7 Φεβρουαρίου 2022

Le double voyage : Paris‐Athènes (1945‐1975)

 



Kostas Tsiambaos, 
"La maison Spiteri: un 'malentendu' de 60 ans", pp. 105-124.

résumé FR

En 1945, Aristomenis Provelenghios voyageait d'Athènes à Paris sur "Mataroa". Après environ dix ans, et après avoir travaillé à l'atelier de Le Corbusier, il a décidé de retourner à Athènes. La résidence-atelier Spiteri au coin des rues de Cycladon et Kefallinias à Kypseli, conçue par Provelenghios en 1955, est considérée comme l'un des chefs-d'œuvre de l'architecture grecque moderne d'après-guerre. Bon nombre des éléments de conception architecturale appris à côté de Le Corbusier se trouvent dans cette résidence. Mais, si pour Le Corbusier l'architecture devait remplacer la révolution, pour Provelenghios l'architecture devait préparer la révolution. Architecture ou révolution? Provelenghios demanderait "pourquoi pas les deux?" Même s'il s'agit d'un 'malentendu', ce malentendu pourrait nous intéresser.

abstract EN

In 1945 Aristomenis Provelenghios was travelling from Athens to Paris on the ship "Mataroa". After about ten years, and after having worked to Le Corbusier's office, he decided to return to Athens. The residence-atelier Spiteri on the corner of Cycladon and Kefallinias streets in Kypseli, designed by Provelenghios in 1955, is considered as one of the masterpieces of post-war modern Greek architecture. Many of the architectural design elements learned next to Le Corbusier are found in this residence. But, if for Le Corbusier architecture had to replace the revolution, for Provelenghios architecture had to prepare the revolution. Architecture or Revolution? Provelenghios would ask "why not both?" Even if this is a 'misunderstanding', this misunderstanding may be of interest to us.

Sommaire

Changement et continuité

Athènes-Paris, 1945-1975 : le double voyage en temps de crises, par Lucile Arnoux-Farnoux

Du Mataroa à la Junte : les relations intellectuelles et culturelles franco-helléniques sous le signe du renouveau, par Nicolas Manitakis

Parcours d’architectes

Le double voyage des architectes, du Mataroa à la fin de la dictature, par Panayotis Tournikiotis

La troisième voie de l’architecture moderne, par François Loyer

Les cours de Georges Candilis aux Beaux-Arts dans les années 1960 : entre anthropologie et politique, par Yannis Tsiomis

Projets de Georges Candilis pour la Grèce (1958-1969) : Athènes, Phalère, Patras, Spetses, par Nikos Magouliotis et Panayotis Tournikiotis

La maison Spiteris : un « malentendu » de soixante ans, par Kostas Tsiambaos

La maison de Iannis Xenakis pour François-Bernard Mâche à Amorgos : une réalisation par correspondance, par Konstantina Kalfa et Mara Papavasileiou

Le poids du monde : pour une réhabilitation de Thanos Tsingos, par Panayotis Farantatos

Jean Dubuisson en Grèce, 1946-1949, par David Peyceré

Exposition, création, diffusion

Expositions d’art à Paris et Athènes après 1945 : orientations et objectifs politiques, par Areti Adamopoulou

Art grec contemporain : l’exposition collective d’artistes grecs à Paris en 1959 et le « goût de notre temps », par Anny Málama

Tériade et la Grèce, 1945-1979 : une relation entre le mythe et la réalité, par Poppy Sfakianaki

Pierre Restany, Nikos Kessanlis et le mec’art : « un engagement théorique et pratique commun », par Polyxeni Kosmadaki

Histoire et critique d’art françaises dans la revue Ζυγός, de 1955 à 1966, par Sofia Tzima

Image et tourisme dans l’après-guerre : tradition et nouveauté d’un « Monde en couleurs », par Christine Peltre

Traduction, réception, transfert

La réception de la littérature grecque en France du Mataroa à la fin de la dictature (1945-1975) : le rôle des éditeurs et des traducteurs, par Lucile Arnoux-Farnoux

Transferts culturels franco-helléniques en période de crise : les traductions dans les revues Νέα Εστία et Ελεύθερα Γράμματα (1945-1951), par Titika Dimitroulia

Les trajets multiples de transferts culturels : le cas de Roger Milliex, par Ourania Polycandrioti

De Kazantzakis à Vassilikos : littérature, politique et cinéma, par Michel Grodent

Les temps de pierre : traduction, édition et réception de Yannis Ritsos, par Myriam Olah

La Muse militante : Aragon et les Grecs (1945-1975), par Lizzie Tsirimokou

« L’enfer c’est les autres » : Jean-Paul Sartre et l’existentialisme dans la Grèce d’après-guerre, par Marilisa Mitsou

Bibliographie

Index

Résumés des contributions

Liste des auteurs

Table des matières

5 Ιανουαρίου 2022

Καθημερινή - 5/1/22


 Πίστη στη δημοκρατία και στην τεχνολογία

Αν η ιστορία της αρχιτεκτονικής μετριέται σε γενιές αρχιτεκτόνων, τότε σίγουρα ο Richard Rogersήταν ένας από τους σημαντικότερους της γενιάς του. Γεννημένος στην Ιταλία, όπου οι Άγγλοι προγονοί του είχαν μεταναστεύσει το 1800, μεγάλωσε σε ένα ενδιαφέρον και δυναμικό φλωρεντινό περιβάλλον. Η επιστροφή όμως της οικογένειάς του το 1939 στην Αγγλία θα σήμαινε την αρχή μιας δύσκολης περιόδου: μαθησιακές δυσκολίες, υστέρηση ως προς τους συμμαθητές, απόρριψη από τους δασκάλους κ.ο.κ. θα δημιουργούσαν την αίσθηση στον μικρό Ρίτσαρντ ότι κάτι δεν πάει καλά σε μια εποχή που, πράγματι, τίποτα δεν πήγαινε καλά. Η μετάβαση από τη φωτεινή Ιταλία στη μουντή Αγγλία, εν καιρώ πολέμου, έμοιαζε με μια ‘πτώση’ χωρίς επιστροφή. Ευτυχώς, η στήριξη από τη μητέρα του και η εγγραφή σε ένα σχολείο ειδικής αγωγής βοήθησαν το παιδί να αναπληρώσει ένα μεγάλο μέρος των κενών του (τη δυσλεξία του θα τη συνειδητοποιούσε πολλά χρόνια αργότερα). 

Το ενδιαφέρον για μια καλλιτεχνική δημιουργία η οποία θα είχε ταυτόχρονα σαφή κοινωνικό αντίκτυπο έκανε τον Rogers να στραφεί στην αρχιτεκτονική. Και αν τα πρώτα χρόνια στην Architectural Association του Λονδίνου δεν ήταν ρόδινα, η αναγνώρισή του από τον διάσημο Peter Smithson(καθηγητής του στο τελευταίο έτος των σπουδών του) θα αποδεικνύονταν καταλυτική. Από εκεί και πέρα η πορεία θα ήταν μόνο ανοδική: οι μεταπτυχιακές σπουδές με υποτροφία στο Yale, η γνωριμία με τον συμφοιτητή του Norman Foster, η μαθητεία δίπλα στους Rudolph, Scully, Chermayeff κ.α. θα ανεδείκνυαν έναν νέο, φωτεινό δρόμο δημιουργίας.

Η επιστροφή αυτής της προσωπικής αισιοδοξίας και αυτοπεποίθησης σε μια εποχή με μεγάλες προσδοκίες από το μέλλον, όπως ήταν η δεκαετία του 1960, είχε ως αποτέλεσμα μια αρχιτεκτονική η οποία χαρακτηρίζονταν από δύο βασικά στοιχεία: αφενός από την πίστη στη δύναμη της τεχνολογίας να δημιουργεί χωρικές συνθήκες που επέτρεπαν τη μέγιστη δράση και ελευθερία και, αφετέρου, από το δημοκρατικό όραμα να υπηρετεί αυτή η αρχιτεκτονική τη νέα κοινωνική πλειοψηφία των πόλεων της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.

Οι παραπάνω αρχές καθόρισαν τη συνεργασία του Rogers με τον Renzo Piano, την επιτυχία στον διαγωνισμό για το κέντρο Pompidou στο Παρίσι (1971) και την κατασκευή αυτού του κτιρίου το οποίο, δίχως αμφιβολία, είναι ένα από τα ριζοσπαστικότερα αρχιτεκτονικά έργα όλων των εποχών. Η καινοτόμος στατική επίλυση του μεταλλικού φορέα, η εκτεταμένη χρήση της τυποποίησης και της προκατασκευής, η μεταφορά των βασικών κινήσεων και τεχνικών εγκαταστάσεων εκτός του κτιρίου κ.ο.κ. ήρθαν να συγκροτήσουν έναν μοναδικό κτιριακό οργανισμό ο οποίος μπορεί να υψώνονταν με αυθάδεια μέσα στο κέντρο της ιστορικής πόλης, αλλά ταυτόχρονα έδινε νέο περιεχόμενο στη σύγχρονη αστικότητα και κοινωνική συνύπαρξη, με τη μεγάλη δημόσια πλατεία που όριζε μπροστά του. 

Αυτό το κοινωνικό περιεχόμενο της αρχιτεκτονικής το οποίο περιέγραφε ο Rogers στις προτάσεις του για το ‘Νέο Λονδίνο’, τη δουλειά του για το κόμμα των Εργατικών και τα δημόσια κτίριά του, εντός και εκτός Ευρώπης, είναι ίσως αυτό που αξίζει να κρατήσουμε σήμερα. Και υπό αυτό το πρίσμα να δούμε ξανά τη δουλειά του αναλογιζόμενοι τι είναι σήμερα η πόλη, με όρους πολιτικής, και τι μπορεί να κάνει η αρχιτεκτονική μέσα στην πόλη αυτή.

Ο κ. Κώστας Τσιαμπάος είναι επίκουρος καθηγητής ΕΜΠ

27 Σεπτεμβρίου 2021

'On the Duty and Power of Architectural Criticism' - online conference



"On the Duty and Power of Architectural Criticism" is an online conference organized by Professor Wilfried Wang taking place October 9-10 and October 16-17, 2021.

Should architectural criticism be enlightening? Should it help in the creation of a better built environment? Is there a factual basis to it? Does it have a duty to present evidence in the evaluation of a building? Or should it take on what architects say about their designs?

In the context of a flat internet, should architectural criticism be able to define best practices? Does it wield the power over who is in and who is out?

Architectural criticism, like all human endeavors, is at a crucial juncture. While serious architecture struggles for recognition, much so-called architectural criticism is merely a poorly paid, decorative legitimation for hyperbolic practice. Incisive architectural criticism is rare, while the definition of criticism itself has become opaque.

This conference seeks papers that define the purposes and methods of architectural criticism. What should the ethical basis be of architectural criticism? Can it be objective in the context of paid content? Should it outline ideal practices? Or what should it do?

Details
All sessions will take place from 8:00 a.m. to 11:30 a.m. Central time via Zoom
Meeting ID: 995 6923 5856 

Conference Format
The online format of the two-day conference will allow active debate between the audience and lecturers. Presentations will be concentrated to allow for ample discussion time. Besides the four keynotes, there will be a maximum of 16 short papers. The entire conference will be recorded and placed on Youtube. The conference language will be English. Registration for free audience places (max. 300) will open July 2 via icac2021contributions@gmail.com


Conference program

Saturday, 9. October
Session 1: Origins and Approaches
Session chairs Ana Tostões and Robert McCarter

Frampton, Kenneth 
Keynote lecture

Tsiambaos, Kostas 
A critique of building construction: tactics of "resistance" in Pikionis' Acropolis Works
Voet, Caroline 
Paradigms of design and deep readings. The creative emancipation of critical building analysis
Low, Kevin 
The dominant paradigm we call design
van Gerrewey, Christoph 
Truth Content: SANAA's Rolex Learning Center

Sunday, 10. October
Session 2: High Culture in Conflict
Session chairs Louise Noelle Gras and Elias Constantopoulos

Zheng Shiling 
Keynote Lecture

Comas, Carlos Eduardo & Almeida, Marcos 
Niemeyer Do(o)med: Remembrances of Planes past
Hartung, Martin 
The New MoMA – Architectural Criticism 1979 – 2019
Costa Cabral, Cláudia 
On Lina Bo Bardi's Iconography: Three drawings
Zafer, Seda 
Imported Starchitect in a Local Market

Saturday, 16. October
Session 3: Criticism and its Effects
Session chairs Hélène Jannière and Wilfried Wang

Verde Zein, Ruth
Keynote lecture

Galjer, Jasna 
Architectural Criticism in the Space for the Unexpected
Petrakos, K. 
Aphaeresis and Urban Policies
Jørgensen, Morten Birk 
Verdicts on the Viking Ship Hall
Chaves, Carolina 
Architectural Criticism on Post-WW II Collective Housing: Complicit in an Historical Prejudice?

Sunday, 17. October
Session 4: Explicit Criticism
Session chairs Şengül Öymen Gür and Fernando Diez

Tumubweinee, Philippa 
Keynote lecture

Widder, Lynette 
"The lightest parliament in the world": Hans Schwippert's Bundeshaus
Staub, Alexandra 
Whose Architecture? Whose Criticism? Bank of America Tower/2226 Office
Ciarkowski, B. 
The lost battle for memory: Why does architectural criticism in Poland remain silent?
Erkarslan, Özlem Erdoğdu; Altınışık, Burak & Kepekçioğlu, Batu 
The New Istanbul Museum of Painting and & Sculpture: Multiperspectival Criticism in  Contemporary Turkish Architecture

26 Αυγούστου 2021

Do.co.mo.mo. Tokyo 2020+1

DOCOMOMO INTERNATIONAL CONFERENCE 2020+1 TOKYO JAPAN

The 16th Docomomo International Conference 2020+1 with the theme “Inheritable Resilience: Sharing Values of Global Modernities” is finally happening on Aug. 29 – Sept. 2 2021. 

Join the conference! Visit docomomo2020.com for registration details.

Docomomo International is a non-profit organization dedicated to documentation and conservation of buildings, sites and neighborhoods of the Modern Movement. International Docomomo Conferences combine paper sessions, round-tables, workshops and tours focused on the Modern Movement legacy.


DOCOMOMO Japan

Docomomo Japan together with Docomomo International are excited that we are able to invite you all to the 16th, but the very first, Docomomo International VIRTUAL Conference from August 29, to September 2, 2021.

Since 1990, every 2 years, docomomo has been constantly holding the international conferences. Last year in 2020, for the first time in our docomomo history, we had to postpone the conference scheduled in Tokyo and hoped to see the worldwide pandemic is to be contained. With the time we actually gained, we were able to enhance and expand the contents of the conference theme and we can now have a much more exciting conference this year in 2021. Session themes are increased from 12 to 16. One change we had to make, however, is to hold this conference completely virtually.

After a year of numerous remote working and online meetings, we all become somewhat familiar with digital system that we knew nothing about before. Even so, it is quite challenging for our organizing committee to shift the conference completely virtually. Thanks to many encouragements and tireless supports given from docomomo international staff, the scientific committee and many fellow members from worldwide, we came to the conclusion that an old dog can learn a new trick! Now we are very pleased to tell you that almost all the contents we planned for the real conference can be shifted to virtual.

18 Μαΐου 2021

Καθημερινή - 15/5/2021

Φωτογραφία: Κώστας Τσιαμπάος
 
Στη γνωστή λιθογραφία του 1833 με τίτλο ‘Σχέδιον της νέας πόλεως των Αθηνών’ των Κλεάνθη και Schaubert η Αθήνα αναπαρίσταται με δύο διαφορετικούς τρόπους και σε δύο διαφορετικούς χρόνους: η Αθήνα του μέλλοντος, μέσα από την προτεινόμενη κάτοψη της νέας πόλης στο κέντρο του χαρτιού, και η Αθήνα του παρόντος, μέσα από προοπτικά σχέδια γνωστών αθηναϊκών μνημείων στο περιμετρικό πλαίσιο. Αυτές οι προοπτικές αναπαραστάσεις είχαν ιδιαίτερη σημασία γιατί περιέγραφαν το ιστορικό υπόβαθρο, το ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα έπρεπε να αναπτυχθεί η νέα αστικότητα. Και αυτό το πλαίσιο δεν ήταν μόνο κλασικό, αλλά περιελάμβανε μνημεία ελληνιστικά, ρωμαϊκά, βυζαντινά, οθωμανικά. Ακόμα και ο ίδιος ο Παρθενώνας δεν αποτυπώνονταν ως ένας εξιδανικευμένος, ‘καθαρός’ Παρθενώνας, αλλά όπως πραγματικά ήταν, με το οθωμανικό τζαμί ακόμα εντός του. Το ίδιο το πολεοδομικό σχέδιο άλλωστε ενσωμάτωνε εξαρχής αρκετά σημαντικά μη κλασικά τοπόσημα ως αναπόσπαστα στοιχεία της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης.

Ο παραπάνω καταρχήν συμπεριληπτικός σχεδιασμός της νέας Αθήνας δεν σήμαινε βέβαια ότι δεν υπήρχε ιεραρχία. Δεν σήμαινε ότι δεν γίνονταν, ταυτόχρονα, μια σαφής αξιολόγηση για το τι είναι περισσότερο και τι είναι λιγότερο σημαντικό. Σημαντικό όχι μόνο με όρους ιστορικούς, αλλά και αρχαιολογικούς, αρχιτεκτονικούς, αισθητικούς, τεχνικούς, οικονομικούς, πολιτικούς κ.α. Και σε αυτήν την αξιολόγηση η αρχιτεκτονική της κλασικής εποχής βρίσκονταν στην κορυφή. Ωστόσο, το τι έπρεπε να γίνει πάνω στην Ακρόπολη ούτε προδιαγεγραμμένο ήταν ούτε κοινώς αποδεκτό. Ο Schinkel, για παράδειγμα δεν δίστασε να προτείνει την κατασκευή του παλατιού του Όθωνα πάνω στον βράχο, μια πρόταση που για άλλους αρχιτέκτονες και αρχαιολόγους της εποχής, συμπατριώτες του και μη, ήταν επιεικώς απαράδεκτη. Αντίστοιχα δεν ήταν όλοι σύμφωνοι με το να ‘διαγράφονται’ σημαντικές ιστορικές φάσεις όπως συνέβη, για παράδειγμα, με την κατεδάφιση του Φράγκικου πύργου το 1874 η οποία θεωρήθηκε ως μια πράξη βανδαλισμού από σημαντικούς ξένους επιστήμονες και διανοούμενους. Τα αναφέρω αυτά για να επισημάνω ότι ποτέ δεν υπήρξε μία ενιαία ‘δυτική’ ή ‘λευκή’ ή ‘αποικιοκρατική’ ματιά πάνω στην Ακρόπολη, όπως ακούγεται τελευταία. Οι προσεγγίσεις ήταν πάντα πολλαπλές, οι προτεραιότητες διαφορετικές, τα συμφέροντα αντικρουόμενα.

Η σύγχρονη φάση της αναστήλωσης της Ακρόπολης (1974-σήμερα) ακολουθεί μία φιλοσοφία αναστήλωσης περισσότερο πολυσυλλεκτική. Εδώ η συμπερίληψη δεν αφορά μόνο την τεκμηρίωση, αλλά και την προστασία και ‘συναναστήλωση’ διαφορετικών ιστορικών φάσεων. Άλλωστε οι ίδιοι επιστήμονες που εύκολα κατηγορούνται για πνεύμα ‘εκκαθάρισης’ είναι που τεκμηρίωσαν με ακρίβεια όλες τις ιστορικές φάσεις του βράχου. Ασφαλώς, όπως και τον 19ο αι. έτσι και στη σύγχρονη εποχή ιεραρχείται ως σημαντικότερη η κλασική εποχή. Και αυτή η επιλογή, παρά τις όποιες αντιρρήσεις και διαφωνίες, παραμένει επιστημονικά τεκμηριωμένη και διεθνώς αποδεκτή.

Πέρα από την όποια επιστημονική της εγκυρότητα, όμως, η επιλογή αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, άξια σεβασμού και για έναν σημαντικότερο λόγο. Επειδή το συλλογικό έργο που γίνεται εδώ και δεκαετίες από τις αρμόδιες υπηρεσίες του ελληνικού δημοσίου και με την υποστήριξη όλων των κυβερνήσεων αποτελεί ένα θετικό παράδειγμα συνέπειας και συνέχειας της μεταπολίτευσης. Μια σημαντική εθνική επιτυχία σε μια εποχή η οποία, καλώς ή κακώς, απέχει πολύ από τη μετα-εθνική φαντασίωση που κάποιοι βλέπουν ως ευκταία και εφικτή.

Προφανώς και η λογοδοσία, ο έλεγχος και ο κριτικός προβληματισμός από ειδικούς και μη ήταν και είναι απαραίτητα. Και ένα μέρος της συζήτησης που διεξάγεται σήμερα είναι πολύτιμο. Μια ρητορική, όμως, η οποία όμως το μόνο που βλέπει στη διαχρονική και δημοκρατική αυτή προσπάθεια είναι κάτι το απερίσκεπτο, βίαιο και ‘σκοτεινό’ μάλλον υιοθετεί τις πρακτικές τις οποίες υποτίθεται ότι αντιστρατεύεται. Αν στην καλύτερη περίπτωση μια τέτοια οπτική μοιάζει επιφανειακή, απλοϊκή ή ελιτίστικη, στη χειρότερη αναπαράγει μία νέο-οριενταλιστική οπτική απαξιώνοντας σημαντικούς θεσμούς της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και υπονομεύοντας τις σύγχρονες συλλογικές κατακτήσεις του τόπου μας.

7 Μαΐου 2021

Τάσεις & εποχές της ελληνικής αρχιτεκτονικής φωτογραφίας



Η ασπρόμαυρη φωτογραφία σε αναλογίες 3/4 είναι χωρισμένη στα 3. Στο πάνω 1/3 μια βορειοανατολική άποψη της Ακρόπολης με την Πλάκα στη βάση του λόφου. Στα κάτω 2/3 ένα πυκνό σύμπλεγμα από κάθετα τεμνόμενες μεταλλικές ράβδους υπό διαγώνια οπτική. Αυτό που αποτυπώνεται είναι μία υπό κατασκευή πλάκα μπετόν αρμέ, με φόντο την Ακρόπολη. Ή, μήπως, αποτυπώνεται η Ακρόπολη να ‘πατάει’ πάνω στον οπλισμό μιας πλάκας λίγο πριν πέσει το μπετόν; Άλλωστε, η Ακρόπολη είναι πολύ σημαντική για να αποτελεί, απλώς, φόντο. Και, στο κάτω-κάτω, γιατί να πρέπει να στριμωχτεί αυτό το αριστούργημα της αρχιτεκτονικής πάνω από αυτές τις άχαρες χαλύβδινες βέργες οπλισμού, τα πλέγματα, τα τσέρκια και τα άγκιστρα; Η τόσο ρομαντική εικόνα της Ακρόπολης με τη νεοκλασική Πλάκα έχει κάπως αλλοιωθεί, σχεδόν μοιάζει να έχει καταστραφεί. Τα κάτω 2/3 απειλούν το πάνω 1/3· οι πυκνές μαύρες διαγώνιες γραμμές, που πότε πυκνώνουν και πότε αραιώνουν, παλλόμενες σαν μια μοντέρνα διαγράμμιση που επεκτείνεται χωρίς όρια, μαυρίζουν ότι το ωραίο βρίσκεται από πάνω τους. Αυτή η ανώνυμη και τυπική μισοτελειωμένη κατασκευή αντιπαρατίθεται τόσο στο αιώνιο κλασικό κάλλος όσο και στην ιστορική πόλη του 19ου αιώνα. Το άγνωστο μπετονένιο κτήριο, ένα σώμα που δεν είναι καν ολοκληρωμένο, αμφισβητεί το ειδυλλιακό τοπίο γύρω του, αδιαφορεί για την παρουσία του και αμφιβάλλει για την αξία του. Κάτι παράξενο συμβαίνει εδώ.

Στη φωτογραφία αυτή του 1950, τραβηγμένη από το δώμα μιας οικοδομής κάπου κοντά στην πλατεία Συντάγματος, ο Δημήτρης Χαρισιάδης αποτυπώνει την κατασκευή ενός από τα χιλιάδες κτήρια μπετόν τα οποία θα ανοικοδομηθούν μετά τον Πόλεμο μεταβάλλοντας καθοριστικά την εικόνα της Αθήνας, όπως και των άλλων ελληνικών πόλεων. Η αφαιρετική σύνθεση των γραμμών του οπλισμού αντιπαραβάλλεται στην κλασική εικόνα της πόλης προοικονομώντας αυτό που θα έρθει για να την αλλάξει για πάντα. Η μοντέρνα Αθήνα, που τώρα κτίζεται, απέναντι στην παλιά· η νέα κατασκευή, που τώρα ανεγείρεται, δίπλα στην υπάρχουσα. Η υπό κατασκευή πλάκα γίνεται, με έναν απρόσμενο τρόπο, θεμέλιο του παρελθόντος. Το καινούργιο αναπαρίσταται ως μια νέα βάση για το παλιό· καθορίζει ένα νέο βλέμμα, περιγράφει ένα νέο πλαίσιο συζήτησης, αντίληψης και εμπειρίας. Στο εξής, η Αθήνα που γνωρίσαμε δεν θα υπάρχει παρά μόνο ως αυτό που θα διακρίνεται μέσα στη θάλασσα των μοντέρνων πολυκατοικιών.

Ο Χαρισιάδης (1911-1993) δεν ήταν βέβαια ένας τυπικός φωτογράφος αρχιτεκτονικής. Θα ξεκινούσε τη φωτογραφική του πορεία αποτυπώνοντας την καθημερινή ζωή στο Αλβανικό μέτωπο όπου και ο ίδιος πολέμησε ως έφεδρος αξιωματικός. Μια παράλληλη πορεία θα ακολουθούσε και ο Κώστας Μπαλάφας (1917-2011) ο οποίος ξεκίνησε την καριέρα του φωτογραφίζοντας τους αντάρτες στα βουνά της Ηπείρου, ως μέλος της 6ης Ταξιαρχίας του 85ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ., για να μας δώσει, όχι πολύ αργότερα, μερικές από τις σπουδαιότερες φωτογραφίες της μεταπολεμικής Αθήνας, όπως αυτές με τη φαντασμαγορική πλατεία Ομόνοιας του 1960 να πρωταγωνιστεί στις διάσημες νυχτερινές λήψεις του. Χαρισιάδης και Μπαλάφας είδαν στη μεταπολεμική ανοικοδόμηση τη συνέχεια της εμπειρίας του πολέμου και μετέφεραν στα φιλμ τους την αισιοδοξία της μοντέρνας Ελλάδας ως απάντηση στον πόνο και τις καταστροφές, αλλά και τα οράματα και τις ελπίδες της δεκαετίας του 1940. Με έναν τρόπο, τα μεταλλικά όπλα, τα πολεμικά άρματα και οι λάμψεις του πεδίου της μάχης μεταμορφώθηκαν σε μεταλλικούς οπλισμούς κτηρίων, μοντέρνες κατασκευές και χρωματιστά φώτα βιτρινών και διαφημίσεων. Η φωτογράφηση σημαντικών έργων υποδομής (Μπαλάφας) ή τουριστικών συγκροτημάτων της Αττικής Ριβιέρας (Χαρισιάδης) δεν αναφέρονταν άλλωστε απλώς έργα αρχιτεκτονικής, αλλά εξέφραζε το συλλογικό μεταπολεμικό αφήγημα της ανάπτυξης και της ευημερίας δίνοντας την υπόσχεση για μια καλύτερη ζωή.

Στη Ελλάδα της δεκαετίας του 1960 οι νέοι φωτογράφοι αρχιτεκτονικής διαμόρφωσαν την ταυτότητά τους μέσα από τις συνεργασίες τους με αντίστοιχα νέους αρχιτέκτονες, εμπνεόμενοι από περιοδικά όπως το L’Architecture d’Aujourd’hui και φωτογράφους όπως ο Julius Shulman και ο Lucien Hervé. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο φωτογράφος Δημήτρης Καλαποδάς, μόνιμος συνοδοιπόρος του αρχιτέκτονα Νίκου Βαλσαμάκη, αλλά και συνεργάτης άλλων σημαντικών αρχιτεκτόνων όπως ο Δημήτρης Φατούρος, ο Ιωάννης Βικέλας, ο Γιάννης Λιάπης, ο Τάκης Εξαρχόπουλος κ.α. Οι φωτογραφίες του Καλαποδά δεν υποστήριξαν απλώς την επαγγελματική δραστηριότητα αυτών των αρχιτεκτονικών γραφείων, αλλά βοήθησαν την ελληνική αρχιτεκτονική να ταξιδέψει και εκτός της χώρας μέσα από κάδρα που αποτελούσαν μικρές, απολαυστικές ιστορίες που όλοι ήθελαν να δουν και να μάθουν.

Όντας μέρος των σπουδών της αρχιτεκτονικής η φωτογραφία αποτέλεσε πάθος και για αρκετούς αρχιτέκτονες όπως ο Άρης Κωνσταντινίδης που δημοσίευε τα αρχιτεκτονικά του έργα αποκλειστικά με δικές του φωτογραφίες. Στην περίπτωση του Κωνσταντινίδη μάλιστα η φωτογράφηση δεν είναι κάτι που προηγείται της αρχιτεκτονικής πράξης, αφού η καταγραφή της αρχιτεκτονικής, και κυρίως της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής των ελληνικών νησιών, ορίζει ταυτόχρονα το αξιακό πλαίσιο της νέας αρχιτεκτονικής και υποδεικνύει τον δρόμο προς την «αληθινή αρχιτεκτονική» που πρέπει να ακολουθηθεί. Υπό αυτό το πρίσμα το γνωστό βιβλίο του Κωνσταντινίδη Τα Θεόχτιστα μπορεί να θεωρηθεί ως φωτογραφικό λεύκωμα και βιβλίο θεωρίας της αρχιτεκτονικής μαζί.

Στις ημέρες μας η φωτογραφία συνεχίζει να αποτελεί σημαντικό εκφραστικό μέσο για τους αρχιτέκτονες και τους φοιτητές αρχιτεκτονικής. Σε μια εποχή που η λήψη μιας φωτογραφίας είναι τόσο άμεση και εύκολη όσο είναι η δημοσίευση και αναπαραγωγή της στο διαδίκτυο έχει προκύψει ένας νέος τρόπος αξιολόγησης της αρχιτεκτονικής μέσα από ψηφιακές φωτογραφίες και, κυρίως, μέσα από το πόσο ελκυστικές και δημοφιλείς φαίνονται αυτές οι φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αν σε αυτό προσθέσουμε και τις ψηφιακές, φωτορεαλιστικές αναπαραστάσεις κτηρίων, τότε η συμβολή της φωτογραφίας στη σύγχρονη κατανάλωση της αρχιτεκτονικής είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο καθένας πλέον μπορεί να φωτογραφίζει κτήρια δικά του ή άλλων, κτήρια που υπάρχουν ή όχι. Από ένα σημείο και ύστερα το τί βλέπω μπροστά στην οθόνη μου και γιατί το βλέπω, το τί είναι πραγματικό και τι όχι, ούτε αποσαφηνίζεται ούτε ιεραρχείται.

Παρ’ όλα αυτά, οι σύγχρονοι Έλληνες φωτογράφοι που ασχολούνται και με την αρχιτεκτονική, όπως ο Γιώργης Γερόλυμπος, η Εριέτα Αττάλη, ο Γιώργος Μεσσαριτάκης, ο Νίκος Δανιηλίδης, ο Μπάμπης Λουϊζίδης (δραστήριος και στο Εργαστήριο Τεκμηρίωσης για την Αρχιτεκτονική και την Πόλη της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Ε.Μ.Π.) και αρκετοί άλλοι, έρχονται ως ένα βαθμό να συνεχίσουν με επιτυχία την πορεία που χάραξαν οι πρώτοι διδάξαντες. Ταυτόχρονα, η νέα γενιά φωτογράφων επιχειρεί να παραμείνει ανοιχτή και εξωστρεφής, όπως και οι νέοι Έλληνες αρχιτέκτονες, να τολμά και να πειραματίζεται χωρίς να χάνει την προνομιακή της σχέση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο της χώρας στην οποία αναφέρεται.

Η δεκαετία του 1950 ήταν βέβαια τελείως διαφορετική από τη σημερινή εποχή. Στη φωτογραφία του Χαρισιάδη η αναπαράσταση της κατασκευής της μοντέρνας Αθήνας μπορούσε να εμπνέει και να συγκινεί πολλαπλώς τη στιγμή που μετέφερε στο κάδρο μια προοπτική γεμάτη ένταση και προσδοκίες. Το βλέμμα μπορούσε να σταθεί πάνω στη φωτογραφία και να ‘περπατήσει’ στο χώρο της ακριβώς γιατί η δισδιάστατη αποτύπωση της στιγμής λειτουργούσε ως ένα σταθερό βάθρο που άνοιγε τρισδιάστατα στον μελλοντικό χρόνο. Σήμερα, όμως, το βλέμμα δεν γνωρίζει τέτοιες αντιστάσεις, αλλά γλιστράει συνεχώς από τη μία εικόνα στην άλλη και διαπερνά τα πάντα, ρέοντας ανάμεσα στο φυσικό και το ψηφιακό, χωρίς να μπορεί να σταθεί εύκολα κάπου. Και αυτό είναι λογικό, τη στιγμή που οποιαδήποτε προβολή προς το μέλλον μοιάζει αντίστοιχα ρευστή, θολή και ανήσυχη. Πως θα μπορούσαν οι φωτογράφοι της αρχιτεκτονικής να κτίσουν σήμερα πάλι κάτι στέρεο και στιβαρό που να αντέξει στον χρόνο; Πως θα μπορούσαν να κάνουν ξανά αρχιτεκτονική με τις φωτογραφίες τους; Ίσως το αφιέρωμα αυτού του τεύχους να ανοίγει μια τέτοια συζήτηση.

Περιοδικό Φωτογράφος, μονοθεματικό τεύχος νο. 23 (Γ' τετράμηνο 2020) - αφιέρωμα στην αρχιτεκτονική φωτογραφία, σελ. 118-119

14 Απριλίου 2021

The Architect and the Animal: 20th Century Encounters

International Workshop

9-10 April 2021 @ Princeton Athens Center & Zoom
Organizers: M Christine Boyer & Kostas Tsiambaos

Aino Aalto and a crane in the garden of her house in Riihitie, 1939. Photo: Eino Mäkinen © Alvar Aalto FoundationAino Aalto and a crane in the garden of her house in Riihitie, 1939. Photo: Eino Mäkinen © Alvar Aalto Foundation


PROGRAMME

Friday 9 April
 
15.00 CET 
Dimitri Gondicas / Princeton University
Welcoming remarks

Kostas Tsiambaos / National Technical University of Athens
Introduction

SESSION I

15.20 
Viola Bertini / Università Iuav di Venezia
Time, Place and Man. The Role of Animals in Hassan Fathy’s Drawings

15.40 
Martin Søberg / The Royal Danish Academy of Fine Arts
John Hejduk, Animals, and the Anthropological Machine

16.00 
Martín Cobas Sosa / FADU - UdelaR and Princeton University
A Report on the Creature, with an Appendix on Venomous Zoology

16.20 
Respondent: Cameron Wu / Princeton University

16.40 
Discussion

End of day 1

Saturday 10 April

SESSION II

15.00 CET 
Aron Vinegar / University of Oslo
Mollusks, Shells and the Stained Soul of Modern Architecture

15.20 
Kostas Tsiambaos / National Technical University of Athens
Buildings as Animals, or, Eschatological Perspectives of Modern Greek
Architecture

 
15.40 
Respondent: Spyros Papapetros / Princeton University

16.00 
Discussion

Break

SESSION III

17.00 
M. Christine Boyer / Princeton University
An Asinine Tale [Equus asinus]: Le Corbusier’s donkeys

17.20
Manuel Orazi / University of Ferrara
Animals in the Humanistic Thinking of Yona Friedman
 
17.40
Gabriele Mastrigli / University of Camerino
Piero and the Dog (and other Stories): Superstudio and the Narrative of Living
Nature

18.00 
Respondents: Marshall Brown and Spyros Papapetros / Princeton University

18.20 
Discussion

End of the workshop
 
 
Outline

One of architecture’s main objectives is to ensure the best possible conditions for the protection and development of human life. At the same time, architecture has always referred to animals in various ways. Even as, throughout history, the most important architectural creations were dedicated to the glory of gods, animal figures persistently featured as reminders of the sacred, the irrational, the monstrous or the evil. In ancient Greek temples Gods and semi-Gods were put side by side with lions and horses; in Gothic cathedrals saints and holy figures stood next to wolves, lambs and pigs; in the churches of the 18th and 19th centuries owls, swans, fish, deer, etc. were used as symbols that communicated common mentalities and religious beliefs, promoted ethical and aesthetical norms and ideals, and performed as reflective-critical comments on human creation and life.

In the 20th century the presence of animals in architecture gradually receded as positivism and functionalism prevailed. However, one could still find various references to and representations of animals in the work of the architects of the 20th century. From the pack-donkey in Le Corbusier’s The City of Tomorrow (1929), and the goats in Dimitris Pikionis’s Aixoni (1957), to the horses in Superstudio’s Atti Fondamentali (1972), and the spiders in Lina Bo Bardi’s Intermezzo per bambini (1984), the animal as a latent model, paradigm, metaphor and symbol comes to serve a critical-interpretive function.

This workshop aims to launch a discussion on the animal in the history and theory of architecture of the 20th century by reconsidering the animal as a vital symbol/signifier/qualifier for the human, as the ‘negative’ or the ‘other’ of the human. In this framework the words “negative” and “other” do not indicate something inferior or less important than the human but, on the contrary, something substantial and meaningful, a missing link or an archetype, an object which expands, completes or even mirrors the notion of the human. How can we re-think animals beyond their se (or the use of parts and attributes of them) as mere formalist inspirations for architectural design which are often empty of content, identity, and meaning? How can we re-consider the various references to animals in the architecture of the 20th century as an alternative field of research for architectural history, theory and criticism? How can we re-interpret the entangled, convoluted representations of animals as objects of the architects’ sublimation but also as reflections of their ethical position; as concerns of citizens active in the cultural and political environment of their age?

The workshop considers animal references and representations as symbolic constructions and parts of an imaginary ecology that at the same time perform as rhetoric devices. Within this context, alien, fantastic, holy, wild, idealized, and exotic creatures appear as typical objects of otherness; as models, paradigms, and metaphors in a discourse that attempts to critically question the identities, definitions and boundaries of modern and postmodern architecture. A mapping of these images, references and representations, as well as a documentation and interpretation of their function during the creative process, will be one of the workshop’s main targets. The interpretive charting of these nonhuman creatures will not only allow for a better understanding of the architects’ ideas and intentions but will also help locate their oeuvre into a broader context, and in correspondence to other cultural centers located in a complex global network of influential intellectuals.

A thorough examination of specific case studies will illustrate the ways in which these references to animals serve a critical-interpretive purpose through a reflective extension of a predominantly humanistic/ anthropocentric science and art, such as architecture is. How are animals used and in which context? What is their latent programmatic, philosophical and ideological content? In which ways do they express critical stances against modernity? How do they relate to local myths and indigenous identities? How do they defend cultural history and tradition against the threats of globalization? What kind of unconscious doubts, resistances, challenges and anxieties do they cover?

The workshop entitled “The Architect and the Animal: 20th Century Encounters” aims to provoke a fresh and rich dialogue on a contemporary, but neglected, topic, by inviting novel and daring contributions that challenge and expand the established discourse, and by providing enough material for the production of a scholarly edited volume, to be submitted for publication by an established, international academic press. 
 

8 Απριλίου 2021

Αθήνα 200 χρόνια 200 κτίρια

 Αθήνα 200 χρόνια 200 κτίρια

Στο βιβλίο-λεύκωμα των 336 σελίδων παρουσιάζονται 200 επιλεγμένα κτίρια της Αθήνας από το 1821 έως το 2021.

Η παρουσίαση του κάθε κτιρίου καταλαμβάνει μία σελίδα και περιλαμβάνει φωτογραφία, βασικές πληροφορίες, καθώς και μία σύντομη περιγραφή.

Ο στόχος της έκδοσης, αφορμή της οποίας είναι η επέτειος των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, είναι η ανάδειξη του κτιριακού πλούτου της πρωτεύουσας του νεοελληνικού κράτους. Το βασικό κριτήριο με το οποίο έγινε η επιλογή των 200 κτιρίων είναι η δημόσια όψη του κτιρίου να έχει ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία. Επιπρόσθετα, το κτίριο να συνεχίζει να κοσμεί την πόλη έως σήμερα.

Η παρουσίαση των επιλεγμένων κτιρίων έχει οργανωθεί σε πέντε χρονολογικές περιόδους ώστε να διευκολύνεται ο αναγνώστης να τοποθετήσει το κάθε κτίριο στον ιστορικό του χρόνο. Το λεύκωμα ξεκινάει με την περίοδο της συγκρότησης του πρώτου αθηναϊκού κλασικισμού και συνεχίζεται με τις περιόδους του όψιμου κλασικισμού και του Μεσοπολέμου όπου και αρχίζει να επικρατεί το μοντέρνο κίνημα στην αρχιτεκτονική. Ακολουθούν δύο μεταπολεμικές περίοδοι, με την τελευταία να διαρκεί έως σήμερα.

Το βιβλίο-λεύκωμα πλαισιώνεται από μία εισαγωγή του Μανώλη Αναστασάκη (εκδότη και διευθυντή του grad review), καθώς και από οκτώ κείμενα διακεκριμένων καθηγητών και ερευνητών τα οποία καλύπτουν όλη την περίοδο στην οποία αναφέρεται η έκδοση:

του Γιάννη Αίσωπου (Καθηγητή και Προέδρου στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Πατρών),
του Στέλιου Γιαμαρέλου (Λέκτορα Bartlett School of Architecture, Εκτελεστικού συντάκτη The Journal of Architecture),
της Μαρίας Δανιήλ (Δρ Αρχιτέκτων ΕΜΠ),
της Μαριλένας Κασιμάτη (Ιστορικού Τέχνης),
του François Loyer (Ιστορικού Τέχνης και Αρχιτεκτονικής, Επίτιμου Διευθυντή Έρευνας CNRS),
του Μάνου Μπίρη (Ομότιμου Καθηγητή της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ),
του Κώστα Τσιαμπάου (Επίκουρου Καθηγητή, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ) και
της Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ (Ιστορικού Αρχιτεκτονικής και Ομότιμης Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Ο κύριος όγκος της φωτογράφησης των κτιρίων πραγματοποιήθηκε από το φωτογράφο Βασίλη Μακρή. Η έκδοση έγινε δυνατή με την αποκλειστική χορηγία του Ομίλου ΑΒΑΞ. Κυκλοφορεί στα ελληνικά και στα αγγλικά σε ξεχωριστές εκδόσεις. Για παραγγελία στέλνετε μήνυμα στο gradreview@outlook.com.

Αθήνα 200 χρόνια 200 κτίρια, ISBN: 978-618-85306-0-7 Τιμή: 45 ευρώ
Athens 200 years 200 buildings, ISBN: 978-618-85306-1-4 Price: 45 euro