σε υποκείμενο και σε αντικείμενα με τον πιο σαφή και εκφραστικό τρόπο πιστεύω ότι μπορεί να ορίσει νέους όρους στην καθημερινή ζωή και να επιτρέψει στον άνθρωπο να βρει μία νέα ισορροπία στο περιβάλλον και να προσδώσει καινούργιο νόημα στον κόσμο με αφετηρία την υπαρξή του.
10 Ιουνίου 2011
SI DOUX ΙΙ (2009)
Κατασκευή: Δημήτρης Βλαχάκης
Οπτική Επικοινωνία: queenstudio
Αίτημα 1: Ποιότητα υλικών - ποιότητα κατασκευής.
Οπτική Επικοινωνία: queenstudio
Αίτημα 1: Ποιότητα υλικών - ποιότητα κατασκευής.
Αίτημα 2: Ποιότητα στην εργασία.
'Η δουλειά μας δεν είναι ντροπή, είναι τιμή μας'. Όλα τα υλικά που μπαίνουν στον χώρο είναι επαγγελματικά και υψηλής αντοχής. Δεν επιλέγουμε υλικά ή έπιπλα που μοιάζουν ωραία αλλά φθείρονται, δεν κάνουν για την δουλειά που τα θέλουμε, δημιουργούν πρόβλημα μέσα στην καθημερινότητα. Συνεργαζόμαστε με τους κατασκευαστές των επίπλων και των συσκευών για την άρτια εικόνα του συνόλου. Ο χώρος σχεδιάζεται με γνώμονα την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη λειτουργικότητα του χώρου. Δίνεται έμφαση στην λεπτομέρια της κατανομής συσκευών - προϊόντων - αποθηκευτικών χώρων έτσι ώστε να έχουμε βέλτιστες συνθήκες εργασίας και άνετη αίσθηση των επισκεπτών.
Αίτημα 3: Αποδοχή της καθημερινότητας.
'Συμφιλίωση με την καθημερινότητά μας'. Δεν εξωραΐζουμε τα πράγματα. Δεν τα κρύβουμε. Αποδεχόμαστε τα πράγματα όπως είναι. Έχουμε προβλέψει τον χώρο τους και με την πρόβλεψη αυτή αποδίδουμε σεβασμό στην απλή καθημερινότητα.
Αίτημα 4: Τα πρόσωπα και ο χώρος τους.
'Εδαφοκυριαρχία'. Καταργούμε τον σερβιτόρο που δεν έχει δικό του σημείο αναφοράς. Κάθε εργαζόμενος έχει τον προσωπικό του χώρο, αναφέρεται στους δικούς του πελάτες, είναι υπεύθυνος για τον χώρο στον οποίο είναι κύριος. Υπάρχει συνεργασία ανάμεσα στους εργαζόμενους, δίκαιη κατανομή υποχρεώσεων και δικαιωμάτων.
Αίτημα 5: Αλληλοσεβασμός.
Φωτογράφηση Νίκος Ψαθογιαννάκης - idstudio
2 Ιουνίου 2011
100 χρόνια από το ταξίδι στην ανατολή
1911-2011. Είναι η χρονιά που συμπληρώνονται 100 χρόνια από το ταξίδι του νεαρού Charles-Édouard Jeanneret (μετέπειτα γνωστού ως Le Corbusier) στην "Ανατολή". Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Τουρκία, Ελλάδα. Στην Ελλάδα η διαδρομή του Jeanneret από τον πνευματικό Άθω, στον μυθικό Παρθενώνα και τους μυστικούς Δελφούς αποκτά ξανά ενδιαφέρον και αναβιώνει μέσα από τα γραπτά, τα σκίτσα, τις αναφορές, τα τεκμήρια που διασώζονται.
Au cours du voyage, Le Corbusier réalise plus de trois cent dessins, remplit six carnets de croquis et commentaires, prend plus de quatre cent clichés avec son Cupido 80 à plaques de verre. Il rédige également des centaines de lettres à ses parents et à ses amis et envoie régulièrement son journal de voyage à la Feuille d'avis de la Chaux-de-Fonds. Le voyage d'orient aura joué un rôle décisif dans sa carrière d'artiste et d'architecte. À partir de ses notes et des articles publiés dans la Feuille d'Avis, Le Corbusier en rédige le récit qu'il essaye vainement de faire éditer entre 1912 et 1914. Cinquante quatre ans après son voyage, Le Corbusier se remet à l'ouvrage. En juillet 1965, un mois avant sa mort, il apporte les dernières corrections au manuscrit du Voyage d'Orient qui sera finalement édité en 1966 par les éditions "Forces vives".
Dates des manifestations :
Istanbul : 7 et 8 octobre 2011
Athènes :21 et 22 octobre 2011
Naples : 11 et 12 novembre 2011
περισσότερα στην ιστοσελίδα της fondation Le Corbusier
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
























