18 Μαΐου 2021

Καθημερινή - 15/5/2021

Φωτογραφία: Κώστας Τσιαμπάος
 
Στη γνωστή λιθογραφία του 1833 με τίτλο ‘Σχέδιον της νέας πόλεως των Αθηνών’ των Κλεάνθη και Schaubert η Αθήνα αναπαρίσταται με δύο διαφορετικούς τρόπους και σε δύο διαφορετικούς χρόνους: η Αθήνα του μέλλοντος, μέσα από την προτεινόμενη κάτοψη της νέας πόλης στο κέντρο του χαρτιού, και η Αθήνα του παρόντος, μέσα από προοπτικά σχέδια γνωστών αθηναϊκών μνημείων στο περιμετρικό πλαίσιο. Αυτές οι προοπτικές αναπαραστάσεις είχαν ιδιαίτερη σημασία γιατί περιέγραφαν το ιστορικό υπόβαθρο, το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να αναπτυχθεί η νέα αστικότητα. Και αυτό το πλαίσιο δεν ήταν μόνο κλασικό, αλλά περιελάμβανε μνημεία ελληνιστικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά, οθωμανικά. Ακόμα και ο ίδιος ο Παρθενώνας δεν αποτυπώνονταν ως ένας εξιδανικευμένος, ‘καθαρός’ Παρθενώνας, αλλά όπως πραγματικά ήταν, με το οθωμανικό τζαμί ακόμα εντός του. Το ίδιο το πολεοδομικό σχέδιο άλλωστε ενσωμάτωνε εξαρχής αρκετά σημαντικά μη κλασικά τοπόσημα ως αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης.

Ο παραπάνω καταρχήν συμπεριληπτικός σχεδιασμός της νέας Αθήνας δεν σήμαινε βέβαια ότι δεν υπήρχε ιεραρχία. Δεν σήμαινε ότι δεν γίνονταν, ταυτόχρονα, μια σαφής αξιολόγηση για το τι είναι περισσότερο και τι είναι λιγότερο σημαντικό. Σημαντικό όχι μόνο με όρους ιστορικούς, αλλά και αρχαιολογικούς, αρχιτεκτονικούς, αισθητικούς, τεχνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς κ.α. Και σε αυτήν την αξιολόγηση η αρχιτεκτονική της κλασικής εποχής βρίσκονταν στην κορυφή. Ωστόσο, το τι έπρεπε να γίνει πάνω στην Ακρόπολη ούτε προδιαγεγραμμένο ήταν ούτε κοινώς αποδεκτό. Ο Schinkel, για παράδειγμα δεν δίστασε να προτείνει την κατασκευή του παλατιού του Όθωνα πάνω στον βράχο, μια πρόταση που για άλλους αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους της εποχής, συμπατριώτες του και μη, ήταν επιεικώς απαράδεκτη. Αντίστοιχα δεν ήταν όλοι σύμφωνοι με το να ‘διαγράφονται’ σημαντικές ιστορικές φάσεις όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την κατεδάφιση του Φράγκικου πύργου το 1874 η οποία θεωρήθηκε ως μια πράξη βανδαλισμού από σημαντικούς ξένους επιστήμονες και διανοούμενους. Τα αναφέρω αυτά για να επισημάνω ότι ποτέ δεν υπήρξε μία ενιαία ‘δυτική’ ή ‘λευκή’ ή ‘αποικιοκρατική’ ματιά πάνω στην Ακρόπολη, όπως ακούγεται τελευταία. Οι προσεγγίσεις ήταν πάντα πολλαπλές, οι προτεραιότητες διαφορετικές, τα συμφέροντα αντικρουόμενα.

Η σύγχρονη φάση της αναστήλωσης της Ακρόπολης (1974-σήμερα) ακολουθεί μία φιλοσοφία αναστήλωσης περισσότερο πολυσυλλεκτική. Εδώ η συμπερίληψη δεν αφορά μόνο την τεκμηρίωση, αλλά και την προστασία και ‘συναναστήλωση’ διαφορετικών ιστορικών φάσεων. Άλλωστε οι ίδιοι επιστήμονες που εύκολα κατηγορούνται για πνεύμα ‘εκκαθάρισης’ είναι που τεκμηρίωσαν με ακρίβεια όλες τις ιστορικές φάσεις του βράχου. Ασφαλώς, όπως και τον 19ο αι. έτσι και στη σύγχρονη εποχή ιεραρχείται ως σημαντικότερη η κλασική εποχή. Και αυτή η επιλογή, παρά τις όποιες αντιρρήσεις και διαφωνίες, παραμένει επιστημονικά τεκμηριωμένη και διεθνώς αποδεκτή.

Πέρα από την όποια επιστημονική της εγκυρότητα, όμως, η επιλογή αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, άξια σεβασμού και για έναν σημαντικότερο λόγο. Επειδή το συλλογικό έργο που γίνεται εδώ και δεκαετίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου και με την υποστήριξη όλων των κυβερνήσεων αποτελεί ένα θετικό παράδειγμα συνέπειας και συνέχειας της μεταπολίτευσης. Μια σημαντική εθνική επιτυχία σε μια εποχή η οποία, καλώς ή κακώς, απέχει πολύ από τη μετα-εθνική φαντασίωση που κάποιοι βλέπουν ως ευκταία και εφικτή.

Προφανώς και η λογοδοσία, ο έλεγχος και ο κριτικός προβληματισμός από ειδικούς και μη ήταν και είναι απαραίτητα. Και ένα μέρος της συζήτησης που διεξάγεται σήμερα είναι πολύτιμο. Μια ρητορική, όμως, η οποία όμως το μόνο που βλέπει στη διαχρονική και δημοκρατική αυτή προσπάθεια είναι κάτι το απερίσκεπτο, βίαιο και ‘σκοτεινό’ μάλλον υιοθετεί τις πρακτικές τις οποίες υποτίθεται ότι αντιστρατεύεται. Αν στην καλύτερη περίπτωση μια τέτοια οπτική μοιάζει επιφανειακή, απλοϊκή ή ελιτίστικη, στη χειρότερη αναπαράγει μία νέο-οριενταλιστική οπτική απαξιώνοντας σημαντικούς θεσμούς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και υπονομεύοντας τις σύγχρονες συλλογικές κατακτήσεις του τόπου μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: